738
Διατροφή

Ψαράκι άγριο ή εξημερωμένο;

27 Οκτωβρίου 2009
του Μιχάλη Αναστασιάδη
Ψαράκι άγριο ή εξημερωμένο;

Photo source: www.bigstockphoto.com

Με τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας έχουμε περίεργη σχέση εμείς οι Μεσόγειοι καταναλωτές. Μαζί με τους Γάλλους και τους Ιταλούς δυσκολευόμαστε να «χωνέψουμε» ότι η τσιπούρα μας ίσως και να μην είναι «άγρια». Η δύναμη της συνήθειας στη διατροφή είναι μεγάλη, ακόμα κι όταν όλα τα άλλα τρόφιμα (κρέατα και χορταρικά), πολλά θαλασσινά (π.χ. μύδια, γαρίδες) και κατεψυγμένα ψάρια (όπως π.χ. η πέρκα), που όλα τους προέρχονται από καλλιέργεια ή εκτροφή, τα δεχόμαστε αδιακρίτως. Ακόμα κι όταν ορισμένα προϊόντα ιχθυοκαλλιέργειας (π.χ. χαβιάρι) τα θαυμάζουμε. Επιμένουμε η τσιπούρα μας να είναι αλιευμένη, «φυσική»...

Είναι, ίσως, μια ασυνείδητη επιβεβαίωση του ρητού «είμαστε ό,τι τρώμε»: περιζωμένοι με πολιτισμό και με τεχνολογία, ενδόμυχα ελπίζουμε την ώρα της πιο βασικής μας λειτουργίας, της διατροφής, να μην αφήσαμε για πάντα πίσω μας τη φύση απ’ την οποία προερχόμαστε, να διατηρήσουμε λιγάκι την άγρια προαιώνια μήτρα μας, τον αρχέγονο ζωώδη εαυτό.

Δυστυχώς, εμείς, η γη και τα ψάρια της, είμαστε όλα όντα πεπερασμένα. Αλλά οι άνθρωποι -και οι ανάγκες τους- είναι οι μόνοι που διαρκώς αυξάνονται. Αυτά που σίγουρα δεν αυξάνονται σε αριθμούς είναι τα «άγρια» ζώα της θάλασσας και των ωκεανών. Οι ποσότητες που αλιεύονται παγκοσμίως έχουν παραμείνει σταθερές εδώ και μια δεκαετία. Ταυτόχρονα, για το 80% των 523 ειδών ψαριών για τα οποία συλλέγονται στοιχεία κάθε χρόνο, οι αλιευόμενες ποσότητες έχουν φτάσει ή ξεπεράσει τα βιώσιμα όρια. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων & Γεωργίας του ΟΗΕ, η συνολική εικόνα ενισχύει την άποψη ότι «κατά πάσα πιθανότητα έχουμε ήδη φτάσει στο μέγιστο δυναμικό αλιείας άγριων ψαριών από τους ωκεανούς του κόσμου». Παραπλήσια είναι η κατάσταση στις Ελληνικές θάλασσες.

Αντίθετα, οι παραγόμενες ποσότητες προϊόντων υδατοκαλλιέργειας έχουν αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία 50 χρόνια. Εκτρέφονται πια πάνω από 220 είδη, τα οποία συνεισφέρουν πάνω από το 36% των θαλασσινών με τα οποία διατρέφεται ο άνθρωπος, ενώ το 1970 το ποσοστό τους ήταν μόλις 3,9%.

Στην Ελλάδα η αύξηση της παραγωγής προϊόντων υδατοκαλλιέργειας ήταν εξίσου εκρηκτική. Μεταξύ 1990 και 2005 ενδεκαπλασιάστηκε (από 9.523 τόνους έφτασε τους 105.915 τόνους). Τα τρία κυριότερα προϊόντα της χώρας είναι η τσιπούρα, τα μύδια και το λαβράκι, ενώ η Ελλάδα έχει αναδειχθεί στον κύριο παραγωγό τσιπούρας και λαβρακιού στην ΕΕ και οι εξαγωγές τους έχουν ξεπεράσει αυτές του ελαιολάδου. Έτσι, το 2004 τα προϊόντα υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα ξεπέρασαν για πρώτη φορά σε ποσότητα τα προϊόντα της αλιείας.

Όταν σκεφτόμαστε την εξάντληση των πληθυσμών των άγριων ψαριών της θάλασσας και ότι οι ωκεανοί έχουν φτάσει στα όρια βιωσιμότητάς τους, είναι φυσιολογικό να μας φαίνεται πολύ θετική η αύξηση της υδατοκαλλιέργειας. Και να ελπίζουμε πως ίσως μπορέσει αυτή να μας προσφέρει μελλοντικά διαρκώς αυξανόμενες ποσότητες ψαριών ώστε να τρέφονται οι διαρκώς αυξανόμενοι πληθυσμοί ανθρώπων.

Όμως στη φύση τίποτα δεν αυξάνεται ες αεί. Η αύξηση του ενός προκαλεί συχνά τη μείωση άλλων. Και με τις υδατοκαλλιέργειες το ίδιο ισχύει: έχουν κι αυτές –όσο χρήσιμες κι αν είναι– κάποιες επιπτώσεις, έχουν προφανώς κι αυτές το όριό τους.

Η πρώτη επίπτωση έχει κοινωνική φύση: όταν η ιχθυοκαλλιέργεια υποκαθιστά το ψάρεμα, σε ποιόν ανήκουνε τα ψάρια; Στο ψάρεμα, τα ψάρια είναι δημόσιο αγαθό του οποίου η εκμετάλλευση αδειοδοτείται κι ελέγχεται, όπως γίνεται και με το κυνήγι. Όμως η υδατοκαλλιέργεια μοιάζει πιο πολύ με την κτηνοτροφία. Τρία είναι τα κριτήρια που την ξεχωρίζουν απ’ την αλιεία: ιδιοκτησία του ζωικού πληθυσμού, κατοχή της μονάδας εκτροφής, σκόπιμες παρεμβάσεις στον κύκλο ζωής και παραγωγής του πληθυσμού. Αλλά η ιστορία δείχνει πως κάθε φορά που κάποιος φυσικός πόρος γίνεται από δημόσιος ιδιωτικός, ακολουθεί η συγκέντρωσή του σε χέρια λίγων –αναλογικά– ιδιοκτητών. Αυτό συμβαίνει ήδη με τις ιχθυοκαλλιέργειες στη χώρα μας, όπου ενώ το 1996 υπήρχαν περίπου 300 εταιρείες, το 2008 έφτασαν τις 108 και προβλέπεται να φτάσουν περίπου τις 50 που θα αποτελούνται από 2 μεγάλους ομίλους και κάποιες μικρές οικογενειακές εταιρείες.

Σε ότι αφορά το περιβάλλον, οι ιχθυοκαλλιέργειες έχουν ακόμα να αντιμετωπίσουν αρκετές προκλήσεις ώστε να μπορούν να θεωρηθούν επαρκώς ωφέλιμες. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που δημιουργούν είναι η επίδραση στα λιβάδια Ποσειδωνίας.

Η Ποσειδωνία (Posidonia oceanica) είναι θαλάσσιο φυτό που βρίσκεται αποκλειστικά στη Μεσόγειο, είναι τα γνωστά σε όλους «φύκια» των θαλασσών μας. Είναι ένα πολύ ευαίσθητο είδος που αναπτύσσεται και εξαπλώνεται πολύ αργά, σε πολύ καθαρά και ρηχά -ως 60 μέτρα βάθους- νερά. Τα λιβάδια Ποσειδωνίας παίζουν σημαντικότατο οικολογικό ρόλο στις παράλιες περιοχές, ιδιαίτερα γιατί αποτελούν απαραίτητη τροφή και ενδιαίτημα για μια μεγάλη ποικιλία οργανισμών, οξυγονώνουν το νερό και τα ιζήματα, διαυγάζουν το νερό, δεσμεύουν άνθρακα, προστατεύουν από τη διάβρωση, κλπ.

Όταν οι κλωβοί στους οποίους βρίσκονται τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας βρίσκονται πολύ κοντά σε λιβάδια Ποσειδωνίας, αυτά συχνά καταστρέφονται ή αναστέλλεται η ανάπτυξή τους. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους. Ο σημαντικότερος είναι μάλλον η επίδραση των υπολειμμάτων τροφών και των αποβλήτων των ψαριών στην ποιότητα του νερού που χρειάζεται η Ποσειδωνία. Τέτοιες αρνητικές επιδράσεις έχουν παρατηρηθεί –εξαρτώμενες από τις συνθήκες– ακόμα και σε μεγάλες αποστάσεις από τους κλωβούς (π.χ. 800 μέτρα). Η λύση για το πρόβλημα αυτό είναι η χωροθέτηση των κλωβών σε μεγαλύτερα βάθη, κάτι που ήδη κάνει η Κύπρος.

Ένας άλλος λόγος περιβαλλοντικής ανησυχίας είναι η χρήση χημικών (παρασιτοκτόνων, αντιβιοτικών, κ.α.) στις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας. Η ανησυχία αυτή δεν θεμελιώνεται σε κάποια σχετική έρευνα ή μελέτη γιατί, απλούστατα, οι σχετικές μελέτες είναι μηδαμινές. Πολλά από τα χημικά που χρησιμοποιούνται καθημερινά στις υδατοκαλλιέργειες δεν έχουν αξιολογηθεί ειδικά για τις επιπτώσεις τους στο θαλάσσιο περιβάλλον. Δεν υπάρχει κανένα εγκεκριμένο αντιπαρασιτικό ή αντιβιοτικό για τα Μεσογειακά είδη. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε έκθεση που κατατέθηκε το 2006 στην ΕΕ σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της υδατοκαλλιέργειας σε ευαίσθητες περιοχές «τα περιβαλλοντικά θέματα που σχετίζονται με τα υπολείμματα (των χημικών αυτών) στο νερό έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί»...

Τρίτο λόγο περιβαλλοντικής ανησυχίας αποτελούν οι ενδεχόμενες επιπτώσεις των υδατοκαλλιεργειών στη βιοποικιλότητα. Αυτές προκαλούνται γενικά λόγω της δυνατότητας διαφυγής από τις εκτροφές των «βελτιωμένων» ποικιλιών που χρησιμοποιούνται σε αυτές, λόγω της εισαγωγής στους άγριους πληθυσμούς ξένων ασθενειών ή παρασίτων, κ.α. Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι διαφόρων ειδών. Από τη γενετική ρύπανση λόγω της διαφυγής γενετικά τροποποιημένων ψαριών (κάτι που μέχρι τώρα δεν αποτελεί απειλή για τη Μεσόγειο), έως την γενετική διάβρωση των άγριων ψαριών του ίδιου είδους λόγω διασταύρωσης με τις «βελτιωμένες» ποικιλίες. Αλλά μπορεί να είναι και η κατάρρευση των πληθυσμών άγριων ειδών εξαιτίας της εισαγωγής με τις ιχθυοκαλλιέργειες κάποιας εξωτικής για αυτά ασθένειας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκτροφή τόνου (στη Μεσόγειο υπάρχουν τουλάχιστον 47 τέτοια εκτροφεία) όταν χρησιμοποιούνται ως τροφή ολόκληρα ψάρια από άλλες περιοχές του κόσμου (π.χ. σαρδέλες από το Περού). Στην Αυστραλία η πρακτική αυτή οδήγησε το 1995 και το 1998 στην ολοκληρωτική κατάρρευση των ντόπιων πληθυσμών σαρδέλας λόγω επιδημίας ενός εξωτικού ιού.

Άλλο είναι, όμως, το σημαντικότερο πρόβλημα της υδατοκαλλιέργειας: το γεγονός πως πολλά από τα ευρέως εκτρεφόμενα είδη παγκόσμια είναι σαρκοφάγα, ζώα που στη φύση είναι στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Κι αυτό ισχύει για σχεδόν όλα τα ψάρια που εκτρέφονται στην Ελλάδα! Αυτό σημαίνει ότι για να θρέψουμε κάποιες από τις ιχθυοκαλλιέργειές μας χρησιμοποιούμε αλιευμένα ψάρια -που είτε είναι β’ διαλογής είτε τα έχουμε ψαρέψει επι τούτου για ιχθυοτροφή- τα οποία μετατρέπονται σε ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια. Οι υδατοκαλλιέργειες το 2006 απορρόφησαν το 56% και 87% της παγκόσμιας παραγωγής ιχθυάλευρων και ιχθυελαίων αντίστοιχα, με συνεχώς αυξανόμενες τάσεις.

Οι συνέπειες της κατάστασης αυτής προβληματίζουν έντονα, γιατί είναι προφανές ότι σε κάποιες περιπτώσεις η παραγωγή της υδατοκαλλιέργειας δεν προστίθεται στην παγκόσμια παραγωγή ψαριών, αλλά της αφαιρεί! Και μάλιστα μπορεί να της αφαιρεί σημαντικές ποσότητες, αφού για παράδειγμα έχει υπολογιστεί πως για την παραγωγή 1 κιλού θαλασσινού ψαριού ιχθυοκαλλιέργειας μπορεί να απαιτούνται μέχρι και 5 κιλά άγριων ψαριών.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο κλάδος των υδατοκαλλιεργειών: πως θα μειώσει τη συμμετοχή στις ιχθυοτροφές των πρώτων υλών που προέρχονται από ψάρια. Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι στη μετατρεψιμότητα των ιχθυοτροφών και στη χρήση πρώτων υλών φυτικής προέλευσης. Όμως το πρόβλημα δεν έχει λυθεί στο σύνολό του και ίσως αποτελεί το όριο της ανάπτυξης των ιχθυοκαλλιεργειών με τη μορφή που έχουν σήμερα.

Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο, που πρέπει κι αυτό να το «χωνέψουμε»: παρόλα τα παραπάνω περιβαλλοντικά προβλήματα των υδατοκαλλιεργειών, αυτές παραμένουν περιβαλλοντικά πιο θεμιτές από την ανεξέλεγκτη υπεραλίευση των άγριων ψαριών των ωκεανών και την ολοκληρωτική καταστροφή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Όμως όλα τα παραπάνω –κι άλλα για τα οποία συχνά άδικα κατηγορούνται οι υδατοκαλλιέργειες– έχουν συντείνει ώστε τα τελευταία χρόνια να έχει μειωθεί η αύξηση της παραγωγής προϊόντων υδατοκαλλιέργειας και να έχει σταθεροποιηθεί η παγκόσμια κατά κεφαλήν παραγωγή.

Άλλωστε πολλά από τα προβλήματα μπορεί να λύνονται με επιλογές όπως η βιολογική ιχθυοκαλλιέργεια, η παραδοσιακή εκτατική εκτροφή ή η εκτροφή κατά προτεραιότητα φυτοφάγων ειδών. Είναι όμως σίγουρο πως δεν μπορούμε να αυξάνουμε την κατανάλωσή μας για πάντα. Και πως αν θέλουμε στο μέλλον να τρώμε ψαρικά, αργά η γρήγορα θα χρειαστεί να αποδεχθούμε πως αυτά της ιχθυοκαλλιέργειας είναι καλύτερα από τα άγρια. Αν μη τι άλλο, είναι καλύτερο για τα άγρια...

Πιθανά highlights:

Εμείς, η γη και τα ψάρια της, είμαστε όλα όντα πεπερασμένα. Οι άνθρωποι είναι οι μόνοι που διαρκώς αυξάνονται. Τα «άγρια» ζώα της θάλασσας και των ωκεανών σίγουρα δεν αυξάνονται σε αριθμούς.

Στη φύση τίποτα δεν αυξάνεται ες αεί. Η αύξηση του ενός προκαλεί συχνά τη μείωση άλλων. Και με τις υδατοκαλλιέργειες το ίδιο ισχύει: έχουν κι αυτές –όσο χρήσιμες κι αν είναι– κάποιες επιπτώσεις, έχουν προφανώς κι αυτές το όριό τους.

Όταν η ιχθυοκαλλιέργεια υποκαθιστά το ψάρεμα, σε ποιόν ανήκουνε τα ψάρια;

Η Ποσειδωνία, τα γνωστά μας «φύκια» είναι ένα πολύ ευαίσθητο θαλάσσιο φυτό που βρίσκεται αποκλειστικά στη Μεσόγειο. Τα λιβάδια της παίζουν σημαντικό οικολογικό ρόλο στις παράλιες περιοχές. Αλλά όταν οι ιχθυοκαλλιέργειες βρίσκονται πολύ κοντά τους, συχνά τα καταστρέφουν.

Στην Αυστραλία, το τάισμα του εκτρεφόμενου τόνου με ολόκληρα ψάρια οδήγησε στην ολοκληρωτική κατάρρευση των ντόπιων πληθυσμών σαρδέλας.

Πολλά από τα εκτρεφόμενα είδη υδατοκαλλιέργειας είναι σαρκοφάγα, ζώα που στη φύση είναι στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις η παραγωγή της υδατοκαλλιέργειας δεν προστίθεται στην παγκόσμια παραγωγή ψαριών, αλλά της αφαιρεί!

Παρόλα τα περιβαλλοντικά προβλήματα των υδατοκαλλιεργειών, αυτές παραμένουν περιβαλλοντικά πιο θεμιτές από την ανεξέλεγκτη υπεραλίευση των άγριων ψαριών των ωκεανών.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & Διατροφή, Τεύχος 39 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ/ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2009, 30 - 31

  • Μιχάλης Αναστασιάδης
×
×