Λεξικό Διατροφής

Βιταμίνη D

12 Απριλίου 2018
3975 Προβολές
5 λεπτά να διαβαστεί
phges trofima ths vitaminis d

Photo source: www.bigstockphoto.com

Η βιταμίνη D, γνωστή και ως ‘βιταμίνη της ηλιοφάνειας’, ανήκει στην ομάδα των λιποδιαλυτών βιταμινών και είναι απαραίτητη για την διατήρηση της ομοιόστασης του ασβεστίου και του φωσφόρου στο έντερο και στα οστά. Στην πραγματικότητα η βιταμίνη D συμπεριφέρεται  ως ορμόνη,  λόγω των ενδοκρινικών της δράσεων  με κύριο στόχο την προστασία του μυοσκελετικού συστήματος. Η έλλειψή της προκαλεί διαταραχές των οστών όπως ραχίτιδα στα παιδιά και οστεοπόρωση στους ενήλικες. Λόγω της ύπαρξης υποδοχέων της βιταμίνης D σε όλους σχεδόν τους ιστούς και τα κύτταρα, η βιταμίνη D συμμετέχει σε ποικίλες λειτουργίες του οργανισμού.

Τα τελευταία χρόνια η εν λόγω βιταμίνη έχει συγκεντρώσει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον καθώς ανακύπτουν συνεχώς νέα δεδομένα σχετικά με τον ρόλο της στην συνολική υγεία

Ποιες είναι οι πηγές της;

Η βιταμίνη D είναι ένα σύμπλεγμα δύο βιταμινών,  της εργοκαλσιφερόλης (D2)  η οποία ανευρίσκεται σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης (π.χ. ζυμομύκητες και μανιτάρια) και της χοληκαλσιφερόλης (D3) η οποία λαμβάνεται από τις ζωικές τροφές και σχηματίζεται στο δέρμα υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας (UVB). Οι τροφές με την μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε βιταμίνη D είναι:

  • τα λιπαρά ψάρια (π.χ. σολομός, σκουμπρί, σαρδέλες),
  • ο κρόκος του αυγού
  • εμπλουτισμένα τρόφιμα όπως η φυτική μαργαρίνh, το γάλα, ο χυμός πορτοκαλιού, τα δημητριακά και κάποια αρτοσκευάσματα.

Η ενδογενής σύνθεση της βιταμίνης D επηρεάζεται από διάφορους  παράγοντες όπως η χροιά του δέρματος, η χρήση αντηλιακών, η διάρκεια έκθεσης στο ηλιακό φως, η εποχή του χρόνου, το γεωγραφικό πλάτος του κάθε τόπου, το κλίμα, η ενδυμασία, η ηλικία και το σωματικό βάρος.

Το 90% της βιταμίνης D προέρχεται από την έκθεση του δέρματος στον ήλιο ενώ το υπόλοιπο 10% λαμβάνεται μέσω της διατροφής ή με τη μορφή διατροφικών συμπληρωμάτων

Ποια είναι η ημερήσια συνιστώμενη πρόσληψη;

Με βάση τις νεότερες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EFSA) η ημερήσια συνιστώμενη πρόσληψη βιταμίνης D καθορίζεται στις 400IU (International Units - Διεθνείς Μονάδες) ή στα 10μg για τα βρέφη 7-11 μηνών και στις 600IU (15μg) για τα άτομα ηλικίας ενός έτους και άνω συμπεριλαμβανομένων των εγκύων και των θηλαζουσών. Ωστόσο, το Ινστιτούτο Ιατρικής των ΗΠΑ συστήνει την πρόσληψη των 800IU (20μg) για τα άτομα ηλικίας 71 ετών και άνω.

Τι ορίζεται ως ανεπάρκεια;

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ενδοκρινολογική Εταιρεία, επαρκείς θεωρούνται οι ποσότητες της 25(ΟΗ)D (δείκτης αποθηκευμένων ποσοτήτων της βιταμίνης στον οργανισμό) πάνω από 30 ng/ml. Ως ‘σχετική ανεπάρκεια’ ορίζονται τα επίπεδα από 20 έως 30 ng/ml. Ως ‘έλλειψη’ ορίζονται οι συγκεντρώσεις κάτω από 20 ng/ml, ενώ ως ‘σοβαρή έλλειψη’ χαρακτηρίζονται εκείνες που είναι μικρότερες από 10 ng/ml.

Υπάρχουν συμπτώματα;

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα που σχετίζονται με την έλλειψη βιταμίνης D περιλαμβάνουν μυϊκή αδυναμία, πόνο στα οστά και κόπωση. Η υπερβιταμίνωση είναι σχετικά σπάνια, ωστόσο παρατηρείται με συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από 500 nmol/l και μπορεί να εμφανιστεί όταν η πρόσληψη βιταμίνης D ξεπερνά τις 10.000 IU/ημέρα. Εκδηλώνεται με ναυτία, ανορεξία, δυσκοιλιότητα, απώλεια βάρους, αδυναμία και αυξημένα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου στο αίμα.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια ηλιόλουστη χώρα φαίνεται ότι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού δεν εξασφαλίζει τη συνιστώμενη ποσότητα βιταμίνης D

Σε σχετικά πρόσφατη μελέτη στην οποία συμμετείχαν 840 υγιείς γυναίκες ηλικίας 20-86 ετών από  αστικές και αγροτικές περιοχές της Ελλάδας διαπιστώθηκε ότι το 88% είχαν τιμές βιταμίνης D χαμηλότερες των 30ng/ml, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για λήψη μέτρων.

Σε ποιούς παράγοντες οφείλεται αυτή η έλλειψη;

  • Οι αυστηρές ιατρικές συστάσεις για αποφυγή της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία στο πλαίσιο πρόληψης του καρκίνου του δέρματος.
  • Η χρήση αντηλιακών με υψηλό δείκτη προστασίας (άνω του 30) η οποία εμποδίζει τον σχηματισμό της βιταμίνης στο δέρμα.
  • Το γεωγραφικό πλάτος της Ελλάδας (35ο – 40ο) το οποίο δεν επιτρέπει την επαρκή σύνθεση της βιταμίνης, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια του χειμώνα.
  • Η ατμοσφαιρική ρύπανση η οποία λειτουργεί ως φίλτρο κατά της ηλιακής ακτινοβολίας.
  • Το ελαιόλαδο ως βασική πηγή λίπους το οποίο όμως δεν περιέχει βιταμίνη D.
  • Το σκούρο δέρμα των λαών της Μεσογείου το οποίο εμποδίζει την σύνθεση βιταμίνης D.
  • Η μειωμένη ικανότητα ενδογενούς παραγωγής βιταμίνης D με την αύξηση της ηλικίας.
  • Η παραμονή σε κλειστούς χώρους για μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. για λόγους εργασίας ή νοσηλείας).

Ποιές είναι οι επιπτώσεις στην υγεία από την έλλειψη της βιταμίνης;

Η υψηλή επικράτηση ανεπάρκειας βιταμίνης D αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα δημόσιας υγείας, καθώς η υποβιταμίνωση D θεωρείται ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για θνησιμότητα στον γενικό πληθυσμό. Η σοβαρή έλλειψη της βιταμίνης D προκαλεί μείωση της εναπόθεσης ασβεστίου και μετάλλων στα οστά με αποτέλεσμα την εμφάνιση ραχίτιδας στα παιδιά και οστεομαλάκυνσης στους ενήλικες. Επιπλέον,  η μείωση των επιπέδων βιταμίνης D προκαλεί αύξηση της παραθορμόνης (PTH), ορμόνης του παραθυρεοειδή αδένα (δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός), η οποία μακροπρόθεσμα οδηγεί σε οστεοπόρωση και αύξηση της συχνότητας των καταγμάτων.

Πλήθος μελετών έχουν συνδέσει την έλλειψη της βιταμίνης με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας και ο διαβήτης τύπου Ι. Ακόμη, τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D φαίνεται να σχετίζονται με καρδιαγγειακά νοσήματα και   κάποιες μορφές καρκίνου όπως του εντέρου και του μαστού, καθιστώντας αντιληπτό πως η εν λόγω βιταμίνη δεν είναι απαραίτητη μόνο για την προαγωγή της σκελετικής υγείας.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από έλλειψη της βιταμίνης D;

Τα βρέφη που θηλάζουν

Το μητρικό γάλα δεν μπορεί να καλύψει επαρκώς τις ημερήσιες ανάγκες του βρέφους σε βιταμίνη D καθώς περιέχει πολύ μικρές ποσότητες (<25IU/lt – 78IU/lt). Συνεπώς, η συγκέντρωση της βιταμίνης D στο μητρικό γάλα εξαρτάται από την κατάσταση θρέψης της μητέρας. Οι θηλάζουσες μητέρες που  λαμβάνουν βιταμίνη D μέσω διαιτητικών συμπληρωμάτων παράγουν γάλα με υψηλότερη περιεκτικότητα σε βιταμίνη D. Η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρεία συστήνει τη χορήγηση 400IU ημερησίως σε βρέφη αποκλειστικού η μερικού θηλασμού.

Άτομα προχωρημένης ηλικίας

Η ικανότητα ενδογενούς παραγωγής βιταμίνης D υπό την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας ελαττώνεται με την ηλικία. Τα ηλικιωμένα άτομα που είναι κλεισμένα στο σπίτι καθώς και εκείνα που ζουν σε γηροκομεία ή νοσηλεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας της βιταμίνης.

Άτομα με περιορισμένη έκθεση στο φως του ήλιου

Οι εργαζόμενοι σε κλειστούς χώρους, οι άνθρωποι που ζουν σε ιδρύματα καθώς και τα άτομα που καλύπτουν μεγάλο μέρος του δέρματός τους για θρησκευτικούς λόγους, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να παρουσιάσουν ανεπάρκεια της βιταμίνης.

Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική νόσο

Η βιταμίνη D μεταβολίζεται πρώτα στο ήπαρ και στη συνέχεια στα νεφρά όπου μετατρέπεται στην δραστική της μορφή. Τα άτομα με ηπατικές και νεφρικές παθήσεις έχουν μειωμένη ικανότητα μετατροπής της βιταμίνης στην ενεργή μορφή της.

Άτομα υπό φαρμακευτική αγωγή

Η μακροχρόνια λήψη γλυκοκορτικοειδών, αντιμυκητιασικών, αντιρετροϊκών και αντιεπιληπτικών φαρμάκων εμποδίζει την απορρόφηση της βιταμίνης D.

Ασθενείς με σύνδρομα δυσαπορρόφησης

Η απορρόφηση της βιταμίνης D απαιτεί την παρουσία λίπους στο έντερο. Συνεπώς τα άτομα με σύνδρομα δυσαπορρόφησης διατροφικού λίπους λόγω παθήσεων του εντέρου (π.χ. κοιλιοκάκη, νόσος του Crohn)  έχουν μειωμένη ικανότητα απορρόφησης της βιταμίνης. Επίσης, μειωμένη ικανότητα απορρόφησης παρουσιάζουν και οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης τμήματος του εντέρου.

Άτομα με σκούρο χρώμα

Τα άτομα με σκούρο χρώμα δέρματος έχουν μειωμένη ικανότητα παραγωγής της βιταμίνης D σε σύγκριση με άτομα με ανοιχτό χρώμα δέρματος. Τα σκουρόχρωμα άτομα παράγουν μεγαλύτερη ποσότητα μελανίνης η οποία εμποδίζει την σύνθεση της βιταμίνης στο δέρμα.

Παχύσαρκα άτομα

Τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα τείνουν να έχουν χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D συγκριτικά με τα άτομα φυσιολογικού βάρους. Η υπερβολική συσσώρευση λίπους δεσμεύει την βιταμίνη D στα λιποκύτταρα μειώνοντας τη βιοδιαθεσιμότητα της και εμποδίζοντας την απελευθέρωση της στο αίμα.

Πώς μπορεί να προληφθεί η ανεπάρκεια της βιταμίνης D;

Οι ομάδες υψηλού κινδύνου θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανή ανεπάρκεια βιταμίνης D, τα επίπεδα της οποίας εκτιμώνται βάσει της συγκέντρωσης της 25(OH)D στο αίμα. Η βιταμίνη D μπορεί να προσληφθεί από τον οργανισμό  μέσω της διατροφής και μετά από έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. Όταν η έκθεση στον ήλιο δεν είναι δυνατή, η πρόσληψη της βιταμίνης μέσω της διατροφής αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Ωστόσο, φαίνεται ότι η διατροφή δεν μπορεί να καλύψει επαρκώς τις ημερήσιες ανάγκες σε βιταμίνη D καθώς η ποικιλία των τροφών που την περιέχουν είναι περιορισμένη.

Παρά το γεγονός ότι σε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες τα τρόφιμα εμπλουτίζονται με βιταμίνη D, η συγκεκριμένη τακτική δεν είναι ακόμα διαδεδομένη στην χώρα μας. Γι’ αυτούς τους λόγους και λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη της εν λόγω βιταμίνης στην Ελλάδα είναι συχνή, τα άτομα που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αλλά και να διατηρήσουν επαρκή τα επίπεδα της βιταμίνης D μέσω ειδικών συμπληρωμάτων διατροφής (ημερησίως ή κατά εναλλακτικά χρονικά διαστήματα) η δοσολογία των οποίων θα πρέπει να καθορίζεται από ιατρό ή εξειδικευμένο διαιτολόγο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ράμμος Γ, Ζιάκκα Σ (2006). ‘Η βιταμίνη D και η συσχέτιση της με την αρτηριακή πίεση’. Ελληνική Νεφρολογία 18(3): 190-199

Κώτσα Κ (2010). ‘Βιταμίνη D και σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2: ανακαλύπτοντας μια παλιά σχέση’. Ελληνικά Διαβητολογικά Χρονικά 23,2: 128-141

EUFIC (2010). ‘Ένα λαμπρό μέλλον για τη βιταμίνη D’. URL: http://www.eufic.org/article/el/nutrition/understanding-food/artid/A-bright-future-for-vitamin-D/

Grigoriou Ε, Trovas G, Dontas I, Papaioannou N, Stathopoulou M, Dedoussis G (2014). ‘Serum 25-hydroxyvitamin D levels of healthy adult women in Greece’. Bone Abstracts 3: PP272

Holick MF, Binkley NC, Bischoff-Ferrari HA, Gordon CM, Hanley DA, Heaney RP, et al (2011). ‘Evaluation, treatment, and prevention of vitamin D deficiency: an Endocrine Society clinical practice guideline’. Endocrine Society. J Clin Endocrinol Metab 96:1911

Γκέλης ΔΝ, Χρηστίδης Θ. ‘Οι σύγχρονες θεραπευτικές εφαρμογές της βιταμίνης D βάσει της αναπροσαρμογής των επιπέδων της στον ορό’. Ωτορινολαρυγγολογική Φαρμακολογία & Συμπληρωματική Ιατρική – Σύγχρονη Ωτορινολαρυγγολογική Ενημέρωση. URL:

http://www.iatrikionline.gr/Syxr_ORL_1_10/02.pdf

EFSA (2016): ‘Scientific Opinion on Dietary Reference Values for vitamin D’. URL: http://www.efsa.europa.eu/sites/default/files/consultation/160321.pdf

Veiga KL, Bolonheis de Campos SM (2014). ‘Vitamin D: A literature review on its effects and relation with the use of sunscreen products’. BJSCR 8, n.1, pp.40-46

Kennel KA, MD, Drake MT, Hurley DL (2010). ‘Vitamin D Deficiency in Adults: When to Test and How to Treat’. Mayo Clin Proc 85(8): 752–758

  • Ευδοκία Σεκλιζιώτη
    Ευδοκία Σεκλιζιώτη Διαιτολόγος-Διατροφολόγος BSc (Hons), MMedSci

    Η Ευδοκία Σεκλιζιώτη είναι Διαιτολόγος-Διατροφολόγος με επιπλέον μεταπτυχιακή εξειδίκευση (MMedSci) στη ‘Διατροφή του Ανθρώπου’. Εργάζεται σε Φαρμακευτική Εταιρεία όπου παρέχει τις υπηρεσίες της σε επίπεδο συμβουλευτικής υποστήριξης και συγγραφής άρθρων.