738
Διατροφή

Τι συμβαίνει στο σώμα μας όταν τρώμε λίπη;

16 Μαρτίου 2012
hamburger onion rings kai thganites patates

Photo source: www.bigstockphoto.com

Είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την καλή υγεία και την ευρωστία μας είναι αυτό που συχνά αναφέρεται ως «ισορροπημένη διατροφή». Δηλαδή, η υιοθέτηση μιας διατροφής που περιλαμβάνει τις κατάλληλες ποσότητες από όλες εκείνες τις ουσίες που είναι απαραίτητες στον ανθρώπινο οργανισμό, για τη σωστή λειτουργία των συστημάτων του. Στις ανεπτυγμένες χώρες, ωστόσο, οι διατροφικές συνήθειες απέχουν μακράν από αυτές που μπορούν να βοηθήσουν στην προαγωγή της υγείας και χαρακτηρίζονται ως «ισορροπημένες».

Για παράδειγμα, τα τελευταία 60 χρόνια στις ΗΠΑ η κατανάλωση λιπαρών κατ’ άτομο έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ και στην Ελλάδα έρευνες έχουν δείξει ότι η διατροφή μας έχει απομακρυνθεί πολύ από αυτό που παραδοσιακά ονομάζεται «Μεσογειακή Διατροφή», αξιολογώντας τις συνήθειές μας με έναν δείκτη μέτριας υιοθέτησής της. Έτσι, παρόλο που κουβαλάμε αυτή την κληρονομιά – που παγκόσμια φέρει τη «σφραγίδα» της υγιεινής διατροφής – οι συνήθειές μας σήμερα απέχουν πολύ από εκείνες των Κρητικών της δεκαετίας του ’60, που φημίζονταν για τη καλή υγεία και μακροζωία τους.

Η αυξημένη κατανάλωση λιπαρών είναι μία μόνο από τις «κακές» διατροφικές συνήθειες που επιβαρύνουν τον οργανισμό, είναι όμως πολύ σημαντική. Έχει επανειλημμένα συνδεθεί με την παχυσαρκία, το μεταβολικό σύνδρομο, τα καρδιαγγειακά και άλλες σχετικές νόσους. Οι επιπτώσεις αυτές που μόλις αναφέραμε, όμως, είναι «σιωπηλές» και βραδέως εξελισσόμενες και γίνονται αντιληπτές συνήθως μετά από χρόνια.

Το ερώτημα που μπορεί εύλογα να δημιουργηθεί είναι τι συμβαίνει άμεσα στον οργανισμό μας όταν καταναλώσουμε ένα γεύμα με πολλά λιπαρά, ώστε αργότερα να οδηγηθεί στις γνωστές παθογόνες καταστάσεις;

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να έχουμε υπόψη δύο πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία:

  • Η υπερλιπιδαιμία (αυξημένα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα), που προκαλείται μετά την κατανάλωση ενός γεύματος πλούσιου σε λιπαρά, είναι μια κατάσταση που χρειάζεται πολλές ώρες (5-8) για να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα – για να «καθαρίσει» δηλαδή το αίμα από την περίσσεια λιπιδίων.
  • Η συχνότητα κατανάλωσης γευμάτων για τους περισσότερους ανθρώπους είναι τέτοια, που ο οργανισμός βρίσκεται τις περισσότερες ώρες της ημέρας σε μεταγευματικό στάδιο.

Για αυτόν τον λόγο, στο στάδιο αυτό (δηλαδή τις πρώτες ώρες μετά την κατανάλωση ενός γεύματος), τόσο οι μεταβολικές αντιδράσεις που γίνονται, όσο και η παρουσία παραγόντων φλεγμονής στο αίμα (ορισμένες ορμόνες και λιποπρωτεΐνες), είναι υψίστης σημασίας για την πορεία της υγείας του ατόμου.

Παρόλο που τα πορίσματα των μελετών είναι κάποιες φορές διχαστικά, γιατί οι μηχανισμοί μεταβολισμού δεν είναι απόλυτα γνωστοί μέχρι σήμερα, σημαντικός αριθμός ερευνών έχει καταλήξει ότι οι κυριότερες οξείες επιδράσεις της κατανάλωσης αυξημένης ποσότητας λιπαρών, είναι οι ακόλουθες. Έτσι:

  • Αυξάνονται τα τριγλυκερίδια, η ελεύθερη χοληστερόλη και οι λιποπρωτεΐνες (τόσο τα χυλόμικρα όσο και τις LDL και HDL) του αίματος.
  • Μειώνεται ο ρυθμός εκκαθάρισης των τριγλυκεριδίων (που περιέχονται στα χυλόμικρα) στο αίμα από το ήπαρ.
  • Αυξάνεται το οξειδωτικό στρες στο οποίο υπόκειται ο οργανισμός.
  • Καταστρέφεται η λειτουργία του ενδοθηλίου των αγγείων.
  • Προάγεται τόσο η ινωδόλυση, όσο και η δράση ορισμένων παραγόντων της πήξης του αίματος.
  • Μειώνεται η αγγειοδιαστολή (που συμβάλλει στη διατήρηση αυξημένης αρτηριακής πίεσης)
  • Επηρεάζεται η έκκριση ινκρετινών, ορμονών που σχετίζονται με την απελευθέρωση ινσουλίνης από το πάγκρεας (φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί μετά από ιδιαιτέρως λιπαρά γεύματα).

Συνοψίζοντας, η αύξηση των τριγλυκεριδίων και των οξειδωμένων λιπιδίων που παρατηρείται στο αίμα μεταγευματικά διεγείρει το οξειδωτικό στρες, καταστρέφει τη λειτουργία του ενδοθηλίου των αγγείων και αυξάνει την κυκλοφορία φλεγμονωδών παραγόντων. Αυτές οι επιδράσεις φαίνεται πως είναι πιο έντονες στους διαβητικούς ασθενείς και στα παχύσαρκα άτομα, και μακροπρόθεσμα –όπως είπαμε και νωρίτερα- οδηγούν σε αθηροσκλήρωση και άλλες σχετικές νόσους.

Απ’ την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι υπάρχουν δεδομένα που συσχετίζουν ορισμένους τύπους λιπαρών περισσότερο από άλλους με το οξειδωτικό στρες. Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να δοθεί έμφαση, τόσο στην ποσότητα, όσο και στη σύσταση των γευμάτων.

Έτσι, γενικά, τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα φαίνεται να έχουν ένα περισσότερο καρδιοπροστατευτικό προφίλ δράσης ακόμα και βραχυπρόθεσμα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα πολυακόρεστα που, βραχυπρόθεσμα, επιτείνουν το οξειδωτικό στρες, καθώς είναι πιο ευάλωτα στην οξείδωση. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για τα κορεσμένα (αν και η πηγή προέλευσής τους μάλλον παίζει ρόλο στην απόκρισή τους στην οξείδωση).

Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι κάποιοι παράγοντες μπορεί να έχουν αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα μακροπρόθεσμα, παρά τη φαινομενικά οξειδωτική αντίδρασή τους μεταγευματικά, όπως τα ω-3 λιπαρά οξέα. Ένα παρόμοιο φαινόμενο έχει παρατηρηθεί και με τις οξείες επιδράσεις της σωματικής δραστηριότητας στη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες.

Τέλος, η ύπαρξη αντιοξειδωτικών ουσιών, όπως οι λιποδιαλυτές βιταμίνες, μπορούν να περιορίσουν ή/και να εξαλείψουν τους παράγοντες φλεγμονής που παρουσιάζονταν λόγω της παρατηρούμενης υπερλιπιδαιμίας. Επειδή, λοιπόν η διατροφή μας είναι σύνθετη, δεν μπορούμε πάντα να προβλέψουμε την αντίδραση του οργανισμού μας σε θεωρητικά προβλεπόμενες οξειδωτικές καταστάσεις. Σίγουρα, πάντως, το επαναλαμβανόμενο οξύ στρες που προκαλείται μετά από συστηματική κατανάλωση μεγάλων ή/και λιπαρών γευμάτων πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε οξεία καρδιακά επεισόδια ή να προάγει περαιτέρω την έκβαση της αθηροσκλήρωσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Esposito K, Nappo F, Giugliano F, Giugliano G, Marfella R, Giugliano D, Effect of dietary antioxidants on postprandial endothelial dysfunction induced by a high-fat meal in healthy subjects. Am J Clin Nutr, 2003; 77: 139–43D

Peairs A, Rankin JW, Lee YW, Effects of acute ingestion of different fats on oxidative stress and inflammation in overweight and obese adults, Nutrition Journal, 2011, 10: 122

Dubois C, Beaumier G, Juhel C, Armand M, Portugal H, Pauli A-M, Borel P, Latgé C, Lairon D, Effects of graded amounts (0–50 g) of dietary fat on postprandial lipemia and lipoproteins in normolipidemic adults. Am J Clin Nutr, 1998; 67: 31–8

Thomsen C, Rasmussen O, Lousen T, Holst JJ, Fenselau S, Schrezenmeir J, Hermansen K, Differential effects of saturated and monounsaturated fatty acids on postprandial lipemia and incretin responses in healthy subjects. Am J Clin Nutr, 1999; 69: 1135–43

Larsen LF, Bladbjerg E-M, Jespersen J, Marckmann P, Effects of Dietary Fat Quality and Quantity on Postprandial Activation of Blood Coagulation Factor VII. Arteriosclerosis, Thrombosis, and Vascular Biology. 1997; 17: 2904-2909

Sies H, Stahl W, Sevanian A, Nutritional, Dietary and Postprandial Oxidative Stress. Nutrition Journal, 2005; 135: 969-972

USDA, Agriculture Fact Book, Chapter 2: Profiling Food Consumption in America, 2001-2002, ISBN 001-000-04709-4

Tzima N, Pitsavos C, Panagiotakos DP, Chrysohoou C, Polychronopoulos E, Skoumas J, Stefanadis C, Adherence to the Mediterranean diet moderates the association of aminotransferases with the prevalence of the metabolic syndrome: the ATTICA study. Nutrition & Metabolism 2009, 6:30

  • Μαίρη Μιχελή Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, MSc

    Η Μαίρη Μιχελή είναι διαιτολόγος - διατροφολόγος, απόφοιτος του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακή ειδίκευση (MSc) στη Δημόσια Υγεία, ακολουθώντας την κατεύθυνση των Χρόνιων Νοσημάτων και Συμπεριφορών Υγείας. Επιπλέον, έχει καταρτιστεί στην κλινική διαιτολογία, σε δημόσια νοσοκομεία του νομού Αττικής (Γενικό Κρατικό Γ. Γεννηματάς, Σωτηρία, ΚΑΤ, Παίδων «Αγία Σοφία», Τζάνειο).

×
×