746
Διαβήτης

Η σημασία του ασβεστίου και της βιταμίνης D στο διαβήτη τύπου 2

01 Μαρτίου 2015

Ο διαβήτης τύπου 2 συσχετίζεται με σημαντικά ποσοστά θνησιμότητας και η επίπτωση της νόσου βαίνει συνεχώς αυξανόμενη κάθε χρόνο, ιδιαίτερα στα αναπτυγμένα κράτη, λόγω του Δυτικού τρόπου ζωής. Αν και οι θεραπευτικές μέθοδοι για τον διαβήτη τύπου 2 έχουν βελτιωθεί, οι προληπτικές προσεγγίσεις είναι προτιμότερες. Υπάρχουν επιδημιολογικά στοιχεία που δείχνουν ότι εννέα στις δέκα περιπτώσεις διαβήτη τύπου 2 μπορούν να αποδοθούν σε τροποποιήσιμους παράγοντες του καθημερινού τρόπου ζωής, ο κυριότερους από τους οποίους είναι το αυξημένο σωματικό βάρος. Εκτός από το σωματικό βάρος, είναι ανάγκη να προσδιορίσουμε και άλλες παραμέτρους που θα μπορούσαν να δράσουν προληπτικά στην αντιμετώπιση της νόσου. Ολοένα αυξανόμενα είναι τα στοιχεία που δείχνουν ότι το ασβέστιο και η βιταμίνη D  μπορούν να δράσουν ως τροποποιητές του κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2. O ρόλος της βιταμίνης D στο διαβήτη τύπου 2 αποδεικνύεται από μελέτες που δείχνουν ότι χαμηλά επίπεδα της στον ορό σχετίζονται με μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, αντίσταση στην ινσουλίνη, μεταβολικό σύνδρομο και διαβήτη. Παρατηρείται επίσης εποχιακή διακύμανση των επιπέδων γλυκόζης σε ασθενείς με τη νόσο, οι οποίοι έχουν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν η ηλιακή ακτινοβολία είναι λιγότερη και συντίθενται έτσι μικρότερα ποσά βιταμίνης D. 

Ο ρόλος του ασβεστίου στην ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2 φαίνεται να υφίσταται έμμεσα, καθώς υψηλή πρόσληψη ασβεστίου φαίνεται να σχετίζεται αντιστρόφως ανάλογα με το σωματικό βάρος, με το λιπώδη ιστό και την παχυσαρκία. Επίσης, η πρόσληψη ασβεστίου βρέθηκε να είναι μικρότερη σε ασθενείς με διαβήτη σε σχέση με υγιείς μάρτυρες. Ακόμη, χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου έχει βρεθεί να σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση διαβήτη τύπου 2 καθώς και μεταβολικού συνδρόμου. Άτομα με αυξημένη ημερήσια πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων  παρουσιάζουν μειωμένη επίπτωση διαβήτη τύπου 2 ή μεταβολικού συνδρόμου. 

Μηχανισμοί Ca - Βιταμίνης D

Oι πιθανοί μηχανισμοί που ερμηνεύουν τη συμμετοχή του ασβεστίου και της βιταμίνης D στην εξέλιξη του διαβήτη τύπου 2 σχετίζονται με τις εξής τρεις παραμέτρους, όπως φαίνεται από κλινικές μελέτες:

  • Τη λειτουργία των β-κυττάρων του παγκρέατος
  • Τη φλεγμονή
  • Την αντίσταση στην ινσουλίνη

Βασικές πηγές βιταμίνης D είναι τα λιπαρά ψάρια, το αυγό, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το βούτυρο. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η βιταμίνη αυτή συντίθεται και με την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. Το ασβέστιο προσλαμβάνεται τόσο από τα γαλακτοκομικά προϊόντα, όσο και από τροφές όπως τα αμύγδαλα, τα μικρά ψάρια, το σολομό, τη σόγια, το μπρόκολο, το κουνουπίδι, τις μπάμιες, το λάχανο κ.α. Η απορρόφηση του ασβεστίου αυξάνεται από τα τρόφιμα όταν η διατροφή είναι επαρκής και σε βιταμίνη D.

Η συνδυασμένη χορήγηση 500 mg ασβεστίου και 700 IU  βιταμίνης D καθημερινά φαίνεται από μελέτες ότι προλαμβάνει την αύξηση της γλυκόζης του πλάσματος και την αντίσταση στην ινσουλίνη σε μη διαβητικά άτομα με ανώμαλη όμως γλυκόζη νηστείας, ενώ δεν φάνηκε να επηρεάζει άτομα με φυσιολογική γλυκόζη νηστείας. Στοιχεία από μελέτες παρέμβασης έχουν δείξει ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D σε πρώιμο στάδιο εξέλιξης του διαβήτη μπορεί να δράσει ευεργετικά, καθυστερώντας την εξέλιξη της κατάστασης σε κλινικά εμφανή διαβήτη τύπου 2,  ενώ συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου φαίνεται να έχει ουδέτερη επίδραση στον διαβήτη τύπου 2.

Συμπερασματικά, η δράση του ασβεστίου και της βιταμίνης D επεκτείνεται και σε καταστάσεις πέραν των ήδη αναγνωρισμένων, όπως είναι ο διαβήτης. Οι ενδείξεις όσον αφορά στην πρόληψη είναι αρκετά ενθαρρυντικές και τα δεδομένα συνεχώς ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται. Ενδεχομένως, μελλοντικά να μπορούμε να μιλήσουμε με μεγαλύτερη σιγουριά για μία βάσιμη προληπτική πρακτική που θα προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες. Με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία πάντως, διατροφή φτωχή σε ασβέστιο και βιταμίνη D μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την πορεία του διαβήτη τύπου 2.

  • Αβραάμ Κάζης Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, M.Sc.

    Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13/05/1977. Σπούδασε στο Tμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε στις 07/2001 με βαθμό 8,3. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην κατεύθυνση Κλινικής Διαιτολογίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου στις 10/2003, με βαθμό 8,8. Η πρακτική του άσκηση έγινε στα εξής νοσοκομεία των Αθηνών: Σισμανόγλειο, Ερυθρός Σταυρός, Γεννηματάς, Λαικό, Παίδων Αγία Σοφία και Παίδων Αγλαία Κυριακού.

×

×