738
Διατροφή

Πώς θα μπορούσαν να αποφευχθούν τα διατροφικά σκάνδαλα;

04 Αυγούστου 2011
της Έυας Τσακμάκη
Πώς θα μπορούσαν να αποφευχθούν τα διατροφικά σκάνδαλα;

Photo source: www.bigstockphoto.com

Τα τελευταία χρόνια, έχει προκληθεί στους καταναλωτές έλλειψη εμπιστοσύνης, σε μεγάλο βαθμό, τόσο προς τα ερευνητικά ιδρύματα και τους κρατικούς φορείς ελέγχου, όσο και προς τη βιομηχανία τροφίμων, αφού έχουν καταγραφεί πληθώρα διατροφικών σκανδάλων.

Έτσι, είναι γνωστά σε όλους μας τα διατροφικά σκάνδαλα για τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια (τρελές αγελάδες), τις διοξίνες στα πουλερικά, τη μελαμίνη στο γάλα, τα ορυκτέλαια στο ηλιέλαιο, τη διοξίνη σε αυγά, πουλερικά και χοιρινά και φυσικά το πιο πρόσφατο με το αιμορραγικό στέλεχος του κολοβακτηριδίου E. Coli στα αγγουράκια. Όλα τα παραπάνω δείχνουν, ότι χρειάζεται κάποια ενίσχυση, αφενός των αυτοελέγχων της βιομηχανίας κι αφετέρου των συστημάτων ελέγχου που διαθέτει ήδη η πολιτεία.

Στη Λευκή Βίβλο για την ασφάλεια των τροφίμων, η οποία θεσπίστηκε τον Ιανουάριο του 2000, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «Μια επιτυχημένη πολιτική τροφίμων απαιτεί την ιχνηλασιμότητα των τροφίμων, των ζωοτροφών και των συστατικών τους. Για να διευκολυνθεί η ιχνηλασιμότητα πρέπει να εισαχθούν οι κατάλληλες διαδικασίες». Δύο χρόνια αργότερα, δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002, που είναι γνωστός ως "Γενικός Νόμος Τροφίμων". Μεταξύ άλλων, στον κανονισμό, δίνεται ο ορισμός και οι γενικές κατευθύνσεις για την υποχρεωτική εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας, σε όλη την αλυσίδα των τροφίμων και των ζωοτροφών. Αλλά τι είναι ιχνηλασιμότητα τελικά;

Ως ιχνηλασιμότητα (traceability) ορίζεται «η δυνατότητα ιχνηλάτισης του ιστορικού, της εφαρμογής ή της θέσης αυτού που είναι υπό εξέταση, μέσω καταγεγραμμένων αναγνωριστικών στοιχείων.» Η εφαρμογή της προϋποθέτει την ανάπτυξη ενός ολόκληρου συστήματος, δηλαδή ενός μηχανισμού καταγραφής και διατήρησης όλων των πληροφοριών που αφορούν στη διαδρομή που ακολούθησε μια συγκεκριμένη μονάδα ή παρτίδα ενός προϊόντος ή συστατικού από τον αρχικό προμηθευτή έως τον τελικό καταναλωτή.

Με απλά λόγια, ένα τέτοιο σύστημα έχει μια ολοκληρωμένη λογική από τον καταναλωτή έως τον παραγωγό ή, ακολουθώντας το αντίθετο μονοπάτι, από τον παραγωγό στον καταναλωτή. Όταν αυτό το οποίο εξετάζεται είναι προϊόν, η ιχνηλασιμότητα σχετίζεται με: την προέλευση των πρώτων υλών (παραγωγός), το ιστορικό της κατεργασίας (βιομηχανία), τη διανομή και τη θέση του προϊόντος μετά την παράδοση (λιανεμπόριο-καταναλωτής).

Έτσι, μία επιχείρηση που πρόκειται να εφαρμόσει ένα τέτοιο σύστημα, θα πρέπει πρώτα απ' όλα να θέσει τους στόχους της δικής της ιχνηλασιμότητας. Το είδος και το εύρος των πληροφοριών θα διαφέρουν ανάλογα με τους στόχους και επιπλέον θα εξαρτώνται και από άλλους παράγοντες όπως: τη φύση του προϊόντος, τις αγροτικές και βιομηχανικές πρακτικές, τις προδιαγραφές που θέτει ο πελάτης και τις απαιτήσεις της νομοθεσίας και των προτύπων.

Σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτικοί οι στόχοι που θέτει η νομοθεσία, ενώ η κάθε επιχείρηση θέτει επιπλέον στόχους που θα εξυπηρετούν την ίδια. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προσδιορίσει το είδος των πληροφοριών που θα συλλέγει, που συνήθως αφορούν τρία πεδία: στοιχεία που αφορούν τους προμηθευτές, στοιχεία που αφορούν τους πελάτες, και στοιχεία που αφορούν την παραγωγική διαδικασία. Παράλληλα θα πρέπει να αναπτύξει ένα σύστημα καταγραφής και διατήρησης όλων αυτών των πληροφοριών. Τέλος, θα πρέπει να υπάρχει περιοδική αξιολόγηση του συστήματος, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων. Όλα αυτά εξαρτώνται, πέρα από αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, και από το μέγεθος της επιχείρησης, καθώς και από το σύστημα διαχείρισης που ήδη διαθέτει.

Εάν όλες οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην αλυσίδα παραγωγής και διακίνησης ενός προϊόντος εφαρμόσουν ένα σύστημα ιχνηλασιμότητας, τότε αποκαθίσταται πλήρης ιχνηλασιμότητα σε όλη την αλυσίδα, από το χωράφι, μέχρι το τραπέζι του καταναλωτή. Μετά δε, την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, η ιχνηλασιμότητα στον κλάδο των τροφίμων είναι πλέον υποχρεωτική στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμπερασματικά, η εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας στον κλάδο των τροφίμων, είναι πλέον υποχρεωτική. Η επιχειρήσεις καλούνται να εφαρμόσουν συστήματα ιχνηλασιμότητας και η πολιτεία καλείται να ελέγξει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με τις απαιτήσεις αυτές. Επιπλέον, όσον αφορά στην ασφάλεια των τροφίμων, ο αντικειμενικός στόχος ενός συστήματος ιχνηλασιμότητας είναι: να ταυτοποιήσει τη συγκεκριμένη «ένοχη» παρτίδα ενός προϊόντος, καθώς και τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του. Και στη συνέχεια, να αναζητήσει την παρτίδα αυτή μέσα στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής, μέχρι τον τελικό καταναλωτή. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιχνηλασιμότητα δεν σχετίζεται μόνο με την ασφάλεια των τροφίμων, αλλά προασπίζει και την ποιότητά τους.

Τελικά, καθώς ο κόσμος φαίνεται να βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής, το ίδιο συμβαίνει με όλα τα σοβαρά θέματα που μας αφορούν, όπως είναι και η ασφάλεια των τροφίμων που καταναλώνουμε. Έτσι, είναι κατανοητό ότι με την απλή εφαρμογή ενός σωστού συστήματος ιχνηλασιμότητας, προβλήματα τέτοιου είδους θα αντιμετωπίζονταν σαφώς πιο έγκαιρα και πιο αποτελεσματικά, και κυρίως με τις μικρότερες δυνατές συνέπειες, πρωτίστως για την υγεία του καταναλωτή, αλλά και για την εικόνα του τομέα της βιομηχανίας τροφίμων και γενικότερα της ασφάλειας των τροφίμων στη χώρα μας.

Συνεπώς, με αυτό τον τρόπο ενδυναμώνονται οι μηχανισμοί ελέγχου της αγοράς. Φυσικά σε όλα αυτά θα βοηθούσε σημαντικά η καλύτερη οργάνωση στους σχετικούς φορείς (υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γενικό Χημείο του Κράτους, υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ.λπ.), καθώς και η επιβολή παραδειγματικών κυρώσεων, σε όσους δε φροντίζουν να τηρούνται οι σχετικοί κανονισμοί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η Ιχνηλασιμότητα στα Τρόφιμα, Τμήμα Τροφίμων Ένωσης Ελλήνων Χημικών, Νοέμβριος 2005

http://www.foodgrade.gr/food-safety-menu/food-safety-articles-menu/52-nutrition-scandals

http://www.directnews.gr/greece/884-2011-01-29-17-15-11.html?

  • Εύα Τσακμάκη Τεχνολόγος Τροφίμων

    Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι πτυχιούχος του τμήματος Τεχνολογίας Τροφίμων, της Σχολής Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής του Τεχνολογικού Ιδρύματος Αθηνών, απ' όπου αποφοίτησε τον Ιούνιο του 2005. Η πτυχιακή της μελέτη ήταν πάνω στις αντιοξειδωτικές ουσίες των τροφίμων και συγκεκριμένα στην επίδραση του αντιοξειδωτικού «Fraission» σε αρτοσκευάσματα.

×
×