Οικογένεια

Αύξηση βάρους κατά την εγκυμοσύνη

03 Νοεμβρίου 2011
1262 Προβολές
4 λεπτά να διαβαστεί
Αύξηση βάρους κατά την εγκυμοσύνη

Photo source: www.bigstockphoto.com

Το βάρος της μητέρας πριν από τη σύλληψη είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για την εξέλιξη του βάρους της εγκύου και για ενδεχόμενες επιπλοκές για τη μητέρα, το έμβρυο και το παιδί που θα γεννηθεί. Τελευταίες έρευνες συμπεραίνουν, ότι η συχνότητα επιπλοκών κατά την εγκυμοσύνη είναι πολύ χαμηλότερη στις έγκυες που είχαν φυσιολογική αύξηση βάρους (κατά ΙΟΜ).

Η ελλιποβαρής γυναίκα έχει μεγαλύτερο κίνδυνο να γεννήσει παιδί με χαμηλότερο σωματικό βάρος από το κανονικό, αναιμία, επιπλοκές κύησης, πρόωρο τοκετό και βρεφικό θάνατο(κυρίως εξαιτίας πρόωρου τοκετού). Αυτός ο κίνδυνος αυξάνεται αν η γυναίκα δεν έχει πάρει τα συνιστώμενα κιλά για τις ανάγκες της εγκυμοσύνης. Για τη μείωση των παραπάνω κινδύνων, συνιστάται στην ελλιποβαρή μητέρα βελτίωση της διατροφής της και του σωματικού της βάρους πριν από τη σύλληψη, αλλά και πρόσληψη του συνιστώμενου βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η υπέρβαρη μητέρα (και κυρίως η παχύσαρκη) βάζει, επίσης, σε κίνδυνο τόσο την υγεία της, όσο και την υγεία του εμβρύου και μακροχρόνια του παιδιού. Εκτός από δυσκολία στην κίνηση και στην αναπνοή, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι στις υπέρβαρες (παχύσαρκες) μητέρες, αυξάνεται ο κίνδυνος νοσηρότητας, τόσο στις ίδιες, όσο και στο έμβρυο. Οι παχύσαρκες μητέρες έχουν υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση υπερτασικών διαταραχών της εγκυμοσύνης, διαβήτη της κύησης, λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, πυελονεφρίτιδας και προεκλαμψίας. Επίσης, πιο συχνά σε παιδιά από παχύσαρκες μητέρες σε σχέση με παιδιά από κανονικού βάρους μητέρες είναι τα εξής προβλήματα: μειωμένος ρυθμός ανάπτυξης του εμβρύου, μακροσωμία, βλάβη στο νευρικό σωλήνα του νεογνού και βρεφικός θάνατος. Στις παχύσαρκες μητέρες απαιτείται επίσης με μεγαλύτερη συχνότητα η πραγματοποίηση καισαρικής τομής, λόγω δυσκολιών κατά τον τοκετό.

Όταν η μητέρα είναι παχύσαρκη (ΒΜΙ>29) και μείνει έγκυος, υπάρχει και ο κίνδυνος πολύ πρόωρου τοκετού (<32 εβδομάδες) και βρεφικού θανάτου, κυρίως αν πρόκειται για την πρώτη εγκυμοσύνη. Εάν η παχύσαρκη έγκυος έχει και άλλα παιδιά, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμβρυϊκού θανάτου, από την 28η εβδομάδα και μετά.

Τα παιδιά από υπέρβαρες μητέρες αργούν να γεννηθούν (ξεπερνούν τις 42 εβδομάδες) και συχνά έχουν βάρος μεγαλύτερο από 4kg. Αυτά τα παιδιά, μακροπρόθεσμα, έχουν αυξημένες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και αν το παιδί γεννηθεί πρόωρο, θα είναι αρκετά ανεπτυγμένο για την ηλικία του.

Παρ’ όλα αυτά, το αδυνάτισμα δεν επιτρέπεται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης διότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος μη επαρκούς πρόσληψης θρεπτικών συστατικών, με επιπτώσεις τόσο για τη μητέρα, όσο και για το έμβρυο. Όταν η μητέρα ακολουθεί υποθερμιδική δίαιτα, μπορεί να προκληθεί καταβολισμός του λιπώδους ιστού και παραγωγή κετόνων στο αίμα της μητέρας. Η παρουσία κετόνων στο αίμα και στα ούρα της μητέρας συνιστά ένδειξη υποσιτισμού. Η μακροχρόνια παραγωγή κετονών στην έγκυο μπορεί να έχει οδηγήσει στη γέννηση παιδιού με διανοητική καθυστέρηση.

Με τη σωστή προετοιμασία πριν από τη σύλληψη, με προσεκτικό προγεννητικό έλεγχο, αύξηση βάρους μέσα στα επιτρεπόμενα όρια κατά την εγκυμοσύνη και μακροχρόνια συχνή παρακολούθηση από ειδικούς, οι παραπάνω κίνδυνοι μπορούν να μειωθούν.

Όλες οι γυναίκες πρέπει να αυξήσουν το βάρος τους στην εγκυμοσύνη, τόσο για τη σωστή ανάπτυξη του βρέφους, όσο και για τη διατήρηση της υγείας τους. Η αύξηση του βάρους της μητέρας στην εγκυμοσύνη σχετίζεται άμεσα με το βάρος του βρέφους κατά τη γέννηση, το οποίο επηρεάζει την υγεία και την ανάπτυξη του παιδιού.

Το συνιστώμενο βάρος που πρέπει να αποκτήσει η μητέρα στην εγκυμοσύνη της εξαρτάται απ΄ το BMI (ΔΜΣ) της εγκύου πριν την κύηση, κατά ΙΟΜ (Institute of Medicine,1990). Ο ρυθμός αύξησης του βάρους είναι σημαντικός για την εκτίμηση των μεταβολών του βάρους κατά την εγκυμοσύνη. Η αύξηση βάρους πρέπει να είναι ελάχιστη κατά το1ο τρίμηνο: 1,5-2kg, διότι οι μεταβολές στο έμβρυο και στους μητρικούς ιστούς είναι μικρές. Κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο η μηνιαία αύξηση βάρους πρέπει να είναι 1,4-1,8kg (κατά ACOG-American College of Obstetricians and Gynecologists).

 

Πίνακας 1: Συνιστώμενη αύξηση βάρους κατά την κύηση σε σχέση με το BMI της γυναίκας πριν την εγκυμοσύνη (IOM 1990)
ΒΜΙ (βάρος/ υψος2) Συνιστώμενη συνολική αύξηση βάρους κατά την κύηση (kg) Αύξηση βάρους το πρώτο τρίμηνο (kg) Αύξηση βάρους / εβδομάδα για το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο (kg)
Χαμηλό (<19,8) 12,5-18 2,3 0,49
.Φυσιολογικό (19,8-26) 11,5-16 1,6 0,44
Υψηλό (>26,9-29) 7-11,5 0,9 0,3
>29 ≥6    

Η κατανομή του αυξημένου βάρους στο τέλος της κύησης σε μία γυναίκα με καλή διατροφική κατάσταση (αύξηση κατά 12,5kg), παρουσιάζεται στον πιο κάτω πίνακα. Λιγότερο απ’ το μισό (40%) του συνολικού προσλαμβανόμενου βάρους αντιστοιχεί στο βάρος του βρέφους, του πλακούντα και του αμνιακού υγρού. Το υπόλοιπο βάρος (60%) υπάρχει λόγω αυξημένου όγκου αίματος και υγρών στο σώμα της μητέρας, ανάπτυξη της μήτρας, των μαστών και των αποθηκών ενέργειας (λίπους).

Πίνακας 2: Κατανομή αύξησης βάρους κατά την εγκυμοσύνη, της τάξεως 12,5 kg σε συσιολογική έγκυο.
Έμβρυο 3400 γρ 27,2 %
Πλακούντας 650 γρ 5,2%
Μήτρα 970 γρ 7,76%
Μαστοί 405 γρ 3,24%
Αμνιακό υγρό 800 γρ 6,4%
Αύξηση όγκου αίματος 1450 γρ 11,6%
Αύξηση μεσοκυττάριου υγρού 1480 γρ 11,84%
Εναπόθεση λίπους 3345 γρ 26,76%

Η αύξηση του ολικού υγρού σώματος είναι μία πολύ σημαντική παράμετρος της αύξησης του βάρους της γυναίκας στην εγκυμοσύνη. Η ολική αύξηση του νερού του σώματος (εξωκυττάριο και ενδοκυττάριο υγρό), κυμαίνεται από 5,7-8,5 l και ισοδυναμεί με το 50-70% της ολικής αύξησης βάρους της γυναίκας. Η υπερβολική αύξηση του βάρους κατά την εγκυμοσύνη, έχει συνέπειες τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί.

Συνέπειες στη μητέρα:

Συσσώρευση λίπους στο σώμα και πιθανή ανάπτυξη κεντρικού τύπου παχυσαρκίας, σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ, στεφανιαίας νόσου και καρκίνου του μαστού μακροχρόνια στη ζωή της γυναίκας, εμφάνιση διαβήτη της κύησης, συνδρόμου τοξιναιμίας και αυξημένη πιθανότητα καισαρικής τομής. Συνέπειες για το παιδί: 2-3 φορές περισσότερες πιθανότητες ενδομήτριου θανάτου, σε σχέση με τα παιδιά από μητέρες φυσιολογικού βάρους. Υπάρχει, επίσης, πιθανότητα διανοητικής καθυστέρησης στο παιδί, μακροσωμίας του νεογνού και τραυματισμού του κατά τον τοκετό.

Όταν η μητέρα δεν παίρνει το συνιστώμενο βάρος κατά την εγκυμοσύνη, το βρέφος μπορεί να ζυγίζει μέχρι και 60% του συνολικού βάρους που παίρνει η μητέρα (ενώ σε μία σωστά διατρεφόμενη μητέρα το βρέφος αντιστοιχεί στο25%), να γεννήσει νεογνό με χαμηλό για το ύψος του βάρους, να είναι πρόωρο αλλά και με μακροχρόνια αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα (11 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να νοσήσουν από λοιμώδεις ασθένειες) και αυξημένες πιθανότητες εμφάνιση υπέρτασης στην παιδική ηλικία. Η μειωμένη πρόσληψη βάρους στην έγκυο μπορεί να προκαλέσει επίσης στο έμβρυο νευρολογικές διαταραχές.

Όσο η έγκυος ξεπερνά το συνιστώμενο βάρος, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος για επιπλοκές. Μια έγκυος που αύξησε το βάρος της κατά 17,9kg- 20,8kg έχει τριπλάσιο κίνδυνο για επιπλοκές, σε σχέση με μια γυναίκα που πήρε στην εγκυμοσύνη της 12,5kg-15,5kg.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Andrew M Prentice and Gail R Goldberg. Energy adaptations in human pregnancy: limits and long-term consequences. Am J Clin Nutr, Vol. 71, No.5, 1226S-1232s,May 2000

Melissa Schorr, Women Should Heed Advised Weight Gain in Pregnancy, Obstetrics and Gynecology, May 2002;99:799-806

Krause’s, Food, Nutrition and Diet Therapy,10th edition,2000 (σελ.167-185)

Abrams B, Altman SL and Pickett KE. Pregnancy weight gain: still controversial. Am J Clin Nutr 2000; 71(suppl):1233S-41S.

Kalhan SC. Protein metabolism in pregnancy. Am J Clin Nutr 2000; 71(suppl): 1243S-55S

Lukaski HC, Siders WA, Nielsen EJ and Hall CB. Total body water in pregnancy: assessment by using bioelectrical impedance. Am J Clin Nutr 1994 apr;69(4):697-704

Baby Center Medical Advisory Board. Nutrition During Pregnancy. March 2002

FAQ: Pregnancy And Nutrition,2000F.Galtier-Dereure, CB and JB. Supplements Obesity and Pregnancy: complications and cost. Am J Clin Nutr, Vol.71, No.5, 1280S-84s, May 2000

Whitney, Cataldo, Rolfes. Understanding Normal and Clinical Nutrition, 5th Edition, 1998(σελ.585-605)

Bonnie S.Worthington-Roberts, Sue Rodwell Williams, Nutrition Throughout the Life Cycle,3rd Edition,1996(σελ.93-157)

  • Χριστίνα Φοντόρ
    Χριστίνα Φοντόρ Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

    H Χριστίνα Φοντόρ πτυχιούχος της Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών, με επιπλέον σπουδές στην Ψυχοσωματική θεραπεία. Διατηρεί Διαιτολογικό Γραφείο στην Αργυρούπολη όπου, καθημερινά, έρχεται σε επαφή με ανθρώπους παρέχοντας τους εξατομικευμένες διατολογικές υπηρεσίες.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.