738
Διατροφή

Κατανάλωση αλκοόλ και διατροφή

01 Μαρτίου 2012
της Σοφίας Βρυώνη
Κατανάλωση αλκοόλ και διατροφή

Photo source: www.bigstockphoto.com

Ανάλογα με την κατανάλωση αλκοόλ, υπάρχουν έντονες διαφοροποιήσεις στις διατροφικές συνήθειες και στην πρόσληψη θρεπτικών ουσιών. Μέρος της επιβλαβούς επίδρασης του αλκοόλ στην υγεία μπορεί να οφείλεται στις λιγότερο υγιεινές διατροφικές συνήθειες των αλκοολικών. Αυτό δείχνει μια σύγχυση στο ρόλο των διατροφικών συνηθειών και την πρόσληψη θρεπτικών ουσιών στη σχέση μεταξύ του αλκοόλ και της υγείας.

Ως αλκοόλη καλούμε κάθε προϊόν ζύμωσης αμύλου και σακχάρων – ένα ωχρό, ευμετάβλητο και εύφλεκτο υγρό, που λειτουργεί κατευναστικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι κύριες διαιτητικές πηγές αλκοόλης είναι η μπύρα, τα αποσταγμένα ποτά (π.χ. ουίσκι, τζιν και βότκα) και το κρασί.

Αποκαλείται μακροθρεπτικό συστατικό και αποδίδει ενέργεια περίπου 7 kcal/ gr. Είναι μη απαραίτητο θρεπτικό συστατικό, μιας και δεν υπάρχει οργανική ανάγκη για την κατανάλωσή του. Οι θερμίδες, επίσης, που περιέχονται στο αλκοόλ είναι «κενές» γιατί δεν περιέχει ούτε βιταμίνες, ούτε μέταλλα. Αντιθέτως, φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τον μεταβολισμό κάποιων βιταμινών, επεμβαίνοντας στην απορρόφηση και αποθήκευσή τους.

Ύστερα από έρευνα σχετικά με την ενέργεια που προέρχεται από το αλκοόλ, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ συσχετίστηκε με υψηλότερη συνολική ενεργειακή πρόσληψη. Ένα ποσοστό της αυξημένης ενεργειακής πρόσληψης προερχόταν από πρωτεΐνες και λιπίδια, από υψηλότερη πρόσληψη χοληστερόλης, λιπαρών οξέων, ρετινόλης, σίδηρου και βιταμίνης Ε. Αντιθέτως, η ενέργεια που παρέχεται από τους υδατάνθρακες είναι μειωμένη με την αύξηση της κατανάλωσης αλκοόλ, όπως γίνεται και με την πρόσληψη καροτίνης. Η αύξηση της κατανάλωσης αλκοόλ σχετίζεται με αύξηση της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων, τυριού, πατάτας, λαδιού, ψωμιού και δημητριακών πρωινού και με χαμηλότερη κατανάλωση λαχανικών και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Οι βαρείς αλκοολικοί έχουν μικρότερη πρόσληψη γάλακτος, δημητριακών ολικής αλέσεως, φυτικών ινών, φολικού οξέος, βιταμίνης C και σιδήρου, σε σχέση με τους μη αλκοολικούς και μέτριους αλκοολικούς. Η πρόσληψη οσπρίων, ψαριών και βοείου κρέατος μεταξύ των μη αλκοολικών ήταν χαμηλότερη σε σύγκριση με τους περισσότερο αλκοολικούς. Υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά η οποία αποκαλύπτει μια υψηλότερη μέση πρόσληψη βιταμίνης D, μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, πρωτεΐνών και λιπών στους βαρείς αλκοολικούς, σε σχέση με τους μη αλκοολικούς και τους μέτρια αλκοολικούς.

Έρευνα που πραγματοποιήθηκε για την ανάλυση της πολυμεταβλητής διακύμανσης σε κορεσμένα λιπαρά, χοληστερόλη, και πρόσληψη ινών ως εξαρτημένων μεταβλητών έδειξε ότι οι συνολικές επιπτώσεις, ανάλογα με το φύλο και τη προτίμηση κατηγορίας αλκοόλ στην πρόσληψη θρεπτικών συστατικών ήταν σημαντικές. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο φύλο των αλκοολικών και την προτίμηση σε ποτό δεν ήταν σημαντική. Οι γυναίκες ανέφεραν πιο υγιεινή διατροφή από ό,τι οι άνδρες, όπως αποδείχθηκε από τις προσλαμβανόμενες ποσότητες των τριών αυτών θρεπτικών συστατικών. Υπήρξαν επίσης σημαντικές διαφορές για τις συνολικές προσλήψεις όσο αναφορά την προτίμηση του ποτού και τα τρία θρεπτικά συστατικά. Διαφορές παρατηρήθηκαν, επίσης, μεταξύ αλκοολικών και μη αλκοολικών στα κορεσμένα λιπαρά και τη πρόσληψη ινών, αν και η σύγκριση της μεταβλητής για τα κορεσμένα λιπαρά δεν θα ήταν σημαντική αν ήταν προσαρμοσμένη σε πολλαπλές δοκιμές. Οι μη αλκοολικοί ανέφεραν υψηλότερη πρόσληψη φυτικών ινών από ό,τι οι αλκοολικοί.

Σε σύγκριση με άλλους αλκοολικούς που πίνουν κρασί, αναφέρθηκε σημαντικά υψηλότερη πρόσληψη φυτικών ινών και χαμηλότερη κατανάλωση κορεσμένου λίπους, χοληστερόλης, και γενικότερα αλκοόλ. Τα άτομα που προτιμούσαν κρασί είχαν πιο υγιεινή διατροφή από ό, τι εκείνοι που προτιμούσαν μπίρα ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά ή δεν είχαν καμία προτίμηση. Οι πότες κρασιού έτρωγαν περισσότερες μερίδες φρούτων και λαχανικών και λιγότερες μερίδες κόκκινου ή τηγανητού κρέατος. Η διατροφή όσων λάτρευαν το κρασί  εμπεριείχε λιγότερη χοληστερόλη, κορεσμένα λιπαρά και αλκοόλ και περισσότερες φυτικές ίνες. Τέλος οι λάτρεις του κρασιού ήταν λιγότερο πιθανό να καπνίζουν. Σε σύγκριση με όλους τους αλκοολικούς, εκείνοι που δεν έπιναν καθόλου αλκοόλ κατανάλωναν λιγότερα λαχανικά αλλά και περισσότερες φυτικές ίνες. Οι μη αλκοολικοί ήταν πιθανό να ασκούνται τακτικά και δεν είχαν υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος.

Η αξιολόγηση αυτών των αποτελεσμάτων είναι ζωτικής σημασίας κατά τη μελέτη των διατροφικών συνηθειών των αλκοολικών ως παράγοντας κινδύνου για την κατάσταση της υγείας τους. Υπογραμμίζεται η ανάγκη να συνειδητοποιήσουν τα άτομα που πίνουν πολύ αλκοόλ πόσο επιβλαβής είναι αυτή η συνήθεια αλλά και πόσο σημαντικό είναι να ακολουθούν μια υγιεινή διατροφή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Nutritional status, dietary intake, and Emmanuelle Kesse, Françoise Clavel-Chapelon, Nadia Slimani, and Marti van Liere Am J Clin Nutr 2001? 74:322-7

Do dietary patterns differ in relation to level of alcohol intake? Fawehinmi1; S. Voutilanen 2 J. Ilomaki,J. Kauhanen 3,Nutrition and Healthy Lifestyle

Alcoholic beverage preference, diet, and health habits in the UNC Alumni Heart Study1,2,3 John C Barefoot, Morten Grønbæk, John R Feaganes, R Sue McPherson, Redford B Williams and Ilene C Siegler American Journal of Clinical Nutrition, Vol. 76, No. 2, 466-472, August 2002

  • Σοφία Βρυώνη Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, M.Sc.

    Η Βρυώνη Σοφία είναι Διαιτολόγος Διατροφολόγος. Εργάζεται σαν διαιτολόγος σε κατάστημα με τρόφιμα και συμπληρώματα διατροφής παρέχοντας τις υπηρεσίες της καθώς και παρέχει διαιτολογικές υπηρεσίες κατ’ οίκον.

×
×