738
Διατροφή

Το διατροφικά τοξικό περιβάλλον

27 Φεβρουαρίου 2011
του Μιχάλη Αναστασιάδη
Το διατροφικά τοξικό περιβάλλον

Photo source: www.bigstockphoto.com

Κάθε φορά που κατευθυνόμαστε προς την έξοδο κάποιου super market ή παντοπωλείου, την ώρα που περιμένουμε στο ταμείο για να πληρώσουμε, κατακλυζόμαστε από ανυπομονησία αλλά κι από συγκεκριμένες εικόνες προϊόντων γύρω μας. Συνήθως μας περιμένουν εκεί στην έξοδο γλυκά, τσίχλες και σνακς. Κι όσοι έχουνε μικρά παιδιά συχνά βιώνουν τις στιγμές αυτές σαν μία φάση απαιτήσεων κι επίπονων διαπραγματεύσεων.

Θα έχετε σίγουρα παρατηρήσει ότι είναι πολύ πιο εύκολο και πιο φθηνό να βρει κανείς ταχυφαγεία και επεξεργασμένο φαγητό στην πόλη, παρά μαγειρεμένο. Θα έχετε αντιληφθεί ότι υπάρχουν ελάχιστες διαφημίσεις φρούτων και λαχανικών στην τηλεόραση, ενώ δεν λείπουν διαφημίσεις για διάφορα σνακς και αναψυκτικά. Το ξέρουμε όλοι μας ότι είναι πια σχεδόν αδύνατο -με τους ρυθμούς που ζούμε- να τρώμε καθημερινά ένα κανονικό μαγειρεμένο, σπιτικό, μεσημεριανό. Και όποιος θέλει να περπατάει ή να κάνει ποδήλατο στις πόλεις μας, ξέρει πολύ καλά πόσο επικίνδυνη είναι η επιλογή του.

Αυτά είναι κάποια από τα συστατικά του σύγχρονου διατροφικού περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε. Είναι ένα περιβάλλον και ένας τρόπος ζωής που ορισμένοι επιστήμονες έχουν ονομάσει «διατροφικά τοξικό» (toxic food environment) και άλλοι «γενεσιουργό παχυσαρκίας» (obesigenic). Ίσως αυτοί οι προσδιορισμοί να φαίνονται λίγο υπερβολικοί. Δεν είναι όμως, αν κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο παράγεται, στους περισσότερους ανθρώπους, η παχυσαρκία. Κι αν καταλάβουμε πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι αυτή παγκόσμια, έχοντας πια τα χαρακτηριστικά μιας πανδημίας σε εξέλιξη. Ας δούμε λίγα σκληρά νούμερα για να έχουμε σαφέστερη εικόνα.

Σήμερα, οι υπέρβαροι ενήλικες ξεπερνούν παγκόσμια το 1 δισεκατομμύριο, ενώ από αυτούς τα 300 εκατομμύρια είναι παχύσαρκοι. Όμως ο αριθμός των παχύσαρκων ανθρώπων δεν είναι σταθερός. Ο αριθμός αυξάνεται: στις ΗΠΑ διπλασιάστηκε μεταξύ του 1975 και του 2000, στην Αγγλία τριπλασιάστηκε τη δεκαετία του ’90. Και δεν είναι μόνο πρόβλημα των πλούσιων χωρών, αφού για παράδειγμα το ίδιο διάστημα στην Αίγυπτο ο αριθμός τετραπλασιάστηκε.

Δυστυχώς η αύξηση αυτή αφορά και τα παιδιά. Το 2003 είχε υπολογιστεί ότι έως το 2010 τα υπέρβαρα παιδιά στην Ε.Ε. θα διπλασιάζονταν σε αριθμό, αφού αυξάνονταν κατά 1,3 εκατομμύρια κάθε χρόνο. Συνολικά, υπολογιζόταν ότι φέτος, το 2010, ο αριθμός των υπέρβαρων παιδιών στην Ε.Ε. θα έφτανε τα 26 εκατομμύρια (6,4 εκατομ. αυτών παχύσαρκα).

Ξέρουμε όλοι, τουλάχιστον θεωρητικά, ότι οι διαστάσεις του προβλήματος είναι τεράστιες, δεδομένης της αυξημένης νοσηρότητας και θνητότητας των παχύσαρκων ατόμων από παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, τα καρδιοαγγειακά νοσήματα αλλά και μερικές μορφές καρκίνου (βλ. Ιωαννίδης Ι., στο «Παχυσαρκία: Μύθος και Πραγματικότητα», ΕΛΙΓΑΣΤ). Ειδικά σε ότι αφορά το διαβήτη, η ασθένεια προβλέπεται να φτάσει σε επίπεδα πανδημίας ως το 2030, οπότε οι ασθενείς παγκόσμια υπολογίζεται να είναι 366 εκατομμύρια (από 171 εκατομ. το 2000). Μάλιστα η αύξηση θα προέλθει κυρίως από τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου στο διάστημα αυτό προβλέπεται ότι οι ασθενείς θα αυξηθούν από 84 σε 228 εκατομμύρια ανθρώπους. Με τέτοιες προβλέψεις, αναμένεται το κόστος θεραπείας των ασθενειών που σχετίζονται με την παχυσαρκία να εκτοξευτεί σε δυσβάσταχτα για τις κοινωνίες και τις οικονομίες επίπεδα.

«Τις πταίει» όμως για την παχυσαρκία; Που βρίσκεται η λύση; Η σύγχρονη άποψη είναι ότι, κατ’ αρχήν, η παχυσαρκία παράγεται από την αλληλεπίδραση της γενετικής μας προδιάθεσης με το εξωτερικό περιβάλλον (φυσικό, κοινωνικό, κλπ). Ο «συνηθισμένος» άνθρωπος (δεν αναφέρομαι δηλαδή σε ειδικές περιπτώσεις) φαίνεται πως γεννιέται γενετικά προγραμματισμένος να έχει κάποια προδιάθεση προς ό,τι οδηγεί στην παχυσαρκία. Να το εξηγήσω. Το ανθρώπινο «σύστημα όρεξης» θεωρείται ασύμμετρο. Γιατί από τη μία παρουσιάζει μεγάλη αντίσταση στο ενεργειακό έλλειμμα (δηλαδή στην πρόσληψη λιγότερων θερμίδων απ’ όσες καίμε, μέσω δίαιτας ή άσκησης). Ενώ από την άλλη, δεν παρουσιάζει αντίσταση στο ενεργειακό πλεόνασμα (μέσω υπερκατανάλωσης ή καθιστικής ζωής). Δηλαδή, το σύστημα είναι προκατειλημμένο υπέρ της υπερκατανάλωσης τροφής και της αύξησης βάρους.

Η άσκηση απαιτεί κόπο. Και είναι γνωστό πως «τ’ αγαθά κόποις κτώνται». Αλλά εάν ο κόπος ήταν κάτι προς το οποίο αναμφισβήτητα ρέπουμε ως είδος, δεν θα υπήρχε ανάγκη υπενθύμισης αυτού μέσω σοφών παροιμιών. Εξάλλου, το σώμα μας κατ’ αρχάς αντιστέκεται στη μείωση του βάρους του, αφού όταν μειωθεί η πρόσληψη τροφής ενεργοποιούνται προσαρμοστικοί νευρο-ενδοκρινικοί μηχανισμοί που αυξάνουν την όρεξη και μειώνουν τη μεταβολική δραστηριότητα (βλ. Μόρτογλου Α., στο «Παχυσαρκία: Μύθος και Πραγματικότητα», ΕΛΙΓΑΣΤ).

Από την άλλη, είμαστε προγραμματισμένοι να βρίσκουμε εξαιρετικά ελκυστικές τις τροφές που έχουν υψηλή ενεργειακή πυκνότητα. Τις βρίσκουμε νόστιμες και εύγευστες. Τις επιθυμούμε τόσο, που ορισμένες τροφές (ζάχαρη) έχουν θεωρηθεί ως και εξαρτησιογόνες.

Προφανώς, στην ανθρώπινη ιστορία -που στο συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημά της χαρακτηριζόταν από τακτικές κρίσεις πείνας και έλλειψης επαρκούς φαγητού- αυτή η προδιάθεση ήταν ωφέλιμη, εφόσον ενθάρρυνε την αποταμίευση ενέργειας ενόψει χειρότερων ημερών. Όμως στις δύσκολες εκείνες μέρες του παρελθόντος, την αποταμίευση ενέργειας ακολουθούσε με απαρέγκλιτη τακτικότητα η χειρονακτική εργασία και η πείνα, συνθήκες υποχρεωτικές αφού υπαγορεύονταν από την πραγματικότητα που καθόριζε η φύση.

Σήμερα που δεν υπάρχει ο καταναγκασμός της φύσης στη διατροφική συμπεριφορά των πιο πλούσιων ανθρώπων, η υπερεπάρκεια τροφής και η μείωση των χειρονακτικών εργασιών ίσως έχει οδηγήσει τους ανθρώπινους οργανισμούς σε έναν φαύλο κύκλο. Όπου η τακτική πρόσληψη ενεργειακά πυκνών τροφών (με υψηλά λιπαρά, λίγες ίνες, υψηλό γλυκαιμικό δείκτη) μας οδηγεί εύκολα στην παχυσαρκία και την υπερβολική έκκριση ινσουλίνης, που ενθαρρύνει μια αυξημένη ηδονιστική ανταμοιβή από το φαγητό, κ.ο.κ. Όπου η παρεκτροπή οδηγεί στην παχυσαρκία και αυτή σε μηχανισμούς που την ανατροφοδοτούν.

Έχοντας αυτήν την προδιάθεση ως είδος, είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι η υπερεπάρκεια τροφίμων και ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής, στοιχεία αυτού που εξαπλώνεται ως «ανάπτυξη» στα πέρατα της υφηλίου, τείνουν στο να διευκολύνουν την κακή διατροφική συμπεριφορά. Έχει δημιουργηθεί ένα τέτοιο πολυπλόκαμο «ρεύμα» που διαπερνάει το σύνολο των καθημερινών ανθρώπινων και οικονομικών δραστηριοτήτων, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Μπορούμε να δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα.

  • Παγκόσμια, οι αγροτικές πολιτικές είναι προσανατολισμένες στην επιδότηση πρώτων υλών «αυτάρκειας σε ενέργεια και πρωτεϊνες» (η παραγωγή φρούτων, λαχανικών και οσπρίων πρακτικά δεν επιδοτείται, σε παγκόσμιο επίπεδο). Αυτές αξιοποιούνται κατά κόρον σε τρόφιμα υψηλής ενεργειακής πυκνότητας. Έτσι, η σχετική τιμή των ενεργειακά πυκνών τροφίμων έχει μειωθεί. Αυτό, μαζί με την πραγματική αποπληθωρισμένη μείωση των κατώτατων μισθών (που στις ΗΠΑ έφτασε το 50% από το 1968 ως το 2007) έχει ευνοήσει ιδιαίτερα τα fast-food επειδή έχουν αναλογικά υψηλότερο κόστος εργασίας, σε σχέση με τα άλλα εστιατόρια.
  • Τα τρόφιμα, οι βιομηχανίες τροφίμων, έχουν μεγάλο οικονομικό βάρος και διαφημίζονται αναλόγως, απευθυνόμενες εν πολλοίς στα παιδιά. Στις ΗΠΑ, το 1997, τα τρόφιμα ήταν ο 2ος κλάδος σε μέγεθος διαφημιστικής δαπάνης. Οι τροφές υψηλής επεξεργασίας και ενεργειακής πυκνότητας απορρόφησαν 7 φορές περισσότερη διαφημιστική δαπάνη απ’ ότι οι τροφές οι πλούσιες σε ίνες. Την ίδια χρονιά, η διαφημιστική δαπάνη για τρόφιμα ήταν 21 φορές περισσότερη από τη δαπάνη του Υπουργείου Γεωργίας για διατροφική εκπαίδευση στα σχολεία.
  • Λόγω της διατροφικής αφθονίας που έχουμε κατακτήσει –οι πλούσιοι- τους τελευταίους αιώνες, μέχρι και το γεύμα του Χριστού και των Αποστόλων στο Μυστικό Δείπνο συνέχεια μεγαλώνει και εμπλουτίζεται, στις απεικονίσεις του σε διάφορες ζωγραφιές. Ακολουθεί δηλαδή τις τάσεις μεγέθυνσης των μερίδων που διαπιστώνεται στα fast-food, κάτι που από μόνο του αρκεί για να οδηγείται ο άνθρωπος σε υπερκατανάλωση, όπως έχουν διαπιστώσει οι ψυχολόγοι.
  • Ορισμένοι ψυχολόγοι κάνουν κι άλλες διαπιστώσεις: ότι η παχυσαρκία έχει την τάση να επεκτείνεται μέσω των κοινωνικών δικτύων (οικογένειες, φιλίες, κλπ), ως κοινωνικά αποδεκτή και θεμιτή κατάσταση. Αντίθετα, άλλοι κοινωνικοί κανόνες όπως οι τοπικές διατροφικές συνήθειες που συνιστούν πολιτισμικά χαρακτηριστικά (π.χ. η Μεσογειακή διατροφή), αλλάζουν και μεταλλάσσονται υπό την πίεση, αν και προς το παρόν δε φαίνεται να αφομοιώνονται εντελώς. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα μεταξύ 1961 και 2001 οι πρωτεϊνες που παίρνουμε από φυτικές τροφές δεν έχουν μεταβληθεί (μάλιστα στην Ε.Ε. έχουμε ακόμα τα πρωτεία), αλλά ταυτόχρονα έχουν διπλασιαστεί αυτές που παίρνουμε από ζωικές τροφές. Δηλαδή οι πλούσιες σε ίνες φυτικές τροφές ακόμα αποτελούν σημαντικό κομμάτι της διατροφής μας, αλλά βρίσκονται σε υποχώρηση. Η επέκταση αυτή της «δυτικής διατροφής» στην υφήλιο, έχει και κάποιες απροσδόκητες συνέπειες: η Νότια Κορέα προσπάθησε να ενοικιάσει σχεδόν τη μισή αγροτική γη της Μαδαγασκάρης (μία κιβωτό της παγκόσμιας βιοποικιλότητας), για να αποκτήσει αυτάρκεια σε καλαμπόκι για τροφή και ζωοτροφή (η προσπάθεια απέτυχε και οδήγησε σε πτώση της κυβέρνησης της Μαδαγασκάρης).

Παγκόσμια, ο σύγχρονος εντατικός τρόπος ζωής στις πόλεις –που τείνει να γίνει κανόνας– ενθαρρύνει, κάνει πιο εύκολο, λιγότερο χρονοβόρο, πιο προσβάσιμο και άμεσα διαθέσιμο το delivery από την προετοιμασία προκατεψυγμένων γευμάτων κι αυτή απ’ το μαγείρεμα. Το αναψυκτικό απ’ τον αγορασμένο χυμό κι αυτόν απ’ τον στυμμένο από φρούτα. Τα σνακς από τα φρούτα. Την καθιστική από τη χειρονακτική δουλειά. Την τηλεόραση απ’ το παιχνίδι έξω ή μία βόλτα στη φύση. Την οδήγηση απ’ το περπάτημα ή την ποδηλασία.

Όλα αυτά αποτελούν στοιχεία αυτού που ονομάζεται «γενεσιουργό παχυσαρκίας» ή «διατροφικά τοξικό» περιβάλλον (ή τρόπος ζωής). Και γύρω από αυτά περιστρέφονται σημαντικές πολιτικές μάχες που βρίσκονται σε εξέλιξη στις ΗΠΑ και την ΕΕ, όπως προσπάθειες που γίνονται για την επιβολή φόρου στα αναψυκτικά και για τη διασφάλιση της παροχής μόνο υγιεινών τροφών στα σχολεία.

Ένα από τα σχετικά ζητήματα που επίσης έχει αναδειχθεί, έχει σχέση με τους τρόπους με τους οποίους στις πόλεις αποθαρρύνεται ή αντίθετα ενθαρρύνεται η άσκηση, το περπάτημα και οι φυσικές δραστηριότητες. Με το ερώτημα, αν η πόλη όπου μένουμε μας ενθαρρύνει να περπατήσουμε ή να κάνουμε ποδήλατο ή αν αντίθετα μας υποχρεώνει να μετακινηθούμε με το αυτοκίνητο. Αν μας παρέχει ασφάλεια να κινηθούμε, αν μας παρέχει αντικίνητρα (όπως το να υπάρχουν super-market εκτός πόλης, όπου η πρόσβαση είναι εφικτή μόνο με αυτοκίνητο), αν μας παρέχει χώρους πρασίνου στους οποίους να μπορούμε να περπατήσουμε και τα παιδιά να παίξουν, κ.ά. Συνθήκες που με μία λέξη έχουν ονομαστεί «περιπατητικότητα» (walkability). Θα αναφερθούμε στο επόμενο άρθρο σε αυτήν.

Προς το παρόν αξίζει ν’ αναρωτηθούμε αν η πόλη μας, μας ενθαρρύνει να περπατάμε ή αν αντίθετα μας ενθαρρύνει συνεχώς να οδηγούμε. Και να σκεφτούμε ότι είναι πια σαφές για την επιστήμη πως αυτό έχει μεγάλη κι άμεση σχέση με την παχυσαρκία, με την υγεία μας και των παιδιών μας. Και με τα μακροπρόθεσμα οικονομικά μας, ως άτομα, οικογένειες και χώρες.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & Διατροφή. Τεύχος 45 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ/ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2010, σελ.26

  • Μιχάλης Αναστασιάδης
×
×