640
Διατροφή

Είναι όλα τα βούτυρα ίδια;

30 Σεπτεμβρίου 2009
3 λεπτά να διαβαστεί
Είναι όλα τα βούτυρα ίδια;

Photo source: www.bigstockphoto.com

Πολύ πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία σε συνεργασία με εκπροσώπους από άλλες εννιά επιστημονικές εταιρείες, διαμόρφωσαν τις νέες οδηγίες για την πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων. Έμφαση δίνεται στους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο οι οποίοι μπορούν να τροποποιηθούν. Αυτοί αφορούν κυρίως τον τρόπο ζωής και τη διατήρηση των επιπέδων των λιπιδίων του αίματος σε φυσιολογικά επίπεδα μέσα από τη φυσική δραστηριότητα, τον έλεγχο του βάρους, τη μείωση στη χρήση αλατιού, την κατανάλωση φρέσκων φρούτων και λαχανικών καθώς και τον περιορισμό της πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών.

Οι νέες διατροφικές συστάσεις (World Health Organisation, "12 Steps to Healthy Eating", 2008) επικεντρώνονται στον περιορισμό της συνολικής πρόσληψης λίπους, με την ημερήσια σύσταση να μην ξεπερνά το 30% της συνολικής προσλαμβανόμενης ενέργειας και στην αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών από μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Μάλιστα, τόσο οι παλαιότερες (Παγκόσμια Καρδιολογική Εταιρεία, World Heart Day 2003) όσο και οι ανανεωμένες συστάσεις τονίζουν την ανάγκη αντικατάστασης ζωικών πηγών λίπους όπως είναι το βούτυρο, από μαλακές μαργαρίνες και από φυτικά έλαια όπως το ελαιόλαδο (μονοακόρεστα λιπαρά οξέα) και το καλαμποκέλαιο (πολυάκορεστα λιπαρά οξέα).

Είναι χαρακτηριστικό ότι, στα πλαίσια της στρατηγικής πρόληψης αλλά και μείωσης της επίπτωσης των καρδιαγγειακών παθήσεων σε πολλές χώρες παγκοσμίως συστήνεται η συστηματική κατανάλωση μαλακών μαργαρινών ως αναπόσπαστο κομμάτι ενός ισορροπημένου διαιτολογίου (food based dietary guidelines, FBDG). Μάλιστα, ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Πολωνίας στην οποία σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη των Zatonski & Willet του 2005, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Βritsh Medical Journal, διαπιστώθηκε ότι «η θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο μπορεί να μειωθεί με μερική αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών από πολυακόρεστα, και χαμηλή πρόσληψη trans λιπαρών».

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη δεκαετία 1990 με 1999, βρέθηκε ότι η αντικατάσταση του βουτύρου από μαργαρίνη είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση κατά 30% του κινδύνου για θάνατο από στεφανιαία νόσο. Εντυπωσιακό είναι επίσης και το παράδειγμα της Δανίας, στην οποία η μέση κατανάλωση trans λιπαρών οξέων μειώθηκε από 8.5 γρ. την ημέρα ανά άτομο στα 2.6 γρ. την ημέρα ανά άτομο μέσα σε 20 χρόνια (1976-1996). Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα οι Δανοί μείωσαν την περιεκτικότητα των μαργαρινών σε trans λιπαρά οξέα, μείωση που φαίνεται να συσχετίζεται με την ταυτόχρονη μείωση των θανάτων από καρδιαγγειακά κατά 50%.

Οι μαλακές φυτικές μαργαρίνες είναι χαμηλές σε κορεσμένα και ελεύθερες από trans λιπαρά, ενώ παράλληλα είναι πλούσιες σε ακόρεστα λιπαρά. Αυτό κάνει τις μαργαρίνες μια πιο υγιεινή επιλογή σε σχέση με το βούτυρο (συμπεριλαμβανομένου και του βουτύρου για επάλειψη και των μιγμάτων βουτύρου), καθώς το βούτυρο είναι ζωικό προϊόν και έχει υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά οξέα και χοληστερόλη, η πρόσληψη των οποίων σχετίζεται ισχυρά αλλά και αιτιολογικά με την επίπτωση των καρδιαγγειακών παθήσεων.

Για να επιτευχθεί βέλτιστη υγεία, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η καθημερινή χρήση μαργαρίνης εκτός από το ότι αποδείχθηκε ότι είναι καλύτερη από την κατανάλωση βουτύρου είναι, επίσης, καλύτερη από το να μην χρησιμοποιεί κανείς τίποτα για επάλειψη. Αντικαθιστώντας λοιπόν 20γρ βουτύρου με 20γρ μαργαρίνης καθημερινά, γλυτώνουμε έως και 2,5 κιλά κακά κορεσμένα λιπαρά το χρόνο, αλλαγή που σύμφωνα με το National Cholesterol Education Programme (NCEP 2001) των ΗΠΑ, αντιστοιχεί σε μείωση του κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις κατά 5% (Mensink et all, 2003). Τέλος, με 20 γρ. μαργαρίνης που αντιστοιχούν μόνο στο 5% των θερμίδων καθημερινώς, καλύπτουμε έως και 30% των ημερήσιων αναγκών μας σε καλά λιπαρά και βιταμίνες Α, D και E.

Οι φυτικές μαλακές μαργαρίνες λοιπόν παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατροφή.

  • Αποτελούν σημαντική πηγή πολυακόρεστων λιπαρών κάποια από τα οποία ο οργανισμός μας δεν μπορεί να συνθέσει και μπορεί να τα πάρει μόνο μέσω της διατροφής.
  • Είναι πηγές λιποδιαλυτής βιταμίνης Ε που έχει μεγάλη αντιοξειδωτική ικανότητα
  • Είναι πηγές λιποδιαλυτής βιταμίνης Α που συμβάλλει στη δημιουργία των κυττάρων καθώς και στην καλή λειτουργία της όρασης
  • Είναι πηγές λιποδιαλυτής βιταμίνης D για την απορρόφηση ασβεστίου που συμβάλλει στη διατήρηση γερών οστών
  • Δεν περιέχουν υδρογονωμένα/trans λιπαρά. Η εξέλιξη στη διαδικασία παρασκευής τους, έχει απαλλάξει τις μαργαρίνες από τα υδρογονωμένα λιπαρά (trans λιπαρά), τα οποία έχουν κατηγορηθεί για την αύξηση της κακής χοληστερόλης, και η περιεκτικότητά τους πλέον σε αυτά είναι μηδαμινή.
  • Περιέχουν χαμηλή ποσότητα αλατιού

Μέσα στα πλαίσια, λοιπόν, της μεσογειακής διατροφής η οποία συστήνει το ελαιόλαδο ως το κύριο προστιθέμενο λίπος, οι φυτικές μαλακές μαργαρίνες μπορούν να ενταχθούν σε ένα ισορροπημένο διαιτολόγιο ως μια εξίσου υγιεινή λύση. Η διατροφική σύσταση παραμένει ίδια κατά τα τελευταία 20 χρόνια: αντικαταστήστε το βούτυρο και τις σκληρές μαργαρίνες με φυτικές μαλακές μαργαρίνες. Δεν θα πρέπει συνεπώς να ταυτίζουμε και να ενοχοποιούμε όλα τα λιπαρά προϊόντα επάλειψης και λανθασμένα να συγχέουμε το βούτυρο με τις μαργαρίνες. Δεν είναι τελικά όλα τα «βούτυρα» ίδια!

  • Ιωάννα Κατσαρόλη Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, M.Sc.

    Η Ιωάννα Κατσαρόλη είναι Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με μεταπτυχιακή ειδίκευση στη Διατροφή Αθλητών και Αθλούμενων. Διατηρεί διαιτολογικό γραφείο στη Χαλκίδα, είναι επιστημονικός συνεργάτης του medNutrition και συγγραφέας του βιβλίου «Μερίδες: Το μέγεθος... μετράει».

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.
×
×