Διατροφή

Γιατί μας αρέσουν κάποιες Γεύσεις και άλλες όχι;

02 Φεβρουαρίου 2026
111 Προβολές
3 λεπτά να διαβαστεί
giati mas aresoun kapoies geyseis kai alles oxi

Photo source: www.canva.com

Ο ρόλος της Γονιδιακής Προδιάθεσης στις Γευστικές Προτιμήσεις

Η αίσθηση της γεύσης, δηλαδή η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε το γλυκό, το πικρό, το όξινο, το αλμυρό και το ουμάμι, δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα των εμπειριών μας ή των πολιτιστικών μας συνηθειών. Επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό και από το γενετικό μας υπόβαθρο.

Έρευνες δείχνουν ότι μεταλλάξεις σε γονίδια που κωδικοποιούν γευστικούς υποδοχείς μπορούν να επηρεάσουν το πόσο έντονα αντιλαμβανόμαστε μια γεύση και, κατά συνέπεια, αν μας αρέσει ή όχι. Για παράδειγμα, παραλλαγές στο γονίδιο TAS2R38 συνδέονται με προτίμηση ή αποστροφή προς πικρές και γλυκές γεύσεις.


Διαβάστε επίσης: Γλυκιά γεύση, ενοχή ή απόλαυση;


Σε μελέτη GWAS (genome-wide association study) σε περισσότερους από 161.000 συμμετέχοντες εντοπίστηκαν πάνω από 1.400 γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με συγκεκριμένες «προτιμήσεις γεύσης». Αυτό σημαίνει ότι, σε έναν βαθμό, η αρέσκεια ή η αποστροφή μας προς ορισμένες γεύσεις έχει βιολογική βάση και κάποιες γεύσεις τις αντιλαμβανόμαστε ως εντονότερες ή δυσάρεστες εξαιτίας της δομής των υποδοχέων μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι supertasters, άτομα που διαθέτουν περισσότερες ή πιο ευαίσθητες γευστικές θηλές και συνεπώς βιώνουν ορισμένες τροφές (όπως το μπρόκολο ή τα σταυρανθή λαχανικά) ως υπερβολικά πικρές.

Ωστόσο, η γονιδιακή προδιάθεση δεν αποτελεί «καταδίκη». Αλληλεπιδρά συνεχώς με τις εμπειρίες, τις διατροφικές μας συνήθειες και το κοινωνικό περιβάλλον. Η γεύση, δηλαδή, είναι προϊόν αλληλεπίδρασης μεταξύ φύσης και πολιτισμού.

Πώς διαμορφώνονται οι Γευστικές μας επιλογές από την Παιδική Ηλικία

Η διαμόρφωση των γευστικών προτιμήσεων ξεκινά πολύ νωρίς, ακόμη και πριν από τη γέννηση, αλλά κυρίως κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία. Οι γευστικοί υποδοχείς αναπτύσσονται ήδη ενδομητρίως και το έμβρυο έρχεται σε επαφή με γεύσεις μέσω του αμνιακού υγρού ή αργότερα μέσω του μητρικού γάλακτος, γεγονός που επηρεάζει πρώιμες προτιμήσεις.

Τα βρέφη παρουσιάζουν εκ γενετής προτίμηση προς τις γλυκές και αλμυρές γεύσεις, ενώ τείνουν να αποφεύγουν τις πικρές, αφού το γλυκό δηλώνει ενέργεια και το πικρό πιθανή τοξικότητα.

Επιπλέον, η πρώιμη έκθεση σε μεγάλη ποικιλία γεύσεων μέσω συμπληρωματικής διατροφής με λαχανικά, φρούτα και διαφορετικά συστατικά αυξάνει την πιθανότητα αποδοχής τους στο μέλλον.

Η επανειλημμένη έκθεση σε τροφές που αρχικά δεν αρέσουν είναι αποδεδειγμένα αποτελεσματική: μετά από πολλαπλές δοκιμές, η αποδοχή τους αυξάνεται σημαντικά. Έτσι, τα πρώτα χρόνια ζωής είναι κρίσιμα για τη «χαρτογράφηση» του ουρανίσκου και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβανόμαστε τις γεύσεις στην ενήλικη ζωή.

Young-Woman-Tasting-Food_2.jpg

Η επίδραση του Περιβάλλοντος και της Κουλτούρας στη Γεύση που αγαπάμε

Πέρα από τα γενετικά και τα βιολογικά στοιχεία, η γεύση επηρεάζεται έντονα από το περιβάλλον, την οικογένεια, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

Οι τροφές που υπάρχουν στο οικογενειακό τραπέζι, οι κοινωνικές συναναστροφές, τα τοπικά προϊόντα και οι μαγειρικές συνήθειες καθορίζουν το «γευστικό λεξιλόγιο» του κάθε ατόμου. Αν, για παράδειγμα, μια οικογένεια καταναλώνει συχνά λαχανικά και τα παρουσιάζει με ελκυστικό τρόπο, το παιδί θα τα θεωρήσει «φυσιολογικά». Αντίθετα, σε οικογένειες όπου κυριαρχούν επεξεργασμένα ή πολύ γλυκά τρόφιμα, η γεύση αυτή καθίσταται το «στάνταρ» του ευχάριστου.

Η κουλτούρα επηρεάζει επίσης ποια γεύση θεωρείται «νόστιμη» ή «ποιοτική». Το πικάντικο φαγητό, για παράδειγμα, μπορεί να θεωρείται απολαυστικό σε ορισμένες χώρες, ενώ αλλού να προκαλεί δυσφορία. Οι διαφημίσεις, τα μέσα ενημέρωσης και οι τάσεις υγιεινής διατροφής συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτών των αντιλήψεων.

Επιπλέον, οι ταξιδιωτικές εμπειρίες, η επαφή με νέους πολιτισμούς και τα εστιατόρια διαφορετικών κουζινών διευρύνουν την αποδοχή μας σε νέες γεύσεις, αποδεικνύοντας πως η «εκπαίδευση» του ουρανίσκου συνεχίζεται σε όλη τη ζωή.

Ο ρόλος του Εγκεφάλου και των Αισθήσεων στην Αντίληψη της Γεύσης

Η γεύση δεν είναι απλώς μια λειτουργία της γλώσσας· είναι το αποτέλεσμα ενός πολύπλοκου συντονισμού ανάμεσα στις αισθήσεις και στον εγκέφαλο. Στην αντίληψη της γεύσης συμμετέχουν η όσφρηση, η αφή (μέσω της υφής), η θερμοκρασία, η όραση και φυσικά η μνήμη.

Όταν δοκιμάζουμε μια τροφή, η γλώσσα εντοπίζει τις βασικές γεύσεις, η όσφρηση συμβάλλει με τα αρώματα, η υφή και η θερμοκρασία διαμορφώνουν την αίσθηση στο στόμα και ο εγκέφαλος συνθέτει όλα αυτά τα ερεθίσματα, αποδίδοντάς τους συναισθηματικό και μνημονικό νόημα.

Έτσι, η εμπειρία του φαγητού είναι ψυχολογικά σύνθετη: μια γεύση μπορεί να μας φανεί «καλή» όχι μόνο επειδή έχει ωραία γεύση, αλλά επειδή τη συνδέουμε με θετικές αναμνήσεις, όπως μυρωδιές παιδικής ηλικίας ή οικογενειακά γεύματα.

Επιπλέον, μελέτες δείχνουν ότι άτομα που αντιλαμβάνονται εντονότερα την πικρή γεύση (λόγω γονιδιακής ευαισθησίας) έχουν διαφορετικές διατροφικές επιλογές. Παράλληλα, η μάθηση μέσω συσχετισμού (associative learning) επηρεάζει τις προτιμήσεις: αν μια γεύση συνδεθεί με θετική εμπειρία, η προτίμηση αυξάνεται· αν με αρνητική, απορρίπτεται.

It-smells-like-heaven.jpg

Μπορούμε να «εκπαιδεύσουμε» τον Ουρανίσκο μας να αγαπήσει Νέες Γεύσεις;

Ναι, ως ένα βαθμό μπορούμε. Παρότι η γενετική και οι πρώιμες εμπειρίες καθορίζουν μέρος των προτιμήσεών μας, η συστηματική έκθεση και η θετική εμπειρία μπορούν να μεταβάλλουν τη στάση μας απέναντι στις γεύσεις.

Η επανειλημμένη δοκιμή μιας τροφής, χωρίς πίεση ή αρνητικό συναίσθημα, είναι αποδεδειγμένα αποτελεσματική μέθοδος για την αποδοχή της.

Μερικές πρακτικές στρατηγικές περιλαμβάνουν:

  • Μικρές ποσότητες: δοκιμάζουμε λίγο από τη νέα τροφή, χωρίς πίεση.

  • Συνδυασμούς: αναμιγνύουμε τη νέα γεύση με κάτι ήδη αγαπημένο (π.χ. λαχανικά με τυρί ή σως γιαουρτιού).

  • Διαφορετικές μορφές: παρουσιάζουμε την ίδια τροφή σε ποικίλες υφές ή τρόπους μαγειρέματος (ψητή, στον ατμό, πολτοποιημένη).

  • Επαναληπτική έκθεση: χρειάζονται έως και δέκα επαναλήψεις μέχρι να υπάρξει πλήρης αποδοχή.

Η «εκπαίδευση» του ουρανίσκου μας διδάσκει ότι οι γευστικές προτιμήσεις δεν είναι σταθερές· μπορούν να εμπλουτιστούν και να εξελιχθούν, οδηγώντας σε μια πιο ισορροπημένη και ποικίλη διατροφή.

Τasting Food from a Bowl

Συμπέρασμα

Οι γευστικές μας προτιμήσεις είναι προϊόν μιας πολύπλευρης αλληλεπίδρασης μεταξύ γονιδίων, πρώιμων εμπειριών, περιβάλλοντος, αισθήσεων και εγκεφάλου. Η γονιδιακή προδιάθεση προσφέρει το «καλούπι», αλλά το περιβάλλον και η επαναλαμβανόμενη έκθεση το διαμορφώνουν. Με υπομονή και ποικιλία στη διατροφή μας μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον ουρανίσκο μας να απολαμβάνει περισσότερες γεύσεις, κάτι που βελτιώνει τόσο την απόλαυση όσο και την ποιότητα της διατροφής μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Diószegi, J. (2019). Genetic Background of Taste Perception: New Insights for Translational Research. Frontiers in Nutrition. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6930899/

Hejazi, J. et al. (2024). Genetic determinants of food preferences: A systematic review of observational studies. PMC. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC10835975/

Mennella, J. A. (2015). The sweetness and bitterness of childhood. PMC. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4654709/

Ventura, A. K. (2013). Early Influences on the Development of Food Preferences. Trends in Cognitive Sciences, 17(11). https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S096098221300208X

Mura Paroche, M. et al. (2017). How Infants and Young Children Learn About Food. Frontiers in Psychology. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fpsyg.2017.01046/full

Chow, C. Y. (2024). A review on children’s oral texture perception: Influences and methods. International Journal of Food Science & Technology. https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/10408398.2022.2136619

May-Wilson, S. et al. (2022). Large-scale GWAS of food liking reveals genetic and neurophysiological architecture. Nature Communications. https://www.nature.com/articles/s41467-022-30187-w

Kavaliauskienė, I. et al. (2021). Association study of taste preference: Analysis in the Lithuanian population. Food Science & Nutrition. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1002/fsn3.2401

Νικόλαος Σαμέλης
Νικόλαος Σαμέλης Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Ο Νικόλας Σαμέλης είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, με πτυχίο Bachelor. Διαθέτει εργασιακή εμπειρία πάνω στο κομμάτι των καρδιοαναπνευστικών δοκιμασιών και των τεστ κοπώσεως. Αποτελεί μέλος της συντακτικής ομάδας του medNutrition.gr. Εργάζεται ανεξάρτητα ως διαιτολόγος στην Θεσσαλονίκη, ενώ συνεργάζεται με αρκετούς επαγγελματίες του ιατρικού τομέα. Είναι ο δημιουργός της ιστοσελίδας διατροφικού περιεχομένου fzindiet.gr.