Παχυσαρκία

«Γονείς και Παιδική Παχυσαρκία»

της Βασιλικής Κωσταρέλλη
29 Δεκεμβρίου 2008
1175 Προβολές
8 λεπτά να διαβαστεί
goneis me to paidi tous

Photo source: www.bigstockphoto.com

Μεγάλη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Η χαμηλή φυσική δραστηριότητα σε συνδυασμό με μία δίαιτα πλούσια σε θερμίδες αποτελούν τη βασικότερη αιτία της παιδικής παχυσαρκίας, αλλά πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι και ο ρόλος των γονέων στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας είναι πολύ σημαντικός. Τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι παχύσαρκοι αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να γίνουν και τα ίδια παχύσαρκα. Ο ρόλος των γονέων στην διαμόρφωση των διατροφικών συνηθειών των παιδιών φαίνεται να είναι καθοριστικός, και γι' αυτό οι γονείς αποτελούν το επίκεντρο των περισσότερων παρεμβάσεων δημόσιας υγείας που έχουν ως στόχο την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας.

Επιδημιολογικά Στοιχεία Παιδικής Παχυσαρκίας

Τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας έχουν αυξηθεί διεθνώς τα τελευταία χρόνια και η αυξητική αυτή τάση φαίνεται να συνεχίζεται. Η παιδική παχυσαρκία στην προσχολική, σχολική και εφηβική ηλικία στις Ηνωµένες Πολιτείες έχει αυξηθεί πολύ σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ μελέτες στη Μεγάλη Βρετανία έδειξαν ότι το πάχος της δερµατικής πτυχής του τρικέφαλου αυξήθηκε κατά µέσο όρο 4,5% στα αγόρια και 2,9% στα κορίτσια, μέσα σε περίοδο μόλις δέκα ετών. Σύμφωνα με άλλες επιδημιολογικές μελέτες στον Καναδά, το ποσοστό των παιδιών ηλικίας 9-12 ετών που είναι υπέρβαρα και παχύσαρκα ανέρχεται στο 39,4%. Μεγάλη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, παρά την μακροχρόνια παράδοση της χώρας μας στην υγιεινή μεσογειακή διατροφή και τον σχετικά χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης κάποιον εκφυλιστικών παθήσεων.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, ο επιπολασμός της παχυσαρκίας στην Ελλάδα σε παιδιά ηλικίας 1-5 ετών ανέρχεται στα 16% και 15,5% σε αγόρια και κορίτσια αντίστοιχα, ενώ το συνολικό ποσοστό υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών προσχολικής ηλικίας και στα δύο φύλα ήταν 31,9%. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η ίδια μελέτη έδειξε πως ακόμα και στα νήπια ηλικίας 1-2 ετών, το ποσοστό παχυσαρκίας ήταν 16,5% και 11,4% σε αγόρια και κορίτσια αντίστοιχα. Επίσης, υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας έχουν καταγραφεί και σε άλλη πρόσφατη μελέτη, σε παιδιά ηλικίας 6-17 ετών. Τα παρακάτω στοιχεία είναι πολύ ανησυχητικά, καθώς περίπου 69% των παιδιών μεταξύ 6 και 10 ετών, που είναι παχύσαρκα, με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) πάνω από το 95ο εκατοστημόριο, αναμένεται να παραμείνουν παχύσαρκα και στην ενήλικη ζωή τους. Επιπρόσθετα, χρόνιες εκφυλιστικές παθήσεις, όπως ο διαβήτης τύπου ΙΙ, η υπερχοληστεριναιμία και η υπέρταση, που στο παρελθόν εμφανίζονταν κυρίως σε ενήλικες, εμφανίζονται όλο και πιο συχνά σε παιδιά, καθώς τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας αυξάνονται.

Πολλοί είναι οι παράγοντες, γενετικοί, κοινωνικοί και ψυχολογικοί, που συντελούν στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας, αλλά η χαμηλή φυσική δραστηριότητα σε συνδυασμό με μία δίαιτα πλούσια σε θερμίδες αποτελούν τη βασικότερη αιτία της παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία. Όσον αφορά το ρόλο των γονέων στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας φαίνεται να είναι καθοριστικός, αφού οι γονείς «παρέχουν» και τα γονίδια αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τα παιδιά, παράγοντες οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και επηρεάζουν άμεσα τον κίνδυνο εμφάνισης της παιδικής παχυσαρκίας.

Γονείς και Παιδική Παχυσαρκία

Ένας μεγάλος αριθμός μελετών έχει δείξει ότι τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι παχύσαρκοι αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να γίνουν και τα ίδια παχύσαρκα. Σύμφωνα με μία ενδιαφέρουσα μελέτη στη Βρετανία, ο κίνδυνος για μετέπειτα παχυσαρκία των παιδιών αυξάνεται ανάλογα με τον αριθµό των παχύσαρκων γονέων, αλλά και με τον βαθµό παχυσαρκίας των γονέων. Μια πολύ πρόσφατη μελέτη που εξέτασε τα ποσοστά παχυσαρκίας σε 2374 παιδιά προσχολικής ηλικίας στην Ελλάδα, έδειξε ότι η πιθανότητα για ένα παιδί 1-5 ετών, να είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο, είναι 2,38 φορές μεγαλύτερη, όταν και οι δύο γονείς του είναι παχύσαρκοι.

Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα παιδιά απλά υιοθετούν τις διατροφικές συνήθειες των γονέων τους. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να εμπλέκονται και κάποιοι γενετικοί παράγοντες που να εξηγούν την παραπάνω συσχέτιση.

Οι γονείς αποτελούν το κλειδί για την ανάπτυξη ενός οικογενειακού περιβάλλοντος, το οποίο προάγει τον υγεινό τρόπο διατροφής, καθώς επίσης και τις ευκαιρίες για αυξημένη φυσική δραστηριότητα των παιδιών και εφήβων. Οι γονείς είναι αυτοί που διαμορφώνουν κατά ένα μεγάλο ποσοστό τον τρόπο διατροφής των παιδιών τους, καθώς επίσης και τα επίπεδα της φυσικής τους δραστηριότητας, γεγονός που δύναται να επηρεάσει και το σωματικό βάρος των παιδιών. Το φαγητό, η φυσική δραστηριότητα, το παιχνίδι, ακόμα και η παρακολούθηση τηλεόρασης, αποτελούν σημαντικές δραστηριότητες αλληλεπίδρασης μεταξύ γονέα-παιδιού και τα πρότυπα που καθιερώνονται στην μικρή παιδική ηλικία, όσον αφορά τους προαναφερόμενους παράγοντες, φαίνεται να σχετίζονται άμεσα με τον κίνδυνο ανάπτυξης της παιδικής παχυσαρκίας. Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα μιας πολύ πρόσφατης μελέτης σε 1138 παιδιά σχολικής ηλικίας στην περιοχή της Αττικής, σύμφωνα με την οποία, τα παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν πάρει διαζύγιο, είχαν στατιστικά περισσότερες πιθανότητες να είναι υπέρβαρα από τα παιδιά που ζούσαν και με τους δύο γονείς. Ο ρόλος του διαζυγίου παρέμεινε σημαντικός ακόμα και όταν σταθμίστηκε για άλλους παράγοντες, όπως η κοινωνικο-οικονομική τάξη και τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας.

Μελέτες έχουν δείξει ότι οι γνώσεις των γονέων για την υγιεινή διατροφή, η επιλογή των τροφίμων, η δομή, η ώρα και η συχνότητα των γευμάτων, καθώς επίσης και τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας των ίδιων, φαίνεται να επηρεάζουν καθοριστικά τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας των παιδιών τους, τόσο στη νηπιακή όσο και στη σχολική και εφηβική ηλικία. Η μίμηση των μη ισορροπημένων διαιτητικών συνηθειών των γονέων, η κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε ζάχαρη και λίπος μεταξύ των γευμάτων, η χρησιμοποίηση της τροφής ως βραβείο ή δώρο ή για την εκδήλωση αγάπης και στοργής, η πολλές φορές πιεστική στάση των γονέων να καταναλώσουν τα παιδιά ολόκληρη τη μερίδα τους, φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση της παχυσαρκίας.

Κρίσιμοι περίοδοι ανάπτυξης των παιδιών

Κατά τη βρεφική ηλικία, περίοδο πολύ σημαντική για τη σωστή ανάπτυξη του βρέφους και την καθιέρωση σωστών διαιτητικών συνηθειών, είναι αυτονόητο ότι ο ρόλος των γονέων είναι καθοριστικός. Πολλές επιστημονικές έρευνες συνηγορούν στο ότι τα παιδιά που έχουν θηλάσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, έχουν λιγότερες πιθανότητες να είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα, σε σχέση με τα παιδιά που δεν θήλασαν καθόλου, ή που έχουν θηλάσει για μικρότερο χρονικό διάστημα. Ο θηλασμός βοηθά το βρέφος να ρυθμίσει καλύτερα την πρόσληψη τροφής, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν αυτό τρέφεται με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος.

Ο ρόλος των γονέων στη διαμόρφωση σωστών διαιτητικών συνηθειών, αλλά και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που ενθαρρύνει την αυξημένη φυσική δραστηριότητα, είναι εξαιρετικά σημαντικός κατά τη νηπιακή και προσχολική ηλικία. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά συνήθως από πολύ μικρή ηλικία, έχουν μια ιδιαίτερη προτίμηση στην γλυκιά και αλμυρή γεύση, σε αντίθεση με την πικρή και ξινή γεύση που δεν τους είναι αποδεκτή. Οι διατροφικές τους συνήθειες αναπτύσσονται ωστόσο μέσω της έκθεσης (δοκιμής) των διαφόρων τροφίμων και της επαναλαμβανόμενης «εμπειρίας». Κατά την προσχολική ηλικία, πολλά παιδιά έχουν συγκεκριμένες προτιμήσεις για ορισμένα τρόφιμα και αρνούνται επίμονα να δοκιμάσουν καινούργια τρόφιμα. Έρευνες έδειξαν ότι αν οι γονείς εισάγουν στην δίαιτα των παιδιών τους, από μικρή ηλικία, υγιεινά τρόφιμα όπως λαχανικά και φρούτα, τότε τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να τα καταναλώσουν σε μεγαλύτερες ποσότητες, συνήθεια την οποία ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή τους.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η πρόσφατη έρευνα των Lee and Song, 2007, σε 531 παιδιά ηλικίας 11-13 ετών, η οποία έδειξε ότι η αντίληψη των γονέων για το βαθμό όρεξης του παιδιού τους συσχετίζονταν σε σημαντικό βαθμό με την εμφάνιση παχυσαρκίας στο παιδί μετά από δύο χρόνια παρακολούθησης. Εξίσου σημαντική φαίνεται να είναι και η αντίληψη της μητέρας για το βάρος του παιδιού της, όσον αφορά τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας. Εάν η μητέρα πιστεύει το παιδί της είναι υπέρβαρο, και ως εκ τούτου περιορίσει την πρόσληψης τροφής από το παιδί, αυξάνονται οι πιθανότητες εμφάνισης παχυσαρκίας. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στην αντίθετη περίπτωση, όταν η μητέρα δηλαδή πιστεύει ότι το παιδί της είναι χαμηλού σωματικού βάρους και το πιέζει να καταναλώσει περισσότερη τροφή. Όσο το παιδί μεγαλώνει και αποκτά αυτονομία, κυρίως στην εφηβική ηλικία, ο ρόλος των γονέων, όσον αφορά τη διατροφή του παιδιού και τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας, παραμένει σημαντικός, αλλά σταδιακά φθίνει, ενώ νέοι παράγοντες όπως η διαφήμιση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το σχολείο, οι συμμαθητές και οι φίλοι, επηρεάζουν κατά ένα μεγάλο ποσοστό την διαιτητική τους συμπεριφορά.

Στάση των γονέων σχετικά με την πρόσληψη τροφής των παιδιών

Ένας μεγάλος αριθμός πρόσφατων μελετών που εξέτασε τον ρόλο των γονέων στην παιδική παχυσαρκία έδειξε ότι σημαντικό ρόλο παίζει τόσο η ποιότητα της τροφής που παρέχετε στα παιδιά, όσο και ο τρόπος σίτισής τους. Εννέα πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι όταν οι γονείς περιορίζουν την πρόσληψη τροφής στα παιδιά τους, προκειμένου να ελέγξουν το βάρος τους, ο κίνδυνος ανάπτυξης παιδικής παχυσαρκίας αυξάνεται σημαντικά. Ο αυστηρός περιορισμός, λοιπόν, από τους γονείς κατανάλωσης ορισμένων τροφίμων από τα παιδιά (κυρίως τροφίμων πλούσιων σε ζάχαρη και λίπος) επιφέρει το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο μέτριος έλεγχος της διατροφής των παιδιών από του γονείς φαίνεται να έχει καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με τον αυστηρό περιορισμό. Όταν ένα τρόφιμο είναι «απαγορευμένο» γίνεται πιο επιθυμητό.

Θα ήταν προτιμότερο οι γονείς να έχουν την ευθύνη παροχής υγιεινών τροφίμων και σπιτικών μαγειρεμένων φαγητών στα παιδιά τους και να αφήσουν τα ίδια να καταναλώσουν όση τροφή επιθυμούν. Είναι πάρα πολύ σημαντικό τα παιδιά να μάθουν να ελέγχουν μόνα τους την πρόσληψη της τροφής τους, μέσω του αισθήματος κορεσμού και πείνας που ρυθμίζεται κυρίως από τον υποθάλαμο. Πολλές μελέτες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα παχύσαρκα παιδιά συνήθως αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να ρυθμίζουν σωστά την πρόσληψη της τροφής τους, γιατί ο φυσιολογικός μηχανισμός της πείνας και του κορεσμού δεν λειτουργεί κανονικά, όπως συμβαίνει στα παιδιά που δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα βάρους.

Φυσική δραστηριότητα

Η χαμηλή φυσική δραστηριότητα, η οποία οφείλεται κυρίως στο σύγχρονο καθιστικό τρόπο ζωής, έχει σαν αποτέλεσμα την ελαττωμένη «δαπάνη» ενέργειας, γεγονός που αποτελεί σημαντικό προγνωστικό παράγοντα για την αύξηση του σωματικού βάρους. Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας των παιδιών καθορίζονται άμεσα από τη συμπεριφορά και τη στάση των γονέων. Τα αποτελέσματα μελετών έδειξαν ότι τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας των γονέων, ο γενικότερος τρόπος ζωής τους, η θετική ή αρνητική στάση τους όσον αφορά τη γυμναστική και τη φυσική δραστηριότητα, καθώς και το εάν ενθαρρύνουν ο ένας των άλλον, αλλά και τα παιδιά τους να αυξήσουν τα επίπεδα της φυσικής τους δραστηριότητας, φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας στα παιδιά. Σύμφωνα με την Framingham Children's Study, που εξέτασε τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητα παιδιών ηλικίας 4-7 ετών και των γονέων τους, τα παιδιά, των οποίων οι μητέρες είχαν τα υψηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, είχαν δυο φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι δραστήρια τα ίδια σε σχέση με τα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν τα χαμηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας. Όταν και οι δύο γονείς είχαν υψηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητα, η πιθανότητα των παιδιών να έχουν αυξημένη φυσική δραστηριότητα τα ίδια, ήταν 5,8 μεγαλύτερη σε σχέση με εκείνα τα παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι οι αυξημένες ώρες παρακολούθησης τηλεόρασης, βίντεο και ενασχόλησης με βιντεοπαιχνίδια οδηγούν στην αύξηση του βάρους στα παιδιά. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, τα παιδιά ηλικίας 4 ετών που βλέπουν 2,4 ώρες την ημέρα τηλεόραση προσλαμβάνουν περίπου 1600 θερμίδες την ημέρα, ενώ αυτά που βλέπουν 1,1 ώρες την μέρα καταναλώνουν περίπου 1486 θερμίδες την μέρα και έχουν μεγαλύτερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας. Η προαναφερόμενη συσχέτιση μεταξύ παρακολούθησης τηλεόρασης από τα παιδιά και ανάπτυξης παχυσαρκίας, φαίνεται ότι λειτουργεί με δύο τρόπους: η διαφήμιση τροφίμων, ποτών και σνακ υψηλών σε θερμίδες, ζάχαρη και αλάτι, αλλά χαμηλής γενικότερης θρεπτικής αξίας (junk food), ενθαρρύνει τον ανθυγιεινό τρόπο διατροφής, ενώ ο χρόνος που ξοδεύεται στην παρακολούθηση τηλεόρασης, ελαττώνει το χρόνο συμμετοχής σε δραστηριότητες που οδηγούν σε μεγαλύτερη δαπάνη ενέργειας. Το πόση ώρα παρακολουθούν τηλεόραση τα παιδιά εξαρτάται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από τους γονείς, ειδικότερα στις μικρότερες ηλικίες.

Συμπέρασμα

Ο ρόλος των γονέων στη διαμόρφωση των διατροφικών συνηθειών των παιδιών, ιδιαίτερα στη νηπιακή και σχολική ηλικία, φαίνεται να είναι καθοριστικός. Ως εκ τούτου, οι γονείς πρέπει να αποτελούν το επίκεντρο των περισσότερων παρεμβάσεων δημόσιας υγείας που έχουν ως στόχο την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας. Οι παρεμβάσεις αυτές είναι απαραίτητο να επικεντρωθούν στο να εξοπλίσουν τους γονείς με τις ικανότητες εκείνες που θα τους βοηθήσουν να μετατρέψουν τις γνώσεις σε συμπεριφορές, και να θέσουν τα θεμέλια από νωρίς, ώστε τα παιδιά τους να αποκτήσουν υγιεινές διαιτητικές συνήθειες και αυξημένη φυσική δραστηριότητα.

Αναδημοσίευση από το περιδικό Ευεξία & Διατροφή. Τεύχος 34 ΝΟΕΜ - ΔΕΚ 2008, 26 - 29

  • Βασιλική Κωσταρέλλη
    Βασιλική Κωσταρέλλη Διατροφολόγος
ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.