640
Διαβήτης

Διαβήτης σε έγκυες και θηλάζουσες

24 Μαρτίου 2008
11 λεπτά να διαβαστεί

Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι θρεπτικοί στόχοι είναι οι ίδιοι για τις γυναίκες με και χωρίς διαβήτη. Οι στόχοι της διατροφικής ιατρικής θεραπείας MNT είναι η επαρκής θρέψη της μητέρας και του εμβρύου, η κατάλληλη ενεργειακή πρόσληψη για την επιθυμητή προσθήκη βάρους της μητέρας και τα κατάλληλα συμπληρώματα για τυχόν απαραίτητες βιταμίνες ή μέταλλα. Για την περίπτωση που η εγκυμοσύνη παρουσιάσει ως επιπλοκή τον διαβήτη, η διατροφική αγωγή θα πρέπει επίσης να επιχειρήσει να επιτύχει και να διατηρήσει τον ευνοϊκότερο έλεγχο της γλυκόζης του αίματος. Μια επιτυχής κατάληξη της εγκυμοσύνης προσδιορίζεται ως διάρκεια κυήσεως 39-41 εβδομάδων και η γέννηση ζωντανού βρέφους που ζυγίζει 6.6–8.8 lb (3–4 kgr).    

Η έγκυος διαβητική , όπως και κάθε έγκυος, απαιτεί επιπρόσθετες προσλήψεις πρωτεϊνών, βιταμινών και ιχνοστοιχείων σε συνδυασμό με επαρκή θερμιδική κάλυψη. Η ναυτία στην αρχική περίοδο της εγκυμοσύνης, είναι δυνατόν να περιπλέκει τη διαβητική ρύθμιση άλλα η αντιεμετική αγωγή συνήθως ελέγχει την κατάσταση. Η μειωμένη νεφρική οδός της γλυκόζης πιθανών να προκαλέσει σημαντικές απώλειες γλυκόζης στα ούρα ( μέχρι 70 - 80 g/ ημέρα )και αν συμπτωματικά ακολουθήσει ελλάτωση στην πρόσληψη των υδατανθράκων, τότε προκαλείται κετονουρία τύπου πείνας. Παρόμοιος συνδυασμός γλυκοζουρίας και κετονουρίας αντιμετωπίζεται όχι με αύξηση στη χορήγηση της ινσουλίνης, αλλά με αύξηση στην πρόσληψη των υδατανθράκων. Κατά την εγκυμοσύνη, η ινσουλίνη συχνά αλλάζει σε τύπο ταχείας διάρκειας και σε περισσότερες δόσεις, οπότε και η πρόσληψη υδατανθράκων κατανέμεται ανάλογα.  

Προσθήκη βάρους και ενεργειακές απαιτήσεις

Το βάρος γέννησης ενός βρέφους σχετίζεται με τις διαστάσεις και την προσθήκη βάρους της μητέρας κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι συνιστώμενοι στόχοι προσθήκης βάρους βασίζονται στον ΒΜΙ πριν την εγκυμοσύνη και θα πρέπει να είναι αποφασιστικοί. Για τις παχύσαρκες γυναίκες (BMI >30 kg/m2) συνιστάται μια μικρή προσθήκη βάρους των ~7 kgr κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Για τις λιπόσαρκες γυναίκες (BMI <19.8 kg/m2) συνιστάται μια μεγαλύτερη προσθήκη βάρους (πάνω από 18 kgr). Μια γυναίκα φυσιολογικού βάρους θα πρέπει να βάζει 1.4-2.3 kgr/μήνα για το 1ο τρίμηνο και 0.5-0.9 kgr/μήνα για την υπόλοιπη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι υπέρβαρες γυναίκες θα πρέπει να κάνουν προσθήκη βάρους στο <50% των ρυθμών αυτών.

Η ενεργειακή πρόσληψη θα πρέπει να είναι επαρκής για να προάγει την επιθυμητή προσθήκη βάρους. Εκτός από την περίπτωση που μια γυναίκα ξεκινήσει την εγκυμοσύνη της με μειωμένα ή εξαντλημένα σωματικά αποθέματα, οι ενεργειακές ανάγκες δεν αυξάνονται στο 1ο τρίμηνο. Κατά την διάρκεια του 2ου και του 3ου τριμήνου συνίσταται μια επιπρόσθετη θερμιδική πρόσληψη 300 kcal/ημέρα, για τις αυξήσεις του όγκου του αίματος, του στήθους, της μήτρας και του λιπώδους ιστού, καθώς και για την ανάπτυξη του πλακούντα, του εμβρύου και την δημιουργία των αμνιακών υγρών. Οι παχύσαρκες γυναίκες με επάρκεια σωματικού λίπους είναι πιθανόν ότι χρειάζονται λιγότερες θερμίδες. Μελέτες έχουν αναφέρει επιτυχείς καταλήξεις εγκυμοσύνης γυναικών με ενεργειακή πρόσληψη κατά την διάρκεια του 2ου και του 3ου τριμήνου, μόνο 100 kcal/ημέρα περισσότερο από την προ-εγκυμοσύνης πρόσληψη. Οι ενεργειακές εκτιμήσεις πρέπει να είναι εξατομικευμένες και βασισμένες σε διατροφικές/θρεπτικές αποτιμήσεις, την φυσική δραστηριότητα και τα πρότυπα προσθήκης βάρους κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Πρωτεϊνικές απαιτήσεις και συμπληρωματικά χορήγηση βιταμινών και μετάλλων 

Παράλληλα με την επαρκή ενεργειακή πρόσληψη, οι έγκυες γυναίκες πρέπει να τρώνε μια ισορροπημένη δίαιτα με επαρκή πρωτεΐνη. Οι πρωτεϊνικές απαιτήσεις για τις γυναίκες με διαβήτη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι οι ίδιες που ισχύουν και για τις όχι-διαβητικές έγκυες γυναίκες και αντιστοιχούν σε 0.75 gr/kgr/ημέρα συν μια επιπρόσθετη ποσότητα 10 gr/ημέρα.

Μια ισορροπημένη δίαιτα που θα οδηγήσει στην επιθυμητή προσθήκη βάρους συνήθως εφοδιάζει με όλες τις βιταμίνες και τα μέταλλα που χρειάζονται στη εγκυμοσύνη. Ωστόσο, η εκτίμηση των τροφικών προτύπων που έχει μια έγκυος γυναίκα είναι πιθανόν ότι θα αποφέρει σημαντικές πληροφορίες για τις ιδιαίτερες και εξατομικευμένες της ανάγκες. Παρόλο που δεν φαίνεται να λαμβάνει χώρα στις διαβητικές έγκυες ανώμαλος μεταβολισμός του φολικού, 400 µg/day φολικού οξέος που προέρχεται από την δίαιτα και/ή από συμπλήρωμα διατροφής, καθώς επίσης και φολικό των τροφών που λαμβάνεται από μια ελεύθερη διατροφή με ποικιλία επιλογών, συνιστάται για όλες τις γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης και είναι ικανές να μείνουν έγκυες, για την προστασία από τυχόν ελαττώματα του νευρικού σωλήνα του εμβρύου και άλλων εκ γενετής ανωμαλιών. Συχνά συνιστάται και μια χαμηλή δόση συμπληρωμάτων σιδήρου (30 mg/ημέρα) κατά την διάρκεια του 2ου και του 3ου τριμήνου. Η μέση πρόσληψη ψευδαργύρου των εγκύων είναι 11 mg/ημέρα, ενώ το RDA είναι 15 mg/ημέρα. Η συμπληρωματική χορήγηση ψευδαργύρου για τις γυναίκες με χαμηλό προ-της-εγκυμοσύνης βάρος και μειωμένα επίπεδα ψευδαργύρου του πλάσματος, οδηγούν σε βρέφη με υψηλότερο βάρος γέννησης. Η τροφή θεωρείται το καταλληλότερο μέσο για την επαρκή πρόσληψη των θρεπτικών μικροσυστατικών. Ωστόσο, συχνά χορηγούνται με ιατρική συνταγή συμπληρώματα βιταμινών και ιχνοστοιχείων προγεννητικά, λόγω της αβεβαιότητας όσον αφορά την κατάσταση θρέψης και την θρεπτική πρόσληψη.

Μη-θρεπτικές γλυκαντικές ουσίες

Ο FDA έχει εγκρίνει ως κατάλληλες για γενική χρήση τέσσερις μη-θρεπτικές γλυκαντικές ουσίες: την ζαχαρίνη, την ασπαρτάμη, την ακεσουλφάμη-Κ και την σουκραλόζη. Αυτές οι γλυκαντικές ουσίες εμφανίζονται ως ασφαλείς και για χρήση κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, συνήθως συνιστάται συντηρητική κατανάλωση.

Παρόλο που η ζαχαρίνη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα και να παραμείνει στους εμβρυϊκούς ιστούς εξαιτίας της αργής διαδικασίας εκκαθάρισης του εμβρύου, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η ζαχαρίνη προκαλεί κάποιου είδους ασθένεια. Εάν μια γυναίκα επιλέξει να χρησιμοποιεί ζαχαρίνη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι παρούσες ενδείξεις προτείνουν ότι η χρήση της είναι ασφαλής.         

Σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ζώα, η χρήση της ασπαρτάμης φάνηκε ακίνδυνη για το έμβρυο όταν αυτή απορροφούνταν σε ποσότητα τριπλάσια του ADI. Η φαινυλαλανίνη, η ασπαρτάμη και η μεθανόλη είναι τα διατροφικά συστατικά της ασπαρτάμης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του πλάσματος σε φαινυλαλανίνη της μητέρας που λαμβάνουν χώρα μετά την απορρόφηση της ασπαρτάμης, θα ανέβαζαν τα επίπεδα του εμβρύου σε τοξικά επίπεδα. Κλινικές μελέτες με μεμονωμένες ή επαναλαμβανόμενες δόσεις ασπαρτάμης έχουν δείξει ότι η ασπαρτάμη έχει μια ελάχιστη επίδραση στις συγκεντρώσεις ορού της ασπαρτάμης, της φαινυλαλανίνης και της μεθανόλης και δεν έχει καμία κλινική επίδραση στις υγιείς γυναίκες και στις ετερόζυγες για φαινυλκετονουρία γυναίκες. Η ασπαρτάμη δεν διαπερνά τον πλακούντα σε οποιοδήποτε επίπεδο πρόσληψης, εκτός βέβαια από περιπτώσεις υπέρογκης κατανάλωσης (100νταπλάσια της φυσιολογικής). Η μεθανόλη του πλάσματος δεν αυξάνεται σημαντικά μετά από φόρτιση με ασπαρτάμη. Συνεπώς, εάν λάβει χώρα μεταφορά των συστατικών αυτών μέσω του πλακούντα, η ποσότητα δεν είναι κλινικά σημαντική.

Πολυπαραγωγικές μελέτες σε αρουραίους που ελάμβανα ακεσουλφάμη-Κ και σουκραλόζη έδειξαν ότι δεν υπάρχουν αρνητικές επιδράσεις στην γονιμότητα, στον αριθμό των απογόνων, στο βάρος γέννησης, στην θνησιμότητα ή στην εμβρυϊκή ανάπτυξη. Η ακεσουλφάμη-Κ και η σουκραλόζη θεωρούνται κατά συνέπεια ασφαλείς στην χρήση τους κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Εγκυμοσύνη με πρώιμη εμφάνιση τύπου 1 ή τυπου 2 διαβήτη

Για τις γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2, η επίτευξη ικανοποιητικού γλυκαιμικού ελέγχου πριν και μετά την σύλληψη, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την πιθανότητα επίπτωσης εκ γενετής ανωμαλιών και αποβολής του εμβρύου. Η προ-της-εγκυμοσύνης διατροφική αγωγή περιλαμβάνει έναν εξατομικευμένο προγεννητικό διαιτητικό σχεδιασμό προκειμένου να βελτιωθεί ο έλεγχος της γλυκόζης του αίματος. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, η διανομή των θερμίδων και των υδατανθράκων στον σχεδιασμό των γευμάτων, θα πρέπει να βασίζεται στις τροφικές συνήθειες της γυναίκας, στις καταγραφές της γλυκόζης του αίματος και στις αναμενόμενες φυσιολογικές αντιδράσεις του σώματος στην εγκυμοσύνη. Τα τακτικά γεύματα και snacks είναι σημαντικά για την αποφυγή υπογλυκαιμικών επεισοδίων, τα οποία είναι συχνά εξαιτίας της συνεχούς πτώσης της γλυκόζης του εμβρύου από την μητέρα. Επιπρόσθετα, η επιταχυνόμενη πείνα της εγκυμοσύνης οδηγεί σε καταβολισμό των λιπών, κετοναιμία και κετονουρία μόλις 12-14 ώρες μετά από την νηστεία. Η κετοναιμία αυτή έχει συσχετιστεί με χαμηλότερους δείκτες ευφυΐας των απογόνων στην ηλικία 2-5 ετών.

Ένα απογευματινό snack είναι συνήθως απαραίτητο για τις έγκυες γυναίκες με διαβήτη, για να μειώσει το δυναμικό για την εξέλιξη νυχτερινής υπογλυκαιμίας και κέτωσης νηστείας. Η παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος και η ημερήσια καταγραφή προσλαμβανομένων παρέχουν εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για την ρύθμιση της ινσουλίνης και τον σχεδιασμό των γευμάτων.

Διαβήτης Κύησης

Η αποφυγή των περιγεννητικών αρνητικών επιδράσεων είναι ο πρωταρχικός στόχος του προ-του-τοκετού χειρισμού του διαβήτη της κυοφορίας. Οι γυναίκες που αποτυγχάνουν να φτάσουν ή να διατηρήσουν τους γλυκαιμικούς τους στόχους ή που δείχνουν σημάδια υπερβολικής ανάπτυξης του εμβρύου με την διατροφική αγωγή, θα πρέπει να εξεταστούν προκειμένου να εξακριβωθεί το εάν χρίουν φαρμακευτικής αγωγής με ινσουλίνη.  Τα αποτελέσματα μιας μεμονωμένης έρευνας υποδεικνύουν ότι η glyburide ίσως αποτελεί μια εναλλακτική στρατηγική που αξίζει την μελλοντική ιατρική προσοχή. Εντατική θεραπεία της υπεργλυκαιμίας σε γυναίκες με διαβήτη κυοφορίας μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο του υπερβολικού μεγέθους του εμβρύου κατά την διάρκεια της κυοφορίας. Ωστόσο, οι περιγεννητικές επιδράσεις των μικρών-για-την-ηλικία-κυήσεως νεογνών σε εγκυμοσύνες με διαβήτη κυοφορίας, είναι πιθανόν ότι θα χειροτερεύσουν με την εφαρμογή μιας εντονότερης θεραπείας από αυτήν που αρμόζει.


Ο στόχος της θεραπευτικής αγωγής για τις γυναίκες με διαβήτη κυοφορίας είναι η προαγωγή της θρέψη που είναι απαραίτητη για την μητρική και την εμβρυϊκή υγεία, τα επαρκή ενεργειακά επίπεδα ικανά να αποφέρουν την κατάλληλη προσθήκη βάρους κατά την κύηση, η επίτευξη και η διατήρηση ευγλυκαιμικής κατάστασης και τέλος, η απουσία κετονών. Οι υδατάνθρακες κατανέμονται κατά την διάρκεια της ημέρας σε τρία γεύματα μικρού-έως-μεσαίου μεγέθους και σε 2-4 snacks. Ένα απογευματινό snack ίσως απαιτείται για την πρόληψη επιταχυνόμενης κέτωσης κατά την διάρκεια της νύχτας. Ειδικές θρεπτικές/διατροφικές συστάσεις αποφασίζονται και τροποποιούνται με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες και τα δεδομένα της καθημερινής παρακολούθησης της γλυκόζης του αίματος.

Οι δίαιτες που περιέχουν υδατάνθρακες σε ποσοστό 40-45% της ολικής ενεργειακής πρόσληψης φαίνεται ότι μειώνουν τα μεταγευματικά επίπεδα της γλυκόζης, με τους υδατάνθρακες να είναι λιγότερο καλώς-ανεκτοί στο πρωινό παρά στα υπόλοιπα γεύματα. Ο διαιτητικός χειρισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει την εκτίμηση της εξατομικευμένης γλυκαιμικής απάντησης στο φαγητό και σε διαφορετικές ώρες της ημέρας. Εάν στην διαιτητική αγωγή προστεθεί ινσουλινοθεραπεία, ως πρωταρχικός στόχος θα πρέπει να τεθεί η διατήρηση της ομαλής συνύπαρξης των υδατανθράκων στα γεύματα και στα snacks, προκειμένου να διευκολυνθούν οι ρυθμίσεις της ινσουλίνης.

Πολυάριθμες ερευνητικές μελέτες έχουν εστιαστεί στην χρήση των διαίτων με περιορισμό της ενεργειακής πρόσληψης, κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι υποθερμιδικές δίαιτες (<1.200 θερμίδες ημερησίως) όταν εφαρμόζονται σε παχύσαρκες γυναίκες με διαβήτη κυήσεως φαίνεται ότι οδηγούν σε κετοναιμία και κετονουρία. Σε μια έρευνα, μια μέτρια ενεργειακή μείωση (θερμιδικός περιορισμός κατά 33% των εκτιμούμενων ενεργειακών απαιτήσεων ή ~ 1.600-1.800 kcal/ημέρα) οδήγησε σε πτώση του μέσου όρου των επιπέδων της γλυκόζης αίματος, χωρίς να παρατηρηθεί αύξηση των ελεύθερων λιπαρών οξέων του πλάσματος ή κετονουρία, ενώ μια πι έντονη ενεργειακή μείωση (50% θερμιδικός περιορισμός) σχεδόν υπερδιπλασιάζει την κετονουρία. Η ενεργειακή πρόσληψη θα πρέπει να δύναται να διατηρήσει την επιθυμητή προσθήκη βάρους κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ημερήσιες καταγραφές των προσλαμβανομένων, οι εβδομαδιαίοι έλεγχοι βάρους και οι μετρήσεις κετονών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποφασιστούν οι εξατομικευμένες ενεργειακές συστάσεις και το εάν μια γυναίκα υποσιτίζεται για να αποφύγει την ινσουλινοθεραπεία.

Η τακτική αεροβική άσκηση φαίνεται να μειώνει τις συγκεντρώσεις της γλυκόζης νηστείας και της μεταγευματικής γλυκόζης και πιθανόν να χρησιμοποιείται ως ένας ρυθμιστής της διαιτητικής αγωγής για την βελτίωση της γλυκαιμίας της μητέρας. Άλλα οφέλη της άσκησης κατά την διάρκεια της κυήσεως είναι η καρδιαγγειακή υγεία και η μείωση των ενοχλήσεων σε πιθανή επόμενη εγκυμοσύνη. Η ευνοϊκότερη συχνότητα και πυκνότητα της άσκησης για την πτώση της συγκέντρωσης γλυκόζης της μητέρας δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, αλλά φαίνεται ότι απαιτείται η ελάχιστη παρουσία τριών επεισοδίων εβδομαδιαίως σωματικής άσκησης, διάρκειας 15 λεπτών το καθένα, προκειμένου να τροποποιηθούν τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος. Επιπρόσθετα, ίσως χρειάζονται 2-4 εβδομάδες τακτικής άσκησης, προτού παρατηρηθεί πτώση της γλυκαιμίας. Υπάρχουν ανεπαρκή τεκμήρια για να γίνει η σύσταση οποιουδήποτε ειδικού τύπου άσκησης ως καταλληλότερου από άλλον, όσον αφορά τον χειρισμό του διαβήτη κυήσεως.

Στοιχεία της γλυκόζης του αίματος επιτρέπουν την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της διαιτητικής αγωγής και της τυχόν ανάγκης για εφαρμογή φαρμακευτικής αγωγής. Τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης, παρά τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας, είναι πιθανόν ότι σχετίζονται πιο άμεσα με κινδύνους που τυχόν διατρέχει το έμβρυο. Η μέτρηση  προ-του-πρωινού των κετονών συνιστούνται για τους ασθενείς που λαμβάνουν υποθερμιδικές ή υπό-υδατανθρακικές δίαιτες, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανίχνευση και η θεραπεία των κετονών. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης των κετονών για το όφελος του εμβρύου δεν έχει ακόμα αποδειχθεί.

Παρόλο τ’ ότι οι περισσότερες γυναίκες με διαβήτη κυήσεως επιστρέφουν σε φυσιολογική ανοχή της γλυκόζης μετά τον τοκετό, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κυήσεως σε επακόλουθες εγκυμοσύνες και διαβήτη τύπου 2 αργότερα κατά την διάρκεια της ζωής τους. Τα τεκμήρια υποδεικνύουν ότι μια μεμονωμένη γέννα οδηγεί σε μια μέση αύξηση του σωματικού βάρους της μητέρας κατά 2-3 kgr και συνεπώς, αυξάνει τον κίνδυνο του να γίνει η μητέρα υπέρβαρη μετά τον τοκετό. Οι αλλαγές του σωματικού βάρους κατά την μετά-τον-τοκετό περίοδο φαίνεται πως οφείλονται σ’ έναν συνδυασμό μεταξύ της τάσης διατήρησης της προσθήκης βάρους κυήσεως και των αλλαγών σωματικού βάρους που οφείλονται σε τροποποιήσεις της όλης νοοτροπίας ζωής της μητέρας που σχετίζεται με την ανατροφή του παιδιού. Τέτοιες αλλαγές της γενικής νοοτροπίας που στοχεύουν στην μείωση του βάρους και στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας είναι πιθανόν ότι λειτουργούν ευεργετικά, όσον αφορά την μείωση του αυξημένου κινδύνου επακόλουθης εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Γαλακτογονία

Ο θηλασμός συνιστάται για τις γυναίκες με προϋπάρχων διαβήτη ή με διαβήτη κυήσεως, παρόλο τ’ ότι η επίτευξη του επιθυμητού μεταβολικού ελέγχου κατά την διάρκεια της γαλακτογονίας είναι μάλλον δύσκολη για τις γυναίκες με διαβήτη τύπου 1. Ο θηλασμός έχει την ικανότητα να μειώνει την γλυκόζη του αίματος και έτσι απαιτείται συχνά, στις γυναίκες που παίρνουν ινσουλίνη, να καταναλώνουν ένα snack που περιέχει υδατάνθρακες πριν ή κατά την διάρκεια του θηλασμού. Τα απογευματινά ή τα βραδινά snacks είναι επίσης πιθανόν ότι θα είναι απαραίτητα. Οι ενεργειακές απαιτήσεις κατά την διάρκεια των πρώτων 6 μηνών της γαλακτογονίας αυξάνουν κατά ~200 kcal, επιπρόσθετα του σχεδιασμένου διαιτολογίου εγκυμοσύνης. Ωστόσο, μια ενεργειακή πρόσληψη 1.800 kcal/ημέρα καλύπτει συνήθως τις θρεπτικές ανάγκες της γαλακτογονίας και επιτρέπει ίσως μια αργή απώλεια βάρους 1-2 lb/μήνα. Παρόλο τ’ ότι δεν χάνουν όλες οι γυναίκες βάρος κατά τον θηλασμό, είναι φυσιολογικό να λαμβάνει χώρα απώλεια βάρους καθώς τα μητρικά αποθέματα λίπους τροποποιούνται. Οι υπέρβαρες γυναίκες είναι πιθανόν να χάσουν πάνω από 2 kgr/μήνα χωρίς αυτό να επιδράσει στον όγκο του γάλακτος.

Υπάρχουν ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία για την ορθότητα των κάτωθι ισχυρισμών:

  • Οι θρεπτικές απαιτήσεις κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλακτογονίας είναι παρόμοιες για τις γυναίκες που έχουν ή δεν έχουν διαβήτη. Για όλες τις γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης και είναι ικανές να μείνουν έγκυες, 400 mgr/ημέρα φολικού οξέος από τα τρόφιμα της δίαιτας και/ή από συμπληρώματα καθώς επίσης και από μια ποικιλία τροφών, συνιστούνται για την πρόληψη ελαττωμάτων στον νευρικό σωλήνα του εμβρύου και άλλων εκ γενετής ανωμαλιών οποιουδήποτε δυνάμενου απογόνου.
  • Εξαιτίας του ότι ο πρωτύτερος διαβήτης κυήσεως αποτελεί έναν παράγοντα κινδύνου για επακόλουθη εμφάνιση προβληματικής ανοχής στην γλυκόζη και διαβήτη τύπου 2, συνιστούνται μεταβολές του τρόπου ζωής οι οποίες θα στοχεύουν σε μείωση του βάρους ή πρόληψη της προσθήκης βάρους και αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μετά τον τοκετό.
  • Η χρήση των μη-θρεπτικών γλυκαντικών ουσιών κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι ασφαλής.
  • Όπως ισχύει και για τις μη-διαβητικές, οι διαβητικές γυναίκες θα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.    

Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις που υποστηρίζουν την ορθότητα των κάτωθι ισχυρισμών:

  • Σε γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 ή 2, η ιατρική διατροφική θεραπεία (ΜΝΤ) είναι σημαντική για την επίτευξη και την διατήρηση ικανοποιητικού γλυκαιμικού ελέγχου κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Η ΜΝΤ ( ιατρική διατροφική θεραπεία ) για τον διαβήτη κυήσεως στοχεύει σε τέτοιες τροφικές επιλογές ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή προσθήκη βάρους, η ευγλυκαιμική κατάσταση και η απουσία κετονών. Σε ορισμένες γυναίκες είναι πιθανόν ότι επιπλέον θα χρειάζεται μετριασμός της ενέργειας και περιορισμός των υδατανθράκων.
  • Για την αποφυγή της κέτωσης, είναι σημαντική η επαρκής ενεργειακή πρόσληψη και η κατάλληλη κατανομή μεταξύ των γευμάτων και των snacks. Ένα απογευματινό snack ίσως χρειάζεται για να αποτρέψει επιδεινωμένη κέτωση κατά την διάρκεια της νύχτας.
  • Παρόλο τ’ ότι η τακτική άσκηση φαίνεται να μειώνει την συγκέντρωση της γλυκόζης νηστείας και της μεταγευματικής γλυκόζης, δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ώστε να συνιστούμε οποιοδήποτε ειδικό τύπο άσκησης για τον χειρισμό του διαβήτη κυήσεως.
  • Η επιτυχής γαλακτογονία απαιτεί σχεδιασμό και συντονισμό της φροντίδας που ακολουθεί τον τοκετό.  

Ο ακόλουθος ισχυρισμός είναι βασισμένος στην ομοφωνία των εμπειρογνωμόνων:

Δεν υπάρχουν επαρκή τεκμήρια για να υποστηρίξουν ότι υπάρχει όφελος από την συμπληρωματική χορήγηση προγεννητικά βιταμινών και/ή μετάλλων. Ωστόσο, τα συμπληρώματα αυτά χορηγούνται συχνά με ιατρική συνταγή λόγω της αβεβαιότητας όσον αφορά την κατάσταση θρέψης και την θρεπτική πρόσληψη.

Επίσης:

  • Οι θρεπτικές απαιτήσεις κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλακτογονίας είναι παρόμοιες για τις γυναίκες που έχουν ή δεν έχουν διαβήτη.
  • Η ΜΝΤ (ιατρική διατροφική θεραπεία) για τον διαβήτη κυήσεως στοχεύει σε τέτοιες τροφικές επιλογές  ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή προσθήκη βάρους, η ευγλυκαιμική κατάσταση και η απουσία κετονών.
  • Σε ορισμένες γυναίκες με διαβήτη κυήσεως είναι πιθανόν να χρειαστεί μετριασμός της ενέργειας και περιορισμός των υδατανθράκων.
  • Γυναίκες που είχαν διαβήτη πριν την εγκυμοσύνη τους ή γυναίκες που αναπτύσσουν διαβήτη κατά την εγκυμοσύνη, έχουν περισσότερες πιθανότητες επιπλοκών όπως γέννηση νεκρού παιδιού, συγγενείς ανωμαλίες του παιδιού και ανάγκη για καισαρική τομή
  • Χριστίνα Φοντόρ
    Χριστίνα Φοντόρ Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

    H Χριστίνα Φοντόρ πτυχιούχος της Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών, με επιπλέον σπουδές στην Ψυχοσωματική θεραπεία. Διατηρεί Διαιτολογικό Γραφείο στην Αργυρούπολη όπου, καθημερινά, έρχεται σε επαφή με ανθρώπους παρέχοντας τους εξατομικευμένες διατολογικές υπηρεσίες.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.