746
Διαβήτης

Σακχαρώδης Διαβήτης: Δεν φοβάμαι τη θεραπεία με ινσουλίνη

12 Μαΐου 2011
της Βάϊας Λαμπαδιάρη
Σακχαρώδης Διαβήτης: Δεν φοβάμαι τη θεραπεία με ινσουλίνη

Photo source: www.bigstockphoto.com

Πότε και σε ποιον δίνεται ινσουλίνη;

O σακχαρώδης διαβήτης (το σάκχαρο ή ζάχαρο δηλαδή) είναι μια σοβαρή διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών. Η πλειοψηφία των περιπτώσεων (85%) αφορά στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή στο διαβήτη των ενηλίκων, όπως λεγόταν παλιότερα, που χαρακτηρίζεται από διαταραχή τόσο στην παραγωγή όσο και στη δράση της ινσουλίνης που είναι η ορμόνη που πάσχει σε αυτή την πάθηση. Το πρόβλημα έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας και η αντιμετώπιση του περιλαμβάνει δίαιτα, άσκηση και συνδυασμένη θεραπεία με φάρμακα.

Στον άρρωστο που πάσχει από διαβήτη η λειτουργία μιας ορμόνης που λέγεται ινσουλίνη δεν είναι φυσιολογική. Αυτό συνήθως περιλαμβάνει μικρότερη παραγωγή της ορμόνης και μειωμένη δράση της. Το τελικό αποτέλεσμα για τον οργανισμό είναι έλλειψη ινσουλίνης. Τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί σαφές ότι η βλάβη του κυττάρου που παράγει ινσουλίνη, και η οποία οδηγεί τελικά σε μειωμένη έκκριση της ινσουλίνης στο διαβητικό ασθενή, συμβαίνει πολύ νωρίτερα στη φυσική πορεία της νόσου σε σχέση με αυτό που πιστεύαμε παλαιότερα.

Η γενική αρχή στην θεραπεία των διαβητικών ασθενών είναι ότι η ρύθμιση του μεταβολισμού πρέπει να βρίσκεται όσο γίνεται πιο κοντά στο φυσιολογικό με όσο το δυνατόν λιγότερα επεισόδια υπογλυκαιμιών. Όμως, ο κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η καθυστέρηση της καταστροφής του κυττάρου που παράγει την ινσουλίνη και η βελτίωση της δράσης της, με άλλα λόγια η καθυστέρηση της εξέλιξης της αρρώστιας.

Σήμερα ξέρουμε ότι η ρύθμιση του σακχάρου του αίματος οδηγεί σε μείωση μακροπρόθεσμα των επιπλοκών που θα οδηγήσουν τελικά στην αναπηρία και στο θάνατο. Δυστυχώς όμως, περίπου 40% των ασθενών δεν ρυθμίζονται ικανοποιητικά με συνέπεια το κύτταρο που παράγει την ινσουλίνη να εξαντλείται στην προσπάθειά του να παράγει όλο και περισσότερη ινσουλίνη για να ρυθμίσει το σάκχαρο.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη επιπλοκών αλλά και τη μείωση της επιβίωσης. Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι εξελικτική νόσος και η πλειοψηφία των ασθενών με έναρξη σε σχετικά νέα ηλικία - μικρότερη των 65 ετών- κάποια στιγμή θα χρειαστούν ινσουλίνη. Η έναρξη δε της ινσουλινοθεραπείας καθυστερεί όμως στην πλειοψηφία των ασθενών κατά μέσο όρο κατά 8 χρόνια.

Η Ινσουλίνη θα πρέπει να δίνεται έγκαιρα στις παρακάτω περιπτώσεις:

  1. Σε ασθενείς που ενώ παίρνουν δύο ειδών αντιδιαβητικά χάπια, δεν καταφέρνουν να ρυθμίσουν καλά το σάκχαρο, (ιδιαίτερα νέα και σχετικά λεπτόσωμα άτομα).
  2. Σε πρωτοεμφανιζόμενούς ασθενείς με σοβαρό διαβήτη, όπως αυτό φαίνεται όταν μια ειδική εξέταση που λέγεται γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ξεπερνά το 9%.
  3. Σε ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα όπως πολλά ούρα, έντονη δίψα ενώ πίνουν νερό, πείνα και απώλεια βάρους ενώ έχουν όρεξη και τρώνε κανονικά.
  4. Στην διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  5. Σε ασθενείς με σοβαρό νόσημα του συκωτιού ή του νεφρού.
  6. Σε ασθενείς με αρρύθμιστο διαβήτη που πέφτουν σε κώμα.
  7. Σε περιπτώσεις τραυματισμού, σοβαρής λοίμωξης, χειρουργείου και ανάγκης για λήψη κορτιζόνης.
  8. Στις περιπτώσεις που έχουν ήδη εγκατασταθεί οι σοβαρές επιπλοκές της αρρώστιας όπως η νευροπάθεια, η αγγειοπάθεια ή η σοβαρού βαθμού αμφιβληστροειδοπάθεια που μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.

Γιατί καθυστερεί η έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη;

Η καθυστέρηση της εισαγωγή ινσουλίνης στη θεραπεία του διαβητικού οφείλεται κυρίως στο φόβο για τις ενέσεις, στις υπογλυκαιμίες και στην πεποίθηση ότι αυξάνει έτσι η σοβαρότητα της νόσου. Παράλληλα πολλοί γιατροί, λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης στο αντικείμενο, παρουσιάζουν την ινσουλίνη ως τιμωρία για τον ασθενή και προβάλουν το δικό τους φόβο για την εντατικοποίηση  της θεραπείας, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να τον πείσουν και να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη.

Δοσολογικά σχήματα χορήγησης ινσουλίνης.

Τα σκευάσματα ινσουλίνης διακρίνονται ανάλογα με το χρόνο έναρξης και τη διάρκεια δράσης σε:  (α) ταχείας, (β) ενδιάμεσης και (γ) βραδείας δράσης. Σε αυτά έχουν προστεθεί τρία φάρμακα που μοιάζουν με την ινσουλίνη και λέγονται ανάλογα ινσουλίνης τα οποία έχουν έναρξη δράσης πολύ ταχύτερη από εκείνη της ινσουλίνης ταχείας δράσης και δύο ανάλογα ινσουλίνης βραδείας δράσης. Υπάρχουν επίσης έτοιμα μίγματα ινσουλινών ταχείας ή ταχέος αναλόγου και ενδιάμεσης δράσης σε διάφορες αναλογίες, στα οποία η κάθε μία από τις ινσουλίνες διατηρεί τα δικά της  χαρακτηριστικά.  

Η συνηθισμένη πρακτική όταν αποτυγχάνουν τα αντιδιαβητικά χάπια είναι η προσθήκη ινσουλίνης ενδιάμεσης ή βραδείας δράσης στην ήδη υπάρχουσα αγωγή. Αυτό γίνεται με μία δόση την ημέρα, συνήθως το βράδυ ή δυο δόσεις πρωί-βράδυ, αν χρειάζεται.

Τα ανάλογα της ινσουλίνης βραδείας δράσης πλεονεκτούν έναντι της κλασσικής ινσουλίνης βραδείας δράσης λόγω της μικρότερης εμφάνισης νυχτερινών υπογλυκαιμιών και της δυνατότητας αύξησης της δόσης όσο χρειάζεται ώστε να ομαλοποιηθεί η γλυκόζη νηστείας, ακόμα και με μια δόση το εικοσιτετράωρο.

Είναι ουσιαστικό να εκπαιδευτεί ο ασθενής στο να λαμβάνει προοδευτικά αυξανόμενη δόση μέχρι το επιθυμητό αποτέλεσμα και να κατανοεί ότι αυτή η δόση είναι η απαραίτητη για αυτόν και όχι “υψηλή” ή επικίνδυνη.

Αν το σάκχαρο ανεβαίνει μετά τα γεύματα, πρέπει να προστεθεί ινσουλίνη ταχείας δράσεως ή καλύτερα ταχύ ανάλογο αρχικά πριν το κύριο γεύμα (π.χ. μεσημέρι) με ταυτόχρονη χορήγηση αντιδιαβητικών χαπιών. Όταν αυτό δεν επαρκεί για τη ρύθμιση, δηλαδή όταν η νόσος έχει προχωρήσει γίνεται σταδιακή προσθήκη ταχέος αναλόγου πριν από κάθε κύριο γεύμα. Και σε αυτή την περίπτωση μπορούν να συγχορηγούνται χάπια που βοηθούν στη δράση της ινσουλίνης.

Για τη σωστή χρήση της ινσουλίνης πρέπει να γνωρίζουμε ότι:

Η ινσουλίνη αποτελεί ένα ανεκτίμητο θεραπευτικό εργαλείο στα χέρια του γιατρού για το διαβητικό ασθενή και θα πρέπει να ξεκινά έγκαιρα πριν ο τελευταίος εξαντλήσει τις εφεδρείες του ή εμφανίσει επιπλοκές. Η σωστή ενημέρωση και εκπαίδευση του ασθενούς από εξειδικευμένη ομάδα αλλά και η σχέση εμπιστοσύνης με το γιατρό του θα οδηγήσει σε καλύτερη υγεία και ποιότητα ζωής.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & Διατροφή, Τεύχος 47 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2011, σελ.22

  • Βάϊα Λαμπαδιάρη Παθολόγος
×

×