746
Διαβήτης

Σακχαρώδης Διαβήτης και Αλλεργία

29 Απριλίου 2015
της Καλλιόπης Κόντου-Φίλη

Περίπου 1 στους 3 Έλληνες θα εμφανίσει κάποιας μορφής αλλεργία στη διάρκεια της ζωής του.

Καλά σχεδιασμένες μελέτες δείχνουν ότι η ατοπική αλλεργία έχει πιο αρνητική επίπτωση στην ποιότητα ζωής των ασθενών συγκριτικά με άλλα χρόνια νοσήματα, ακόμη και από τον ινσουλινο-εξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη.

Η συμμετοχή του ειδικού αλλεργιολόγου κρίνεται αναγκαία για την ταυτοποίησή τους.

O σακχαρώδης διαβήτης και τα αλλεργικά νοσήματα έχουν αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Ελλάδα.

Η παθογένεια και των δύο νοσημάτων σχετίζεται με το αμυντικό μας σύστημα (ανοσοποιητικό), αλλά προκαλείται με διαφορετικούς μηχανισμούς' βάσει αυτών (παθογενετικών μηχανισμών) θα έπρεπε η εκδήλωση του ενός νοσήματος να αποκλείει την εμφάνιση του δεύτερου στο ίδιο άτομο. Όμως, τα αντικρουόμενα αποτελέσματα σχετικών μελετών δείχνουν ότι μάλλον πρόκειται για απλή συνύπαρξη δύο νοσημάτων, των οποίων η συχνότητα επηρεάζεται από κοινούς περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Με δεδομένη την συχνότητα και την αρνητική επίπτωση των αλλεργικών νοσημάτων ατοπικού τύπου (δηλ. ατοπικής δερματίτιδας, αλλεργικής ρινίτιδας και αλλεργικού άσθματος) στην ποιότητα ζωής των ασθενών και της οικογένειάς τους , θα ήταν χρήσιμη ειδική αναφορά σε αυτές, αλλά τις θεραπευτικές παρεμβάσεις που διαθέτουμε σήμερα .

Η Ατοπική δερματίτις (ή αλλεργικό έκζεμα) είναι χρόνια, φλεγμονώδης διαταραχή με χαρακτηριστικές βλάβες και εντοπισμό, που συνοδεύεται από κνησμό (φαγούρα) και ξηρότητα του δέρματος. Εμφανίζεται πιο συχνά στην ηλικία μεταξύ 2 και 6 μηνών, μολονότι είναι δυνατόν να πρωτοεμφανιστεί νωρίτερα ή αργότερα. Ο έντονος κνησμός και το ξύσιμο που ακολουθεί συχνά οδηγούν σε λοίμωξη του δέρματος και σε φαύλο κύκλο επιδείνωσης και διαιώνισης του προβλήματος.

Εκτός από τα μικρόβια και τα αλλεργιογόνα, τροφικής κυρίως προέλευσης στα παιδιά, ερεθιστικοί ή άλλοι παράγοντες - που επιδεινώνουν το πρόβλημα και άρα πρέπει να ελέγχονται είναι:

  • Σαπούνια, ιδιαίτερα αρωματικά και χρωματισμένα 
  • Απορρυπαντικά και χλωρίνη ή οργανικοί διαλύτες
  • Μάλλινα και συνθετικά ρούχα σε επαφή με το δέρμα 
  • Καπνός τσιγάρου (για βλάβες προσώπου και μάλιστα στα βλέφαρα) 
  • Σκόνη, Άμμος 
  • Άγχος, 
  • Εφίδρωση 

Η θεραπευτική αντιμετώπιση –κυρίως με τοπικά φάρμακα και ειδική φροντίδα του δέρματος - καθορίζεται από τη ένταση και έκταση της νόσου και επίσης την ηλικία και θα ήταν σκόπιμο να συζητηθεί λεπτομερώς μελλοντικά.

Η αλλεργική ρινίτιδα (με ή χωρίς επιπεφυκίτιδα) και το αλλεργικό άσθμα συχνά συνυπάρχουν ή το άσθμα έπεται της ρινίτιδας και αντίστροφα, ενώ πιο σπάνια η κάθε νόσος ακολουθεί μοναχική πορεία.

Σήμερα κρίνεται αναγκαία η σφαιρική αντιμετώπιση της αλλεργίας του αναπνευστικού (ρινίτιδας και άσθματος), αφού έχει καταδειχθεί από πλήθος πρόσφατων μελετών ότι και λειτουργικά το αναπνευστικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με δύο άκρα, τα οποία αλληλοεπηρεάζονται και θετικά και αρνητικά. Επομένως, για να ελεγχθεί πλήρως το άσθμα απαιτείται παράλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση της ρινικής φλεγμονής και αντιστρόφως.

Η φαρμακευτική θεραπεία εξατομικεύεται και καθορίζεται από την λεπτομερή ανασκόπηση των συμπτωμάτων κάθε ασθενούς (έναρξη του προβλήματος, συνήθη εποχική κατανομή και διάρκεια, ένταση και έκταση των συμπτωμάτων, ανταπόκριση σε θεραπευτικά σχήματα που ήδη εφαρμόστηκαν, τυχόν παρενέργειες των φαρμάκων αυτών κ.λ.π.) και την κλινικά ευρήματα κατά την εξέταση του ασθενούς.

Τα συνήθη θεραπευτικά σχήματα περιλαμβάνουν για την ρινίτιδα αντιισταμινικά ± τοπικά κορτικοστεροειδή (για την ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση τους) και αντιλευκοτριενικά φάρμακα, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει και άσθμα. Σπανίως και για πολύ βραχύ χρονικό διάστημα δυνατόν να απαιτηθεί και η χρήση αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων (προς ανακούφιση της έντονης ρινικής απόφραξης ή «μπούκωμα μύτης»).

Τα ίδια φάρμακα (πλην των αντιλευκοτριενικών), εφαρμόζονται ως κολλύρια και σε περιπτώσεις αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, εάν τα από του στόματος χορηγούμενα αντιισταμινικά δεν ελέγξουν ικανοποιητικά τα οφθαλμικά συμπτώματα.

Το άσθμα, ανάλογα με την βαρύτητα και την αναμενόμενη εποχική διάρκειά του (βάσει του ιστορικού και αλλεργιολογικού ελέγχου), αντιμετωπίζεται με εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά, συνδυασμό βρογχοδιασταλτικών και κορτικοστεροειδών σε εισπνοές και αντιλευκοτριενικά σε δισκία. Σε περιπτώσεις χρόνιου αλλεργικού άσθματος, ανθεκτικού στα προαναφερθέντα μπορεί να γίνει χρήση νεώτερου τύπου βιολογικών φαρμάκων, κατά την κρίση ειδικών ιατρών (αλλεργιολόγου και πνευμονολόγου).

Συχνά οι ασθενείς και ιδιαίτερα οι διαβητικοί ανησυχούν (και δικαιολογημένα ως ένα βαθμό) για τις παρενέργειες της κορτιζόνης και απορρίπτουν οποιαδήποτε θεραπεία φέρει την ρίζα κορτι…. Όμως, πρέπει να τονιστεί ότι τα νεώτερα κορτικοστεροειδή, που χορηγούνται τοπικά - με ψεκασμούς στη μύτη ή εισπνοή ή βρόγχους – είναι φάρμακα 1ης γραμμής για τον έλεγχο της αλλεργικής φλεγμονής και ασφαλή στις συνιστώμενες δόσεις, ακόμη και για τα παιδιά. Επομένως και ο διαβητικός ασθενής πρέπει να τα χρησιμοποιεί, όπως έχει υποδείξει ο υπεύθυνος ιατρός, προς αποφυγή εξάρσεων της νόσου, που αναπόφευκτα θα οδηγούσαν στη χρήση “υπερπολλαπλάσιας” ποσότητας κορτιζόνης (σε δισκία ή ενέσεις), με κίνδυνο την απορρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη.

karta diaviti

 

  • Καλλιόπη Κόντου-Φίλη M.D.,Ph.D., Διευθύντρια Αλλεργιολογικού Τμήματος Ευρωκλινική Αθηνών
×

×