Συστάσεις Διατροφής

Αβιταμίνωση

08 Σεπτεμβρίου 2020
1206 Προβολές
7 λεπτά να διαβαστεί
adynami kopela apo avitaminosi

Photo source: www.canva.com

Οι βιταμίνες είναι συστατικά που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός για την ομαλή ανάπτυξη και λειτουργία του. Διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, στις λιποδιαλυτές (A, D, E, K) και στις υδατοδιαλυτές (βιταμίνες του συμπλέγματος B, βιταμίνη C). Η αβιταμίνωση θεωρείται η κατάσταση μακροχρόνιας έλλειψης μίας ή και περισσότερων βιταμινών. Όταν προκαλείται από την ανεπαρκή πρόσληψη βιταμινών μέσω της διατροφής, ταξινομείται ως πρωτογενής ανεπάρκεια, ενώ όταν οφείλεται σε υποκείμενη διαταραχή όπως η δυσαπορρόφηση, ονομάζεται δευτερογενής ανεπάρκεια. Μια υποκείμενη διαταραχή μπορεί να είναι γενετική ή απόρροια του τρόπου ζωής που αυξάνει τις ανάγκες σε βιταμίνες, όπως το κάπνισμα ή η κατανάλωση αλκοόλ. Συχνά δεν αναγνωρίζονται κλινικά, παρόλου που και οι ήπιες ανεπάρκειες μπορεί να έχουν δυσμενείς συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό.

Ποια τα συμπτώματα;

Μερικά συμπτώματα της αβιταμίνωσης είναι τα συχνά κρυολογήματα, η κούραση, δερματικά προβλήματα κ.α. Σοβαρές ελλείψεις βιταμινών μπορούν να προκαλέσουν αναιμία, μειωμένη νοητική και σωματική ανάπτυξη, ή ακόμα και θάνατο. Οι ανεπάρκειες βιταμινών παρατηρούνται κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ωστόσο, ανεπάρκειες (π.χ. φυλλικού οξέος, Β12, και βιταμίνης D) παρουσιάζονται και στις ανεπτυγμένες χώρες και μπορούν να οφείλονται σε κάποιο νόσημα ή λήψη φαρμάκου. Οι ανεπάρκειες βιταμινών μπορεί να επηρεάσουν όλες τις ηλικίες και συνυπάρχουν συχνά με ανεπάρκεια μετάλλων/ιχνοστοιχείων (π.χ ψευδαργύρου, σιδήρου, ιωδίου κα). Οι ομάδες που είναι πιο ευαίσθητες σε ανεπάρκειες βιταμινών είναι οι έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες, τα μικρά παιδιά, λόγω των σχετικά υψηλών αναγκών τους σε αυτές αλλά και όσοι δεν τρέφονται επαρκώς και ισορροπημένα.

Οι επιπτώσεις των ελλείψεων βιταμινών σχετίζονται με τους βιοχημικούς ρόλους που παίζουν στο ανθρώπινο σώμα. Ας δούμε αναλυτικά παρακάτω τι μπορεί να προκαλέσει η έλλειψη της κάθε βιταμίνης:

Βιταμίνη C

Η ανεπάρκεια βιταμίνης C είναι σπάνια στις ανεπτυγμένες χώρες, αλλά μπορεί να εμφανιστεί με πολύ περιορισμένη δίαιτα και χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών για ένα ή περισσότερους μήνες. Το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ μπορούν επίσης να ενισχύσουν την ανεπάρκεια. Το σκορβούτο είναι η χαρακτηριστική ασθένεια σοβαρής ανεπάρκειας βιταμίνης C. Η μακροχρόνια ανεπάρκεια προκαλεί συμπτώματα που οφείλονται στην απώλεια κολλαγόνου που αποδυναμώνει τους συνδετικούς ιστούς όπως, κηλίδες του δέρματος από αιμορραγία, μώλωπες από σπασμένα αιμοφόρα αγγεία, οίδημα ή αιμορραγία των ούλων, απώλεια μαλλιών, καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων, κόπωση, αδιαθεσία ή ακόμα και αναιμία.

Βιταμίνη Β1 (θειαμίνη)

Αν και η ανεπάρκεια της θειαμείνης είναι σπάνια, μπορεί να προκύψει από χαμηλή πρόσληψη τροφών που περιέχουν θειαμίνη, μειωμένη απορρόφηση στο έντερο ή αυξημένες απώλειες στα ούρα, λόγω υψηλής κατανάλωσης αλκοόλ ή λόγω ορισμένων φαρμάκων όπως τα διουρητικά. Συμπτώματα ήπιας ή μέτριας ανεπάρκειας περιλαμβάνουν: απώλεια βάρους, σύγχυση, απώλεια μνήμης, μυϊκή αδυναμία, μειωμένη ανοσία. Πιο σοβαρές ανεπάρκειες μπορεί να οδηγήσουν στην νόσο beriberi, σε περιφερική νευροπάθεια ή στο σύνδρομο Wernicke-Korsakoff με απειλητικές για την ζώη συνέπειες. Τέτοιες καταστάσεις παρατηρούνται συνήθως μαζί με διαταραγμένες γαστρεντερικές παθήσεις όπως η κοιλιοκάκη ή μετά από βαριατρική χειρουργική επέμβαση ή σε άτομα με HIV / AID.

Βιταμίνη Β2 (ριβοφλαβίνη)

Η ανεπάρκεια αυτής της βταμίνης είναι επίσης σπάνια στις ανεπτυγμένες χώρες. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί σε χώρες που δεν απαιτούν την ενίσχυση σιτηρών και ρυζιού με αυτήν. Η ανεπάρκεια μπορεί να προκαλεσεί χειλίτιδα, γλωσσίτιδα, κνησμό στα μάτια και ευαισθησία αυτών στο φώς, αδυναμία, αναιμία με μειωμένο αριθμό ερυθρών αιμοσφαρίων.

Βιταμίνη Β3 (Νιασίνη)

Η ανεπάρκεια νιασίνης μπορεί να είναι συνέπεια μιας δίαιτας χαμηλής τόσο στη βιταμίνη όσο και στο αμινοξύ τρυπτοφάνη, πρόδρομο μόριο της βιταμίνης. Ο χρόνιος αλκοολισμός αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου. Η ανεπάρκεια αυτής της βιταμίνης μπορεί να προκαλεσεί πελλάγρα (με συμπτώματα διάρροιας, δερματίτιδας και άνοιας), ανορεξία, αδυναμία, ευερεθιστότητα και απώλεια βάρους.

Βιταμίνη Β5 (Παντοθενικό οξύ)

Η ανεπάρκεια αυτής της βιταμίνης είναι εξαιρετικά σπάνια. Τα συμπτώματα ανεπάρκειας περιλαμβάνουν ευερεθιστότητα, κόπωση και απάθεια.

Βιταμίνη Β6 (Πυριδοξίνη)

Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β6 συμβαίνει συχνότερα όταν άλλες βιταμίνες του συμπλέγματος Β στο σώμα είναι χαμηλές, ιδιαίτερα η βιταμίνη Β12 και το φυλλικό οξύ. Μια ήπια ανεπάρκεια μπορεί να μην έχει συμπτώματα, αλλά μια πιο σοβαρή ή παρατεταμένη ανεπάρκεια μπορεί να προκαλέσει: μικροκυτταρική αναιμία, δερματίτιδα, κατάθλιψη, σύγχυση και μειωμένη ανοσία. Νεφροπάθειες, αυτοάνοσες παθήσεις (πχ κοιλιοκάκη) και ο αλκοολισμός μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπάρκειας.

Βιταμίνη Β7 (Βιοτίνη)

Η ανεπάρκεια αυτής της βιταμίνης είναι εξίσου σπάνια, αν και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αλλά και η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητες ανεπάρκειας. Συμπτώματα που εμφανίζονται με ανεπάρκεια βιοτίνης είναι: αραιωμένα μαλλιά, δερματικά εξανθήματα γύρω από τα μάτια, τη μύτη, το στόμα, και εύθραυστα νύχια.

Βιταμίνη Β9 (Φυλλικό οκύ)

Η ανεπάρκεια φυλλικού οξέος δεν είναι συχνή επειδή βρίσκεται σε ένα ευρύ φάσμα τροφίμων. Ωστόσο, η κατάχρηση αλκοόλ, η εγκυμοσύνη, εντερικές χειρουργικές επεμβάσεις ή πεπτικές διαταραχές (πχ κοιλιοκάκη ή φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου) ή γενετικές μεταλλάξεις στο γονίδιο MTHFR μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπάρκεια. Τα σημάδια ανεπάρκειας μπορεί να περιλαμβάνουν: μεγαλοβλαστική αναιμία, αδυναμία, κόπωση, ακανόνιστο καρδιακό παλμό, δυσκολία στην αναπνοή, δυσκολία συγκέντρωσης, απώλεια μαλλιών, χλωμό δέρμα, πληγές στο στόμα.

Βιταμίνη Β12 (Κοβαλαμίνη)

Αποτελεί μια συχνή έλλειψη στο γενικό πληθυσμό και μπορεί να προκληθεί συνήθως από από χαμηλή πρόσληψη, υιοθέτηση μιας χορτοφαγικής διατροφής, δυσαπορρόφηση, εντερικές διαταραχές, ή χρήση ορισμένων φαρμάκων. Τα σημάδια ανεπάρκειας μπορεί να περιλαμβάνουν: μεγαλοβλαστική αναιμία, κόπωση, αδυναμία, νευρικές βλάβες, άνοια, κατάθλιψη, σύγχυση. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο γεγονός ότι η συμπληρωματική χορήγηση φυλλικό οξέος μπορεί να καλύψει την ανεπάρκεια βιταμίνης Β12.

Βιταμίνη Α

Η ανεπάρκεια βιταμίνης Α είναι σπάνια στις δυτικές χώρες, αλλά μπορεί να εμφανιστεί. Καταστάσεις που παρεμποδίζουν την κανονική πέψη μπορεί να οδηγήσουν σε δυσαπορρόφηση της βιταμίνης Α, όπως η κοιλιοκάκη, η νόσος του Crohn, η κίρρωση, ο αλκοολισμός και η κυστική ίνωση. Επίσης κινδυνεύουν οι ενήλικες και τα παιδιά που τρώνε μια πολύ περιορισμένη διατροφή. Ήπια ανεπάρκεια βιταμίνης Α μπορεί να προκαλέσει κόπωση, ευαισθησία σε λοιμώξεις και στειρότητα. Σοβαρή ανεπάρκεια μπορεί να οδηγήσει σε ξηροφθαλμία, νυκταλωπία (νυχτερινή τύφλωση), ξηρό δέρμα ή μαλλιά και ασθενή ανοσία.

Βιταμίνη D

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να προκύψει από μειωμένη έκθεση στον ήλιο, περιορισμένη διατροφή, κακή απορρόφηση ή από αυξημένες ανάγκες σε αυτήν. Όσοι ακολουθούν μια vegan διατροφή, άτομα με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, παχυσαρκία, ή έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση γαστρικής παράκαμψης έχουν υψηλό κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D. Συμπτώματα που προκύπτουν από παρατεταμένη ανεπάρκεια βιταμίνης D περιλαμβάνουν την ραχίτιδα και την οστεομαλακία.

Βιταμίνη Ε

Επειδή η βιταμίνη Ε βρίσκεται σε μια ποικιλία τροφών, η ανεπάρκεια θεωρείται σπάνια. Άτομα που έχουν πεπτικές διαταραχές ή δεν απορροφούν σωστά το λίπος (π.χ. παγκρεατίτιδα, κυστική ίνωση, κοιλιοκάκη) μπορούν να αναπτύξουν ανεπάρκεια βιταμίνης Ε. Κοινά σημάδια ανεπάρκειας αποτελούν η αμφιβληστροειδοπάθεια, η περιφερική νευροπάθεια, η αταξία και η μειωμένη ανοσία.

Βιταμίνη Κ

Η ανεπάρκεια βιταμίνης Κ σε ενήλικες είναι σπάνια, αλλά μπορεί να συμβεί σε άτομα που λαμβάνουν φάρμακα που εμποδίζουν το μεταβολισμό της βιταμίνης Κ, όπως τα αντιβιοτικά ή σε άτομα με καταστάσεις που προκαλούν δυσαπορρόφηση των τροφίμων και των θρεπτικών ουσιών. Μια ανεπάρκεια είναι επίσης δυνατή στα νεογέννητα βρέφη επειδή η βιταμίνη Κ δεν διαπερνά τον πλακούντα και το μητρικό γάλα περιέχει χαμηλή ποσότητα. Η περιορισμένη ποσότητα πρωτεϊνών πήξης του αίματος κατά τη γέννηση αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας στα βρέφη εάν δεν τους δοθούν συμπληρώματα βιταμίνης Κ. Κοινά συμπτώματα ανεπάρκειας είναι: μεγαλύτερος χρόνος για πήξη του αίματος, αιμορραγία, οστεοπενία ή οστεοπόρωση.

Αξίζει να αναφερθεί πως ακόμα και η πρόσληψη βιταμινών που υπερβαίνουν τις ανάγκες, με άλλα λόγια, η υπερβιταμίνωση μπορεί να προκαλέσει διάφορα συμπτώματα. Η κατάσταση αυτή σχετίζεται πιο πολύ με τις λιποδιαλυτές βιταμίνες, κυριώς από με την βιταμίνη Α και D που μπορούν να συσσωρευτούν στους ιστούς του σώματος και να οδηγήσουν σε οξεία ή χρόνια τοξικότητα με συμπώματα όπως θολή όραση, πόνο στα οστά, ναυτία, εμετό, ανορεξία, απώλεια βάρους, ακανόνιστο καρδιακό παλμό, υπερασβεστιαιμία κα. Η περίσσεια των υδατοδιαλυτών βιταμίνων αποβάλλονται από τον οργανισμό.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Μία ισορροπημένη διατροφή που περιέχει όλες τις απαραίτητες ομάδες τροφίμων αποτελεί ένα αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπιση της αβιταμίνωσης.

Ωστόσο, για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των συνηθισμένων ελλείψεων σε βιταμίνες, λαμβάνει χώρα και ο εμπλουτισμός των τροφίμων, μία διαδικασία προσθήκης μικροθρεπτικών συστατικών (βιταμινών και ιχνοστοιχείων) στα τρόφιμα. Η διαδικασία αυτή γίνεται για λόγους δημόσιας υγείας και στοχεύει στη μείωση του αριθμού των ατόμων με διατροφικές ανεπάρκειες στον πληθυσμό. Τα τρόφιμα μιας περιοχής μπορεί να στερούνται συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών λόγω του εδάφους της περιοχής ή ομάδες ατόμων μπορεί να αδυνατούν να ακολουθήσουν μια ισορροπημένη διατροφή. Η προσθήκη μικροθρεπτικών συστατικών σε βασικά τρόφιμα μπορεί να αποτρέψει ανεπάρκειες μικροθρεπτικών συστατικών μεγάλης κλίμακας σε τέτοιες περιπτώσεις.

Επιπρόσθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάλογα από την έκταση της ανεπάρκειας σε βιταμίνες ή/και μέταλλα κρίνεται αναγκαία η χρήση συμπληρωμάτων. Με βάση τα συμπτώματα που εμφανίζονται, ο γιατρός ή ο διατροφολόγος μπορεί να υποψιαστεί κάποια ανεπάρκεια βιταμινών ή μετάλλων, η οποία μπορεί να επιβεβαιωθεί με εξετάσεις. Η χρήση συμπληρωμάτων θα ήταν καλό να γίνεται υπό την παρακολούθηση από τον γιατρό ή διατροφολόγο, που θα ορίσει το είδος, τον τρόπο (από το στόμα, ρινικές εισπνοές ή και ενδοφλέβιες ενέσεις) και το χρονικό διάστημα χορήγησης του κατάλληλου συμπληρώματος. Έτσι, μπορούν να αποφευχθούν πιθανά ανεπιθύμητα συμπτώματα υπερβιταμίνωσης, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. Η τοξικότητα βιταμινών συνήθως δεν προκύπτει από την υπερπρόσληψη βιταμινών μέσω της διατροφής αλλά από την λήψη μεγάλων δόσεων συμπληρωμάτων ή για μεγάλα χρονικά διαστήματα για αυτό και έχουν υπολογιστεί τα "ανώτερα ανεκτά επίπεδα πρόσληψης" για εκείνες τις βιταμίνες που έχουν σχετισθεί με τοξικότητα.

Διατροφικές αλλαγές

Φυσικά, μια ισορροπημένη διατροφή, που περιελαμβάνει ποικιλία τροφίμων για παράδειγμα ποικιλία φρούτων και λαχανικών, δημητριακών και αμυλούχων τροφίμων, ψάρια, πουλερικά, κόκκινο κρέας, γαλακτοκομικά προϊόντα, σπόρους, ξηρούς καρπούς & άλλα καλά λιπαρά μπορεί να εξασφαλίσει τις ανάγκες μας σε όλες τις απαραίτητες βιταμίνες. Η Μεσογειακή διατροφή μπορεί να αποτελέσει ένα τέτοιο πρότυπο διατροφής.

Αναφορικά με την πρόσληψη βιταμινών, επιστημονικοί φορείς έχουν ορίσει συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με την επαρκή πρόσληψη βιταμινών με συγκεκριμένες τιμές για γυναίκες, άνδρες, μωρά, ηλικιωμένους και κατά συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του θηλασμού με στόχο την πρόληψη ανεπαρκειών.

Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι κύριες διατροφικές πηγές καθώς και η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη κάθε βιταμίνης για υγιείς ενήλικες.

 

Βιταμίνες Κύριες Πηγές RDA
Υδατοδιαλυτές  
Βιταμίνη C  Εσπεριδοειδή, φράουλες, ακτινίδιο, μπρόκολο, κουνουπίδι, κόκκινες και πράσινες πιπεριές, ντομάτα, λαχανάκια Βρυξελλών

Α: 90 mg/ημ.

Γ: 75 mg/ημ 
Θειαμίνη (Β1) Σιτάρι, βρώμη, δημητριακά ολικής, συκώτι, χοιρινό, όσπρια  

Α: 1,2 mg/ημ.

Γ: 1,1 mg/ημ.
Ριβοφλαβίνη (Β2) Δημητριακά ολικής, πράσινα φυλλώδη λαχανικά, συκώτι, αυγά, γάλα

Α: 1,3 mg/ημ.

Γ: 1,1 mg/ημ.
Νιασίνη (Β3) Κόκκινο κρέας, πουλερικά, ψάρια, φιστίκια, πατάτες, γαλακτοκομικά, αυγά

Α: 16 mg /ημ.

Γ: 14 mg/ημ.
Παντοθενικό οξύ (Β5)  Άπαχο κρέας, δημητριακά ολικής, όσπρια & μερική σύνθεση από βακτήρια του εντέρου  Α,Γ: 5 mg/ ημ.
Βιοτίνη (Β7) Συκώτι, δημητριακά και αμυλούχα τρόφιμα, κρόκος αυγού, όσπρια Α,Γ: 30 μg/ημ.
Πυριδοξίνη (Β6) Ψάρια, λευκό και κόκκινο κρέας, δημητριακά ολικής, όσπρια, μπανάνα, δαμάσκηνα, λαχανικά

Α: 1,3-1,7mg / ημ.

Γ: 1,3-1,5mg/ ημ.
Φυλλικό οξύ (Β9) Πράσινα φυλ. λαχανικά, εντόσθια, όσπρια (φασόλια, φακές), αρακάς Α,Γ: 400 μg/ημ.
Κοβαλαμίνη (Β12)  Τρόφιμα ζωικής προέλευσης: κρέας, συκώτι, αυγό, ψάρια, γαλακτοκομικά Α,Γ: 2,4 μg/ημ.
Λιποδιαλυτές  
Βιταμίνη Α (ρετινόλη, καροτενοειδή)

Γαλακτοκομικά, ψάρι, συκώτι, κρόκος αυγού

Καροτενοειδή: πράσινα φυλ. λαχανικά, κίτρινα ή πορτοκαλί λαχανικά (κολοκύθα, καρότα) και φρούτα (βερίκοκα) 

Α: 900 μg/η.

Γ: 700 μg/ημ. 
Βιταμίνη D -Κυρίως σύνθεση από την έκθεση του δέρματος στον ήλιο για περίπου 15’ χωρίς αντηλιακή προστασία
-Πρόσληψη από την διατροφή μέσω λιπαρών ψαριών (σαρδέλα), συκωτιού, κρόκου αυγού, εμπλουτισμένων γαλακτοκομικών
Α,Γ: 15 μg/ ημ.
Βιταμίνη Ε Φυτικά έλαια (ελαιόλαδο), βρώμη, πράσινα φυλ. λαχανικά, σπόροι φυτών (ηλιόσποροι), ξηροί καρποί Α,Γ: 15 mg/ ημ. 
Βιταμίνη Κ Πράσινα φυλ. λαχανικά (σπανάκι, μαρούλι), φυτικά ελαια, συκώτι, τυρί  

Α: 120 μg/ημ.

Γ: 90 μg/ημ.
Α: Άνδρες, Γ: Γυναίκες

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ