Καρδιαγγειακά

Διατροφή και πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων

09 Δεκεμβρίου 2016
1476 Προβολές
4 λεπτά να διαβαστεί
gynaika pou krata kardia

Photo source: www.bigstockphoto.com

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτου στους άνδρες 35-55 ετών και μια από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου στις γυναίκες στις χώρες του δυτικού κόσμου. Πρόκειται για πολυπαραγοντικής φύσεως νοσήματα που ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστούν επιτυχώς είναι να ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες κινδύνου αναπτύξεως τους.

Στα καρδιαγγειακά νοσήματα περιλαμβάνονται παθήσεις των στεφανιαίων και των αγγειακών αρτηριών καθώς επίσης και αρτηριών και φλεβών των ποδιών. Βασική αιτία της κλινικής εμφάνισης των καρδιαγγειακών παθήσεων είναι η αθηροσκλήρυνση των αρτηριών.

Παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων

Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων διακρίνονται σε τροποποιήσιμους (τρόπος ζωής, βιοχημικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά) και σε μη τροποποιήσιμους (ηλικία, φύλο, ατομικό και οικογενειακό ιστορικό).

  • Η δίαιτα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων αφού επηρεάζει άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως τα λιπίδια, την αρτηριακή πίεση και το σωματικό βάρος.
  • Το κάπνισμα αυξάνει σημαντικά την καρδιακή νοσηρότητα και θνησιμότητα, αφού έχει προταθεί ότι προκαλεί το 30% των θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα παγκοσμίως.
  • Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος και ο καθιστικός τρόπος ζωής αυξάνουν τη συνολική καρδιαγγειακή θνησιμότητα.
  • Η μεμονωμένη συστολική υπέρταση θεωρείται επίσης ένας από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για την πρόκληση στεφανιαίας νόσου και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων.
  • Πληθώρα μελετών καταδεικνύει ισχυρή θετική συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα ολικής και LDL (Low Density Lipoprotein) χοληστερόλης και στον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Επίσης, έχει δειχθεί ισχυρή αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα HDL (High Density Lipoprotein) χοληστερόλης και στον κίνδυνο εμφάνισης πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου.
  • Η αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, η υπερινσουλιναιμία και η διαταραχή στην ανοχή της γλυκόζης είναι παράγοντες που προάγουν την αθηρωματική νόσο.
  • Ο σακχαρώδης διαβήτης σχετίζεται με μια σημαντική αύξηση του κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου, της νόσου των εγκεφαλικών αγγείων και της περιφερειακής αγγειοπάθειας.
  • Σημαντικός παράγοντας κινδύνου είναι και η παχυσαρκία, η οποία σχετίζεται με άλλους παράγοντες και δύναται να αυξήσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
  • Άλλοι παράγοντες κινδύνου που μελετώνται τελευταία είναι το οξειδωτικό στρες, η υπερομοκυστειναιμία, τα αυξημένα επίπεδα ινωδογόνου, φλεγμονώδεις και λοιμώδεις παράγοντες.

Διατροφή και πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων

Η διατροφή αποτελεί βασικό τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου. Εκ των επιστημονικών δεδομένων προκύπτει πλέον το συμπέρασμα ότι μεγαλύτερη σημασία έχει η εστίαση κυρίως στην ποιότητα των λιπαρών της διατροφής, παρά στην ποσότητα.

  • Πρόσφατες μεταναλύσεις δείχνουν ότι η αντικατάσταση του κορεσμένου λίπους από πολυακόρεστα δύναται να μειώσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ αναδεικνύουν τη σημασία της μείωσης των trans λιπαρών.
  • Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ενδεχόμενο ευεργετικό ρόλο της βιταμίνης D, των βιταμινών του συμπλέγματος Β, των καροτενοειδών, της βιταμίνης Ε και της βιταμίνης C. Αν και οι μελέτες δείχνουν ότι η χορήγηση αυτών των βιταμινών υπό μορφή συμπληρώματος δεν έχει ουσιαστική επίδραση, η πρόσληψη τους εντός μιας ισορροπημένης διατροφής εμφανίζει σημαντική καρδιοπροστατευτική δράση, συμβάλλοντας στην πρωτογενή πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου.
  • Αναφορικά με τα τρόφιμα, η πιο ισχυρή προστατευτική συσχέτιση έχει δειχθεί για τα φρούτα, τα λαχανικά, τα ψάρια και τα δημητριακά ολικής αλέσεως, ενώ τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου με μέτρια κατανάλωση αλκοόλ.

Η διατροφή που θεωρείται από τις καλύτερες που έχουν μελετηθεί για την προαγωγή της καρδιαγγειακής υγείας είναι η μεσογειακή διατροφή. Αυτή χαρακτηρίζεται από κατανάλωση ψαριών, μονοακόρεστων εκ του ελαιολάδου, φρούτα, λαχανικά, ξηρούς καρπούς και δημητριακά. H επίδραση της στη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών σχετίζεται με τη βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ, τη μείωση δεικτών φλεγμονής καθώς και τη μείωση των συμβαμάτων και των θανάτων από καρδιαγγειακή νόσο.

Πολλές μελέτες έχουν συμπεράνει ότι διατροφικές συνήθειες που είναι κοντά στο πρότυπο της μεσογειακής διατροφής εμφανίζουν καρδιοπροστατευτική δράση. Τέτοιου είδους διατροφικές συνήθειες δύναται να προλάβουν την εκδήλωση καρδιαγγειακής νόσου, ακόμη και εάν δεν επηρεάζουν πάντα δραστικά το λιπιδαιμικό προφίλ. Αυτό που μελετάται ακόμη είναι εάν οι καρδιοπροστατευτικές επιδράσεις οφείλονται στα μεμονωμένα συστατικά μιας διατροφής κοντά στη μεσογειακή ή είναι αποτέλεσμα συνολικής επίδρασης-συνεργηστικής δράσης, με την τελευταία να αποτελεί την πιθανότερη περίπτωση.

Επίδραση των συστατικών της διατροφής στην πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου

  • ω-3 πολυακόρεστα λιπαρά, ψάρι: Αρκετές μεταναλύσεις έχουν δείξει δυνητική μείωση της συνολικής καρδιαγγειακής θνησιμότητας από την κατανάλωση ψαριών. Οι Ευρωπαϊκές οδηγίες αναφέρουν τη σημασία της κατανάλωσης ψαριών, τόσο για την πρωτογενή, όσο και για τη δευτερογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων. Οι προτεινόμενοι μηχανισμοί σχετίζονται με τη δράση των ω-3 στη βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ, τη μείωση της πίεσης, την αναστολή της φλεγμονής, την επίσχεση των οξειδωτικών διαδικασιών και την αντιθρομβωτική δράση.
  • Μονοακόρεστα λιπαρά, ελαιόλαδο: Οι πρόσφατες οδηγίες αναφέρουν τη σημασία της αντικατάστασης των κορεσμένων λιπαρών με μονοακόρεστα και πολυακόρεστα για την πρωτογενή και τη δευτερογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών. Αν και απαιτούνται ακόμη μελέτες προς επιβεβαίωση των δεδομένων, φαίνεται ότι η καρδιοπροστατευτική δράση του ελαιολάδου οφείλεται αφενός μεν στο ελαϊκό οξύ, αφετέρου δε στα περιεχόμενα σε αυτό αντιοξειδωτικά συστατικά όπως οι φαινολικές ενώσεις υδροξυτυροσόλη και ελευρωπαίνη.
  • Φρούτα και λαχανικά: Μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες έχουν καταδείξει τη σημαντική επίδραση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Αυτή φαίνεται να οφείλεται στο χαμηλό θερμιδικό περιεχόμενο των φρούτων και των λαχανικών, στη μεγάλη περιεκτικότητα τους σε μικροθρεπτικά συστατικά και στην υψηλή αντιοξειδωτική τους δράση. Η αντιοξειδωτική τους δράση οφείλεται αφενός μεν στις αντιοξειδωτικές βιταμίνες, αφετέρου δε σε φυτοχημικές ουσίες όπως οι πολυφαινόλες (φλαβονοειδή, όπως κατεχίνες, ανθοκυανίνες κ.α.).
  • Δημητριακά, φυτικές ίνες: Οι συστάσεις αναφέρουν ότι μια διατροφή που περιέχει περίπου 25-30g φυτικές ίνες την ημέρα, από διάφορες πηγές όπως τα δημητριακά ολικής αλέσεως, δύναται να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Οι μελετώμενοι μηχανισμοί δράσεις αφορούν τη μείωση του βάρους, της φλεγμονής και της οξείδωσης, την επίδραση στο μεταβολισμό της γλυκόζης και το λιπιδαιμικό προφίλ.
  • Ξηροί καρποί και όσπρια: Η κατανάλωση ξηρών καρπών ως κύρια πηγή λίπους μαζί με το ελαιόλαδο φαίνεται ότι έχει καταλυτική επίδραση στη μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας. Εξίσου σημαντική επίδραση φαίνεται ότι έχει και η κατανάλωση οσπρίων, ως πολύ καλή πηγή μικροθρεπτικών, αντιοξειδωτικών και φυτικών ινών.

Κατευθυντήριες Οδηγίες της Διεθνούς Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης για την Πρόληψη των Καρδιακών Παθήσεων.

Θεραπευτικές τροποποιήσεις για ένα διαιτολόγιο υγιεινό για την καρδιά
Μείωση των κορεσμένων λιπαρών σε <7% της συνολικής ενέργειας
Μείωση της κατανάλωσης trans λιπαρών οξέων
Διατήρηση της πρόσληψης ωμέγα-3 λιπαρών οξέων
  • λινολενικό οξύ κατά τουλάχιστον 1% της συνολικής ενέργειας (2–3 g ημέρα)
  • συμπληρώματα ιχθυέλαιου προαιρετικά για ασθενείς υψηλού κινδύνου (EPA+DHA: 1 g/ημέρα)
Μείωση της προσλαμβανόμενης από την τροφή χοληστερόλης σε <200 mg/ ημέρα
Αύξηση των διαλυτών φυτικών ινών, αν είναι δυνατό, σε 10 g/ημέρα
Κατανάλωση τουλάχιστον 5 μερίδων φρούτων και λαχανικών καθημερινά
Εξασφάλιση επαρκούς πρόσληψης φολικού οξέος (400-1000 mg/ ημέρα)
Αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ. Όχι πάνω από 20-30 g/ημέρα (άντρες) ή 10-20 g/ημέρα (γυναίκες)
Προσθήκη φυτικών στερολών/στανολών (2 g/ημέρα) σε περίπτωση αυξημένης LDL- χοληστερόλης
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ζαμπέλας, Α. (2006). Κλινική Διατροφή και Διαιτολογία, με έμφαση στην παθολογία. Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδη. σελ. 240-260.

Πλέσσας, Σ. (1998). Διαιτητική του ανθρώπου. Εκδόσεις Φάρμακον-Τύπος, Αθήνα. σελ. 65-94.

Κουτελιδάκης Α. (2015). Λειτουργικά Τρόφιμα: Ο ρόλος τους στην προαγωγή της υγείας. Εκδόσεις Ζήτη. Θες/κη.

Χανιώτης, Φ. (1998). Παθολογία. Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας, Αθήνα. σελ. 89-94, 98-109.

Bhupathiraju S. & Tucker K. (2011). Coronary heart disease prevention: Nutrients, foods, and dietary patterns. Clinica Chimica Acta 412, 1493–1514.International Atherosclerosis Society Executive Board, Harmonised Clinical Guidelines on Prevention of Atherosclerosis Vascular Disease, March 2003.Dalen J. & Devries S. (2014). Diets to Prevent Coronary Heart Disease 1957-2013: What Have We Learned? The American Journal of Medicine, 127, 364-369.

Duthie, G. G., Duthie, S. J., & Kyle, A. M. (2000). Plant polyphenols in cancer and heart disease: implications as nutritional antioxidants. Nutrition Research Reviews, 13(1), 340-357.

Jiang, F. & Dusting, G. J. (2003). Natural phenolic compounds as cardiovascular therapeutics: potentional role of their antiinflamatory effects. Current Vascular Pharmacology, 1, 135-156.

Kaliora, A.C., Dedousis, G. V. Z. & Sehmid, H. (2005). Dietary antioxidants in preventing atherogenesis. Atherosclerosis, 187(1), 1-17.

Stoclet, J. C., Chataigneu, T. & Ndiaye, M. (2004). Vascular protection by dietary polyphenols. European Journal of Pharmacology, 500, 299-313.

International Atherosclerosis Society Executive Board, Harmonised Clinical Guidelines on Prevention of Atherosclerosis Vascular Disease, March 2003.

  • Αντώνιος Κουτελιδάκης
    Αντώνιος Κουτελιδάκης Καθηγητής Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής, MSc, PhD

    O Αντώνης Κουτελιδάκης είναι Καθηγητής Επιστήμων Τροφίμων και Διατροφής, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης (M.Sc.) και διδακτορικού τίτλου (PhD) με κατεύθυνση τη Διατροφή του Ανθρώπου. Διδάσκει ως Λέκτορας βάσει ΠΔ 407/80 στο Τμήμα Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ενώ είναι Επιστημονικός Συνεργάτης της Μονάδας Διατροφής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.