640
Καρδιαγγειακά

Υπέρταση και Διατροφή. Ποιες τροφές πρέπει να καταναλώνουμε και ποιες να περιορίσουμε;

της Ευαγγελίας Παναγιωτοπούλου & του Αντώνη Αλαβέρα
27 Νοεμβρίου 2008
18 λεπτά να διαβαστεί
gynaika vazei alati sto fagito tis

Photo source: www.bigstock.com

Το καρδιαγγειακό μας σύστημα είναι ένα κλειστό κυκλοφορικό δίκτυο, όπου η καρδιά παίζει τον ρόλο της κεντρικής αντλίας, ενώ οι αρτηρίες με τις φλέβες αποτελούν τους αγωγούς διανομής και επιστροφής του αίματος. Κύριος σκοπός του καρδιαγγειακού συστήματος είναι η τροφοδοσία του οργανισμού με επαρκή ποσά αίματος για τις μεταβολικές του ανάγκες τόσο στην ηρεμία όσο και στην προσπάθεια. Για να πραγματοποιηθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται όπως η πίεση στο αρτηριακό δίκτυο διατηρείται σχετικά σταθερή σε κάποιο επίπεδο. Κατά την κυκλοφορία του αίματος στο καρδιαγγειακό σύστημα, τα τοιχώματα των αγγείων δέχονται πίεση από τον όγκο του αίματος που τα διαρρέει. Επιπλέον, ένα σύνολο μηχανισμών ρυθμίζουν την πίεση αυτή, ώστε να διατηρείται στα φυσιολογικά, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί και καθοριστεί, επίπεδα.

Ποια είναι τα όρια της ΑΠ;

Η μέτρηση της πίεσης σ’ ένα αρτηριακό τμήμα ακολουθεί συνεχώς κυκλικές μεταβολές, με βάση τις φάσεις της καρδιακής λειτουργίας. Οι χαρακτηριστικές τιμές μιας τέτοιας κυκλικής μεταβολής είναι:

  • Η μέγιστη ή συστολική πίεση : Αντιστοιχεί στην συστολική φάση της καρδιάς και επηρεάζεται από την ταχύτητα και την δύναμη της καρδιακής σύσπασης, την ελαστικότητα της αορτής, τον εκτοξευμένο όγκο αίματος και την αρτηριακή χωρητικότητα.
  • Η ελάχιστη ή διαστολική πίεση : Αντιστοιχεί στην διαστολική φάση της καρδιακής λειτουργίας.
  • Η μέση πίεση : Η τιμή της είναι λίγο μικρότερη από το ημιάθροισμα των μέσων τιμών της συστολικής και της διαστολικής πίεσης.
  • Η διαφορική πίεση ή πίεση του σφυγμού : Αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ μέγιστης και ελάχιστης τιμής της πίεσης.

Σε υγιείς ενήλικες ηλικίας 20-40 ετών, η συστολική αρτηριακή πίεση κυμαίνεται μεταξύ 90-140 και η διαστολική μεταξύ 60-90 mmHg. Μεγαλώνοντας σε ηλικία είναι συνηθισμένο να παρουσιάζεται αύξηση της αρτηριακής πίεσης (Α.Π.), η οποία όμως δεν θα πρέπει να θεωρείται φυσιολογική, γιατί αποτελεί διαγνωστικό κριτήριο υπέρτασης. Σε ηλικίες 2-6 ετών η συστολική αρτηριακή πίεση κυμαίνεται μεταξύ 105-110 και η διαστολική μεταξύ 70-75 mmHg. Αντίστοιχα σε σε ηλικίες 7-10 ετών η συστολική κυμαίνεται μεταξύ 110-115 και η διαστολική 75 mmHg. Γενικά, αξιόπιστο κριτήριο παθολογικής αύξησης της Α.Π. αποτελεί η περιοδική ή μόνιμη άνοδος της, πάνω από τα επίπεδα που είχε ο ασθενής στην προηγούμενη περίοδο της ζωής του. Όπως και να εχει, πιέσεις πάνω από 140/90 mmHg (συστολική / διαστολική) χαρακτηρίζονται ως παθολογικές.

Μεγάλη καινοτομία αποτελεί η αμερικάνικη πρόταση, που εισάγει για πρώτη φορά τον όρο <προϋπέρταση>, για άτομα με πίεση 120-139/80-89 (φυσιολογική πίεση μικρότερη του 120/80). Έχουν εκφραστεί ανησυχίες ότι η υιοθέτηση του όρου <προϋπέρταση> μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση σε σημαντικό ποσοστό πληθυσμού, που θα χαρακτηρίζονται πλέον όχι ως υγιείς αλλά ως <προ-ασθενείς>. Σύμφωνα με τις νέες οδηγίες όμως, η προσέγγιση αυτή αναμένεται μακροπρόθεσμα να μειώσει τη συχνότητα εκδήλωσης υπέρτασης με την εφαρμογή από το γιατρό μη φαρμακευτικών μέσων στα πλαίσια της πρωτογενούς πρόληψης. Με άλλα λόγια, εφαρμόζεται σε προυπερτασικούς, έγκαιρα, πρόληψη με υγιεινοδιαιτητικά μέσα, χωρίς φάρμακα.

Ωστόσο, η μέτρηση της Α.Π. είναι δυνατόν να μην αντιπροσωπεύει την πραγματική πίεση του ασθενούς, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων. Ένας μεγάλος αριθμός ασθενών πχ., εκδηλώνει στο ιατρείο το φαινόμενο της άσπρης μπλούζας, δηλαδή οι ασθενείς αυτοί για λόγους ψυχολογικής ή νευρολογικής φύσεως, όταν βρίσκονται στο ιατρείο η πίεση τους αυξάνεται, με αποτέλεσμα ο γιατρός να διαγνώσει υπέρταση, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει. Επιπλέον, οι ασθενείς αυτοί φαινομενικά δεν ανταποκρίνονται στην θεραπεία, διότι κάθε φορά που θα πάνε στο ιατρείο θα παρουσιάσουν το ίδιο φαινόμενο και έτσι θα θεωρηθεί ότι πάσχουν από ανθεκτική υπέρταση. Ο καλύτερος τρόπος για την διερεύνηση των ασθενών αυτών είναι η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς στο οικείο τους περιβάλλον. Έτσι αποφεύγεται η χορήγηση θεραπείας σε ασθενείς που δεν την χρειάζονται και παράλληλα αναγνωρίζονται οι ασθενείς που κινδυνεύουν περισσότερο και που χρειάζονται πιο επιθετική θεραπεία.

Ποια η κλινική εικόνα της ΑΠ;

Η αρτηριακή υπέρταση είναι μια ύπουλη χρόνια νόσος, για τον λόγο ότι είναι όπως προαναφέραμε συνήθως ασυμπτωματική ασθένεια και δεν εκδηλώνει φανερά κλινικά συμπτώματα, με αποτέλεσμα να γίνεται αντιληπτή μόνο μετά από τυχαία διάγνωση ή ενώ βρίσκεται πια σε προχωρημένο στάδιο και αρχίσει να παρουσιάζει ο οργανισμός σοβαρές βλάβες σε διάφορα όργανα. Συνήθη συμπτώματα υπερτασικών ασθενών είναι οι κεφαλαλγίες, η εύκολη κόπωση, το αίσθημα παλμών, η έλλειψη πνευματικής συγκέντρωσης κλπ. Αυτά τα συμπτώματα από μόνα τους, σαφώς και δεν υπονοούν την ύπαρξη υπέρτασης. Μεγάλη διαγνωστική αξία έχουν ύποπτα ευρήματα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα ή στην οπτική θηλή. Οι σοβαρότερες επακόλουθες βλάβες εξαιτίας της υπέρτασης, οφείλονται σε επιπλοκές στην καρδιά, στους νεφρούς και στον εγκέφαλο.

Η καρδιά είναι πιθανόν να εμφανίσει υπερτροφία στην αριστερή κοιλία, αρρυθμίες, μαρμαρυγή των κόλπων και καρδιακή ανεπάρκεια. Εάν συνυπάρχει αθηροσκλήρωση μπορεί επιπλέον να εμφανιστούν συμπτώματα αορτικής ή στεφανιαίας ανεπάρκειας και έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι νεφροί είναι επίσης δυνατόν να επιβαρυνθούν από την αρτηριακή υπέρταση, οι βλάβες όμως και η σοβαρότητά τους εξαρτώνται από την μορφή της υπέρτασης (καλοήθης ή κακοήθης). Μεταξύ των σχετικά συχνών νεφρικών συμπτωμάτων συγκαταλέγονται η λευκωματουρία, η ανεύρεση στα ούρα κυλίνδρων και λευκών αιμοσφαιρίων, η πολυουρία, η ανικανότητα των νεφρών για συμπύκνωση των ούρων κλπ.

Οι εγκεφαλικές επιπλοκές εμφανίζονται περίπου στο 25% των υπερτασικών ασθενών και συνήθως πρόκειται για εγκεφαλική ή υπαραχνοειδή αιμορραγία και θρόμβωση από ισχαιμία.

Ποιοι οι παράγοντες κινδύνου για ΑΥ;

Παγκοσμίως υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι που πάσχουν από υπέρταση. Σε ηλικίες από 50 χρονών και πάνω, υπολογίζεται ότι 1 στα 3 άτομα έχει πίεση ίση ή μεγαλύτερη από 160/95 mmHg. Εξαιτίας του γεγονότος ότι η υπέρταση είναι συχνά ασυμπτωματική νόσος, η διάγνωσή της στην πληθώρα των περιπτώσεων γίνεται τυχαία και στατιστικές μελέτες δείχνουν ότι μόνο ο 1 στους 3 ανθρώπους που πάσχουν από υπέρταση είναι γνώστης της κατάστασής του. 


Ο WHO υποδεικνύει ότι η υπέρταση είναι η πιο διαδεδομένη πάθηση παγκοσμίως και βρίσκεται σε συνεχή άνοδο, χτυπώντας κάθε ηλικία και κάθε κοινωνική τάξη, είναι δηλαδή μια σύγχρονη μάστιγα. Ακόμη πρέπει να τονίσουμε ότι στατιστικά, η μέση προβλεπόμενη διάρκεια ζωής για ένα άτομο με φυσιολογική Α.Π. είναι μεγαλύτερη κατά 6 χρόνια, σε σχέση με εκείνη ενός ατόμου με πίεση 140/95 και μεγαλύτερη κατά 10 χρόνια σε σχέση με ενός άτομο που έχει πίεση 150/100 mmHg.

Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε να αναφέρουμε ότι σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η ανοδική πορεία της συχνότητας διάγνωσης υπέρτασης στα παιδιά.

Παλαιότερα, το ποσοστό των παιδιών έως 18 ετών με υψηλή αρτηριακή πίεση αντιστοιχούσε στο 1%, ενώ σήμερα ανέρχεται στο 4,5%. Μεταξύ των υπέρβαρων/παχύσαρκων παιδιών, το ποσοστό αυτών που εμφανίζουν υψηλή πίεση σκαρφαλώνει δυστυχώς στο ποσοστό 11%. Για τον καπνιστή που έχει υπέρταση ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου είναι 8 φορές μεγαλύτερος από έναν υγιή μη καπνιστή άνθρωπο.

Οι συνηθέστερες αιτίες εκδήλωσης υπέρτασης είναι η ιδιοπαθής υπέρταση (έτσι χαρακτηρίζεται κάθε περιστατικό υπέρτασης που η αιτιολογία του δεν εντοπίζεται, καλύπτει περίπου το 80% όλων των περιστατικών υπερτασικών ασθενών και ο σημαντικότερος από τους παράγοντες που ενοχοποιούνται για την διάγνωσή της είναι η κληρονομικότητα), η αρτηριοσκλήρωση, οι παθήσεις νεφρών, μηχανικά κωλύματα ουροφόρων οδών και όγκοι επινεφριδίων, ο υπερθυρεοειδισμός, η αύξηση ενδοκρανιακής πίεσης (λόγω αιματώματος, όγκου κλπ.), τα αορτικά αίτια (στένωση, ανεπάρκεια κλπ.), οι όγκοι της υπόφυσης, η ιδιοπαθής πολυερυθραιμία, τα φάρμακα ή δηλητήρια (αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη, εφεδρίνη, κορτικοστεροειδή κλπ.), η τοξιναιμία της κύησης και τα διαιτητικά αίτια.

Ακόμα, αναφέρονται και ορισμένοι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόγνωση υπέρτασης, δηλαδή αποτελούν τους παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση της όπως αποτελούν:

  • οι άνδρες μεγαλύτεροι από 55 ετών, οι γυναίκες μεγαλύτερες από 65 ετών,
  • το κάπνισμα,
  • η μειωμένη φυσική σωματική δραστηριότητα και καθιστική ζωή,
  • η δυσλιπιδαιμία (ολική Χοληστερόλη >250 mg/dl, LDL-Χοληστερόλη >155 mg/dl, HDL-Χοληστερόλη: στους άντρες <40, στις γυναίκες <48 mg/dl),
  • το οικογενειακό ιστορικό πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου,
  • η κοιλιακή παχυσαρκία,
  • η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP = ή > 1 mg/dl),
  • ο σακχαρώδης διαβήτης,
  • η βλάβη ενός ή περισσοτέρων οργάνων-στόχων (υπερτροφία αριστερής κοιλίας, πάχυνση αρτηριακού τοιχώματος ή αθηρωματική πλάκα,
  • αυξημένη κρεατινίνη ορού -- σε άντρες: 1.3-1.5 , σε γυναίκες: 1.2-1.4 mg/dl --,
  • μικροαλβουμινουρία.

Πως αντιμετωπίζεται η ΑΥ;

Η τελική απόφαση για το ποίοι ασθενείς πρέπει να ξεκινήσουν αντιυπερτασική αγωγή ανήκει αποκλειστικά στον θεράπων ιατρό, ο οποίος λαμβάνει την απόφασή του βασισμένος σε 2 κριτήρια :

  1. Το συνολικό επίπεδο του καρδιαγγειακού κινδύνου που υπολογίζεται από το βιοχημικό έλεγχο(ολική χοληστερόλη, HDL, LDL, τριγλυκερίδια, σάκχαρο, κρεατινίνη, ουρικό οξύ, κάλιο, ασβέστιο), και σε στοιχεία που παρέχονται από εξετάσεις που αφορούν στον αιματοκρίτη, την γενική ούρων, το ηλεκτροκαρδιογράφημα και
  2. Το επίπεδο της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Οι βασικοί στόχοι κάθε εφαρμοζόμενης αντιυπερτασικής αγωγής κρίνονται επίσης με βάση το εξατομικευμένο ιστορικό του κάθε ασθενούς, ωστόσο σημεία τομής των εκάστοτε θεραπειών αποτελούν : η επίτευξη της μέγιστης μείωσης του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου, η αντιμετώπιση όλων των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου και νόσων που σχετίζονται με την υπέρταση και τέλος, η μείωση των επιπέδων της συστολικής και της διαστολικής Α.Π. όπως τα θέσει αυτά ο επιστήμονας υγείας.

Σε κάθε περίπτωση όπου επιβάλλεται παρέμβαση, αυτή συνίσταται σε αλλαγές του τρόπου ζωής και σε φαρμακευτική αγωγή. Ως αλλαγές του τρόπου ζωής εννοούνται :

  • η διακοπή του καπνίσματος,
  • η μείωση του σωματικού βάρους,
  • η μείωση της υπερβολικής πρόσληψης αλκοόλ,
  • η αύξηση της σωματικής και φυσικής δραστηριότητας και
  • οι απαραίτητες διαιτητικές τροποποιήσεις, στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω εκτενώς.
  • Η εφαρμοζόμενη φαρμακευτική αγωγή ξεκινά βαθμιαία ή άμεσα, ανάλογα με το πώς θα το κρίνει ο αρμόδιος επιστήμονας υγείας και πραγματοποιείται με καθορισμένες δόσεις μιας δραστικής ουσίας ή με τον συνδυασμό περισσοτέρων δραστικών ουσιών.

Διακοπή του καπνίσματος : Tο κάπνισμα είναι μια από τις πλέον συνηθισμένες σημαντικές αιτίες εκδήλωσης υπέρτασης. Ακόμα και ένα μόνο τσιγάρο είναι αρκετό για να προκαλέσει προσωρινή αύξηση της αρτηριακής πίεσης, η οποία επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα περίπου μετά από 30-60 λεπτά. Όταν οι ερευνητές μέτρησαν την αρτηριακή πίεση ενώ οι εξεταζόμενοι κάπνισαν, ανακάλυψαν ότι μέσα σε πέντε λεπτά από το άναμμα του τσιγάρου, η συστολική πίεση του εξεταζομένου αυξάνονταν εντυπωσιακά –περισσότερο από 20 mmHg κατά μέσον όρο- για να επιστρέψει βαθμιαία στα αρχικά επίπεδα της μέσα στα επόμενα 30 λεπτά. Αυτό σημαίνει ότι η αρτηριακή πίεση του τυπικού καπνιστή αυξάνεται σημαντικές φορές στη διάρκεια της ημέρας.

Όπως και οι άνθρωποι με ασταθή υπέρταση (στην οποία η πίεση συχνά αυξάνονται σε απάντηση προς το στρες της καθημερινής ζωής), έτσι και οι καπνιστές με πίεση που εμπίπτει στην κατηγορία της προ-υπερτάσεως, μπορεί στην πραγματικότητα να έχουν υπέρταση σταδίου 1 κάθε φορά που ανάβουν τσιγάρο. Για τον καπνιστή που έχει υπέρταση ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου είναι 8 φορές μεγαλύτερος από έναν υγιή μη καπνιστή άνθρωπο. Από τις χιλιάδες χημικές ουσίες που περιέχονται στον καπνό του τσιγάρου, η νικοτίνη και το μονοξείδιο του άνθρακα είναι αυτές που ενοχοποιούνται για την επιβάρυνση του καρδιαγγειακού συστήματος.

Μείωση Σωματικού Βάρους : Οι υπερτασικοί που ζυγίζουν περισσότερο από 10% πάνω από το ιδανικό τους βάρος μπορεί να είναι σε θέση να μειώσουν την αρτηριακή τους μόνο και μόνο χάνοντας βάρος. Η απώλεια των περιττών κιλών διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της καρδιάς. Είναι γεγονός ότι η μεγάλη συσσώρευση λίπους, ιδιαίτερα στον κορμό (κεντρικού τύπου παχυσαρκία), αυξάνει τις πιθανότητες αρτηριοσκλήρυνσης και καρδιαγγειακών προβλημάτων, ένας κίνδυνος που περιορίζεται σημαντικά όταν το βάρος επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα. Η παχυσαρκία επηρεάζει αρνητικά από πολλές πλευρές την καρδιά μας και μια μόνο από αυτές είναι ότι προδιαθέτει για υπέρταση.

Μείωση Πρόσληψης Οινοπνεύματος : Η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος – τρία ή περισσότερα ποτά ανά ημέρα- ευθύνεται για περίπου 7% των περιπτώσεων υπέρτασης. Η μέτρια κατανάλωση του κόκκινου κυρίως κρασιού έχει θετικά αποτελέσματα για την καρδιά και την μείωση της υψηλής πίεσης, λόγω ορισμένων αντιοξειδωτικών ουσιών που περιέχει, όπως είναι τα φλαβονοειδή. Επίσης, η ρεσβερατρόλη που περιέχεται στο κρασί, μειώνει την συγκόλληση των αιμοπεταλίων, μειώνοντας τον κίνδυνο δημιουργίας θρόμβων και συνεπώς καρδιακών επεισοδίων. Ωστόσο, η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ αυξάνει την Α.Π.. Οι ειδικοί συνιστούν η κατανάλωση οινοπνεύματος να μην υπερβαίνει τα 1-2 ποτήρια κρασί την ημέρα.

Αύξηση της Σωματικής και Φυσικής Δραστηριότητας : Το Αμερικανικό Κολέγιο Αθλητικής Ιατρικής ανασκόπησε 4ο μελέτες για την επίδραση της άσκησης στην αρτηριακή πίεση. Με την τακτική αεροβική άσκηση, οι συμμετέχοντες εμφάνισαν μείωση της συστολικής και διαστολικής πίεσης τους κατά μέσο όρο 11 και 9 mmHg, αντίστοιχα.

Αν και πολλές μελέτες εστίασαν σε μεγάλης έντασης ασκήσεις όπως το τρέξιμο, αρκετοί ερευνητές αξιολόγησαν τον αντίκτυπο των μέτριων δραστηριοτήτων όπως το περπάτημα. Φαίνεται ότι η μέτριας έντασης άσκηση παρείχε τα ίδια ή ακόμα και καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά την μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Η τακτική σωματική άσκηση βελτιώνει τον μεταβολισμό, τονώνει το καρδιαγγειακό σύστημα, διευρύνει τις αντοχές της καρδιάς μας και βοηθά στην πρόληψη της υπέρτασης. Η άσκηση που ωφελεί περισσότερο το καρδιαγγειακό σύστημα είναι η αερόβια, όπως πχ. το περπάτημα, το τρέξιμο, το ποδήλατο, το κολύμπι, το μπάσκετ, το ποδόσφαιρο, το τένις και ο χορός. Η τακτική συστηματική αεροβική γυμναστική μειώνει την συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση, ακόμα και σε άτομα που προηγουμένως ήταν εντελώς αγύμναστα. Τα οφέλη από την άσκηση είναι σημαντικά ακόμη και σε πάσχοντες (πχ. ασθενείς με διαβήτη, στεφανιαία νόσο κλπ.), αρκεί να έχει σχεδιαστεί κατάλληλα από τους ειδικούς.

Απαραίτητες Διαιτητικές Τροποποιήσεις : Μεγάλο πλήθος επιστημονικών ερευνών υποδεικνύει ότι μια μείωση στην πρόσληψη αλατιού σε συνδυασμό με ορισμένες άλλες ελεγχόμενες διαιτητικές παρεμβάσεις, προκαλεί σημαντική μείωση τόσο στην συστολική όσο και στην διαστολική αρτηριακή πίεση. Η επίδραση αυτή είναι ακόμα περισσότερο έντονη σε υπερτασικούς, σε διαβητικούς, σε παχύσαρκους και σε ηλικιωμένους. Ο συνδυασμός δίαιτας περιορισμού νατρίου και δίαιτας τύπου DASH (DASH diet = Dietary Approaches to Stop Hypertension = Διαιτητική Προσέγγιση για τον Έλεγχο της Υπέρτασης), έχει αποδειχθεί ότι μειώνει αποτελεσματικά την αρτηριακή πίεση σε υπερτασικούς ασθενείς. Η δίαιτα DASH αποτελεί ένα μοντέλο διατροφής όπου η πρόσληψη φρούτων και λαχανικών είναι ιδιαίτερα αυξημένη, τα γαλακτοκομικά προϊόντα που επιτρέπονται προς κατανάλωση είναι μηδενικής ή μειωμένης λιποπεριεκτικότητας (0 ή 1% λιπαρά), τα ολικά και τα κορεσμένα προσλαμβανόμενα λιπαρά είναι ελεγχόμενα και δεν επιτρέπεται η χρήση αλκοόλ. Επίσης αυτό το μοντέλο διατροφής παρέχει αυξημένες ποσότητες καλίου και ασβεστίου.

Στις περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες όπου έχει εφαρμοστεί η δίαιτα DASH, ο χρόνος εφαρμογής της ήταν 3 με 4 εβδομάδες, το καταναλισκόμενο θερμιδικό περιεχόμενο περίπου στις 2000 kcal/24h και η πρόσληψη νατρίου κυμαινόταν στα 50-150 mmol/dl. Έχει τεκμηριωθεί ότι η δίαιτα DASH έχει διουρητική δράση και αυτό αποτελεί ίσως έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την ικανότητά της να ρίχνει την αρτηριακή πίεση στους υπερτασικούς ασθενείς.

Η εφαρμογή της δίαιτας DASH, εκτός από την αξιοποίησή της σε υπερτασικούς ασθενείς έχει αποδειχθεί ότι έχει και άλλες ωφέλιμες επιδράσεις σε ορισμένες θανατηφόρους νόσους, όπως στα καρδιαγγειακά νοσήματα, στο εγκεφαλικό, στην οστεοπόρωση και στον καρκίνο.

Οι διαιτητικοί παράγοντες που πιστεύεται ότι επηρεάζουν την αρτηριακή πίεση είναι πολυάριθμοι και δρουν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Άλλοι μεταβάλλουν τη νεφρική απέκκριση άλατος και νερού (νάτριο, κάλιο, πρωτεΐνες), άλλοι επιδρούν στην ανταλλαγή ιόντων μεταξύ των λείων μυϊκών ινών των αρτηριδίων (χλώριο, ασβέστιο, μαγνήσιο), άλλοι επηρεάζουν το ισοζύγιο των ορμονών που ελέγχουν την απέκκριση άλατος και νερού καθώς και την σύσπαση των λείων μυϊκών ινών (θερμίδες, λινολεϊκό οξύ, καφεΐνη, φυτικές ίνες), άλλοι προκαλούν άμεσους τοξικούς ή άλλους μηχανισμούς (οινόπνευμα, θερμίδες).

Γενικά, η δίαιτα περιορισμού θερμίδων (υποθερμιδική) για τους υπέρβαρους υπερτασικούς ασθενείς και η δίαιτα ελάττωσης κατανάλωσης του νατρίου, λαμβάνονται συχνά ως τα πρωταρχικά μέσα θεραπείας, όσον αφορά την διαιτολογική παρέμβαση. Επιπρόσθετα, όταν συνυπάρχει φαρμακευτική αγωγή με διουρητικά, για τον λόγο ότι χάνεται πολύ κάλιο με τα ούρα, είναι επιτακτική και η ανάγκη εφαρμογής διαιτολογίου πλούσιου σε κάλιο.

Ποιος ο ρόλος της διατροφής στην αντιμετώπιση της υπέρτασης;

Σχεδόν 50% των ανθρώπων που έχουν υπέρταση είναι ευαίσθητοι στο αλάτι, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόσληψη μεγάλων ποσοτήτων νατρίου αυξάνει πολύ την αρτηριακή τους πίεση και τους θέτει σε κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών.

Η δίαιτα περιορισμού του νατρίου είναι μια καθ’ όλα κανονική δίαιτα, όπου όμως ο διαιτολόγος έχει φροντίσει να περιορίσει το ποσό του νατρίου προς κατανάλωση. Η χρησιμότητα της δίαιτας αυτής έγκειται στο να αποφευχθούν περιστατικά υπέρτασης, καθώς και δημιουργίας οιδήματος. Εκτιμάται ότι ο μέσος ενήλικας καταναλώνει περίπου 10 gr αλάτι, αντί των 4 gr που συνίστανται από διεθνείς οργανισμούς για τους υγιείς ενήλικες.

Έχει υπολογιστεί ότι το 85% του αλατιού που καταναλώνουμε περιέχεται σε έτοιμα τρόφιμα, ενώ το επιτραπέζιο αλάτι αποτελεί μόνο το 15% του συνόλου του αλατιού που καταναλώνουμε. Το νάτριο εντοπίζεται ως συστατικό πληθώρας τροφίμων, στο νερό και σε διάφορα φάρμακα και για τον λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να σχεδιαστεί ένα διαιτολόγιο πλήρους αποκλεισμού του νατρίου. Οι τροφές που περιέχουν σημαντικές ποσότητες νατρίου είναι το κρέας, το ψάρι, τα πουλερικά και τα γαλακτοκομικά. Μικρότερες ποσότητες νατρίου περιέχουν επίσης τα λαχανικά, τα λίπη και τα δημητριακά. Το νερό ακόμα, όπως προαναφέραμε περιέχει νάτριο σε διάφορες ποσότητες, ανάλογα με την ύδρευση. Το απεσταγμένο μόνο νερό δεν έχει νάτριο, καθώς όλα τα ανόργανα άλατα του έχουν αφαιρεθεί.

Οι περισσότερες ετικέτες τροφίμων αναφέρουν αν οι τροφές περιέχουν ή όχι νάτριο, καθώς και την περιεκτικότητά τους σε αυτό. Το νάτριο όμως μπορεί να περιέχεται και σε άλλες χημικές μορφές πέραν του γνωστού αλατιού, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να μπερδεύεται. Το Χλωριούχο Νάτριο, δηλαδή το κοινό αλάτι χρησιμοποιείται επιτραπέζιο, στο μαγείρεμα, κατά την επεξεργασία τροφίμων, στις κονσέρβες κλπ.. Το Γλουταμινικό Μονονάτριο, ένα καρύκευμα που χρησιμοποιείται στο σπίτι, σε εστιατόρια και σε πολλά συσκευασμένα τρόφιμα (κονσέρβες, κατεψυγμένα κλπ.).

Το Baking-Powder χρησιμοποιείται για επιτάχυνση του φουσκώματος στο ψωμί και στο κέικ. Το Διττανθρακικό Νάτριο ,η κοινή σόδα μαγειρικής, χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή ψωμιού, αρτοσκευασμάτων και γλυκών. Η Άλμη χρησιμοποιείται στην επεξεργασία τροφίμων για την εμπόδιση ανάπτυξης βακτηρίων και περιέχεται σε κονσέρβες, σε κατεψυγμένα, σε τουρσιά κλπ. Το Φωσφορικό Δινάτριο Άλας περιέχεται σε ορισμένα δημητριακά, καθώς και σε βιομηχανικά τυριά.. Το Αλγινικό Νάτριο προστίθεται στα σοκολατούχα γάλατα και στα παγωτά για να μαλακώσει την υφή τους.

Το Βενζοϊκό Νάτριο χρησιμοποιείται σαν συντηρητικό σε διάφορα παρασκευάσματα (μαγιονέζα, dressings, αναψυκτικά). Το Υδροξείδιο του Νατρίου ή καυστικό νάτριο χρησιμοποιείται στην επεξεργασία τροφίμων για να μαλακώσει την φλούδα της ελιάς, του καλαμποκιού κλπ.. Το Προπιονικό Νάτριο χρησιμοποιείται για την παστερίωση τυριών και ορισμένων αρτοσκευασμάτων και κέικ, ώστε να εμποδιστεί η ανάπτυξη μούχλας. Το Θειώδες Νάτριο χρησιμοποιείται για την λεύκανση ορισμένων φρούτων που χρειάζονται τεχνητό χρώμα (κεράσια μαρασκίνο, φρουί-γλασέ κλπ.) και ως συντηρητικό κάποιων ξηρών φρούτων (πχ. δαμάσκηνα).

Το προσλαμβανόμενο ποσοστό νατρίου που επιτρέπεται στον ασθενή εξαρτάται από την κατάστασή του και καθορίζεται από τον επιστήμονα υγείας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δίνεται αυστηρή άναλος δίαιτα με περιεκτικότητα σε νάτριο 0.25-0.50 gr/24h. Ένας ήπιος μέσος περιορισμός είναι η επιτρεπόμενη ποσότητα 1gr/24h νατρίου.

Τροφές που δεν προτείνονται και είναι πλούσιες σε νάτριο είναι οι συσκευασμένοι χυμοί τομάτας & λαχανικών, ο ανανάς, τα κονσερβοποιημένα φρούτα, τα λαχανικά σε κονσέρβες, τα τουρσιά, τα κατεψυγμένα λαχανικά με αλάτι, οι αγκινάρες, τα καρότα, το σέλινο, το κάρδαμο, το σπανάκι, τα παντζάρια, τα ραδίκια, το λάχανο, τα καπνιστά ή κονσέρβας κρέατα και ψάρια, τα τυριά, το αλατισμένο βούτυρο, τα αλμυρά κρακεράκια, τα γαριδάκια, τα chips, οι αλατισμένοι ξηροί καρποί, οι σούπες σε σκόνη ή κονσέρβα, το χοιρομέρι, τα αλατισμένα κρέατα, το ζαμπόν, τα βιομηχανικά παρασκευασμένα γεύματα, η σόδα μαγειρικής, το baking-powder, η σόγια sauce, τα πλήρη γαλακτοκομικά προϊόντα.

Τροφές που προτείνονται είναι oi xυμοί φρούτων χωρίς πρόσθετα, τα φρέσκα φρούτα, τα ξηρά φασόλια, το αποβουτυρωμένο γάλα, τα δημητριακά σε νιφάδες, το χονδροαλεσμένο σιτάρι, τα δημητριακά ψημένα χωρίς αλάτι, τα δημητριακά ψημένα χωρίς αλάτι, τα ζυμαρικά, το ρύζι, τα φρέσκα ψάρια και κρέατα, το ελαιόλαδο, το ξύδι, τα καρυκεύματα χωρίς αλάτι & χυμό λεμόνι, οι ανάλατοι ξηροί καρποί, το μέλι, η μαρμελάδα, ο ζελές και οι καραμέλες.

Εμπλουτισμός σε Κάλιο

Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη ανάμεσα στα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης και στην διαιτητική πρόσληψη του καλίου. Σχεδόν όλες οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί με αυτό το αντικείμενο, υποδεικνύουν ότι με την συμπληρωματική χορήγηση καλίου επιτυγχάνεται σημαντική μείωση τόσο στην συστολική όσο και στην διαστολική αρτηριακή πίεση. Μια μελέτη 12ετούς διάρκειας απέδειξε ότι τα άτομα που κατανάλωναν χαμηλή ποσότητα καλίου ήταν 2,6 φορές πιθανότερο να πεθάνουν από εγκεφαλικό επεισόδιο. Η επίδραση αυτή, όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με το νάτριο που αναφέραμε προηγουμένως, είναι περισσότερο τεκμηριωμένη όσον αφορά τους υπερτασικούς ασθενείς. Το κάλιο πιθανόν να επηρεάζει την ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, μέσω της ιδιότητας του να απομακρύνει το νάτριο από τον οργανισμό με την διούρηση ή λόγω της πιθανής του επίδρασης στα αγγειακά κύτταρα των λείων μυϊκών ινών.

Μια κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιούν συχνά οι υπερτασικοί ασθενείς είναι τα διουρητικά. Τα φάρμακα αυτά χρησιμεύουν για την απομάκρυνση του νατρίου από τα νεφρά, ταυτόχρονα όμως απομακρύνουν και το κάλιο. Το αποτέλεσμα είναι, ο υπερτασικός ασθενής που ακολουθεί μακροπρόθεσμα αγωγή με διουρητικά φάρμακα να κινδυνεύει να εμφανίσει υποκαλιαιμία. Η υποκαλιαιμία είναι το νόσημα που οφείλεται σε ελαττωμένη περιεκτικότητα καλίου στο αίμα και ένα από τα επικίνδυνα συμπτώματα της είναι ότι μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στον καρδιακό ρυθμό. Για τον λόγο αυτό, οι υπερτασικοί ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, οφείλουν να ενημερώνονται για το πώς μπορούν να εμπλουτίζουν το διαιτολόγιο τους με κάλιο ή όπου ο θεράπων ιατρός κρίνει απαραίτητο, να τους συνταγογραφείται αγωγή με συμπληρωματική χορήγηση καλίου.

Τροφές πλούσιες σε κάλιο είναι το μαγειρεμένο κρέας ή ψάρι, το γάλα, το γιαούρτι, τα ροδάκινα, τα βερίκοκα, τα αχλάδια, οι μπανάνες, οι χουρμάδες, τα πορτοκάλια, το αβοκάντο, το πεπονάκι κανταλούπα, τα σύκα, τα σταφύλια, το γκρέιπ-φρουτ, τα ακτινίδια, ο ανανάς, τα δαμάσκηνα, οι φράουλες, το μανταρίνι, το καρπούζι, τα παντζάρια, τα καρότα, τα σπαράγγια, το μπρόκολο, το λάχανο, τα φρέσκα φασολάκια, η κολοκύθα, τα κολοκυθάκια, οι ντομάτες, το σπανάκι, το σέλινο, οι πατάτες, οι γλυκοπατάτες, τα φασόλια, οι σταφίδες, τα φιστίκια και τα καρύδια.

Ασβέστιο – Μαγνήσιο

Υπάρχουν ορισμένες επιστημονικές μελέτες στις οποίες εφαρμόστηκαν σε πειραματόζωα δίαιτες με χαμηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο και μαγνήσιο και προκάλεσαν υπέρταση. Άλλες έρευνες έχουν συσχετίσει τα σκληρά πόσιμα νερά (υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο και μαγνήσιο), με την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου και της υπέρτασης. Ακόμα, υπάρχει μικρός αριθμός επιδημιολογικών ερευνών όπου φαίνεται πως η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου και μαγνησίου μειώνει την αρτηριακή πίεση σε ορισμένους ασθενείς. Όπως και να ‘χει, η λήψη συμπληρωμάτων ασβεστίου και μαγνησίου δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι ασκεί κάποια σημαντική επίδραση, όσον αφορά την μείωση της αρτηριακής πίεσης, σε άτομα με επαρκή διαιτητική πρόσληψη αυτών των στοιχείων.

Μόλυβδος

Σε μια μεγάλη επιδημιολογική μελέτη εξετάστηκε η σχέση που μπορεί να έχουν τα επίπεδα μολύβδου στο αίμα με την αρτηριακή πίεση. Εξετάστηκαν 2165 γυναίκες ηλικίας 40-59 ετών, που βρίσκονταν κατά ή μετά την εμμηνόπαυση. Τα αποτελέσματα των ερευνών έδειξαν ότι κατά και μετά την εμμηνόπαυση, η μείωση της οστικής μάζας συνοδεύεται από αύξηση των επιπέδων μολύβδου στο αίμα. Οι γυναίκες που παρουσίαζαν τα υψηλότερα επίπεδα μολύβδου είχαν και 40% περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν υπέρταση. Η έρευνα επίσης έδειξε ότι οι γυναίκες με επίπεδα μολύβδου του αίματος μεταξύ 4.0 - 31.1 mgr/dl είχαν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν υψηλή συστολική ή/ και διαστολική πίεση. Η σχέση αυτή ήταν ισχυρότερη στις μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Καφεΐνη

Από αρκετές επιδημιολογικές μελέτες διαφαίνεται ότι, ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από διάφορα χρόνια νοσήματα που συσχετίζονται με το άγχος (όπως πχ. υπέρταση, στεφανιαία νόσος, σακχαρώδης διαβήτης κλπ.), είναι πιθανόν ότι παρουσιάζουν επιδείνωση στην πορεία της νόσου τους όταν κάνουν υπέρμετρη κατανάλωση καφεΐνης.

Η καφεΐνη εμπεριέχεται εκτός βεβαίως από τον καφέ και σε άλλα ροφήματα ή τροφές, όπως στα αναψυκτικά τύπου cola, στο κακάο, στην σοκολάτα κλπ. Ο χρόνος ημιζωής της καφεΐνης στο αίμα είναι 4 ώρες, που σημαίνει ότι κάθε 4 ώρες η περιεκτικότητα της καφεΐνης στο αίμα μειώνεται στο μισό. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, ενώ πιούμε πχ. έναν καφέ η επίδραση της καφεΐνης στον οργανισμό μας συνεχίζεται για αρκετές ώρες, δηλαδή 4 ώρες μετά την λήψη της η ποσότητά της έχει μειωθεί στο 50% της αρχικής ποσότητας, 8 ώρες μετά την λήψη της η ποσότητά της έχει μειωθεί στο 25%, 12 ώρες μετά την λήψη της η ποσότητά της έχει μειωθεί στο 12.5% κοκ.

Οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί με αυτό το αντικείμενο μελέτης δείχνουν ότι οι ασθενείς παρουσιάζουν περισσότερο στρες μετά την κατανάλωση καφεΐνης, με αποτέλεσμα και την αύξηση της αρτηριακής τους πίεσης και του καρδιακού τους ρυθμού. Ακόμη, η έκκριση της αδρεναλίνης, η οποία είναι η κατ’ εξοχήν ορμόνη που σχετίζεται με το στρες, αυξάνεται κατά 32% σε άτομα που κάνουν συστηματική κατανάλωση 500 mgr καφεΐνης ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 4 φλιτζάνια καφέ.

Λάδια Τηγανίσματος 

Είναι γνωστή η άμεση συνάρτηση των ελαίων και γενικότερα των λιπαρών ουσιών που χρησιμοποιούμε, με το καρδιαγγειακό μας σύστημα και ευρύτερα με την κατάσταση της υγείας μας. Οι διαιτολόγοι και οι γιατροί επανειλημμένα υπογραμμίζουν την μοναδικότητα του παρθένου ελαιόλαδου όσον αφορά τα οφέλη που αποφέρει η αποκλειστική του χρήση στην κουζίνα μας, ωμό ή στο μαγείρεμα. Η ωφέλιμη επίδραση του έγκειται στη εξαιρετική αναλογία των κορεσμένων και των ακόρεστων λιπαρών οξέων στην σύστασή του (η σύσταση αυτή είναι περίπου –ανάλογα με την ποιότητα- 15% κορεσμένα, 75% πολυακόρεστα και 10% μονοακόρεστα λιπαρά οξέα).

Ωστόσο, είναι συχνό φαινόμενο η χρήση διαφόρων άλλων ελαίων, κυρίως για το τηγάνισμα τροφίμων. Κατά το μαγείρεμα του ελαίου, η θέρμανση αλλοιώνει αρκετά από τα χαρακτηριστικά του και οδηγεί στην απελευθέρωση ορισμένων ουσιών, τις οποίες εμείς τελικά καταναλώνουμε. Ειδικά τα λάδια τα οποία τηγανίζονται ξανά και ξανά πολλές φορές, αποκτούν πολλή μεγάλη περιεκτικότητα σε πολυμερή και πολικές ενώσεις. Οι ενώσεις αυτές συσσωρεύονται με τον καιρό στον οργανισμό μας και είναι πιθανόν ότι κάποια στιγμή θα λειτουργήσουν αθροιστικά, εκδηλώνοντας κάποια αρνητική επίδραση στην υγεία μας. Επιστημονικές μελέτες υποδεικνύουν ότι άτομα με υψηλή περιεκτικότητα τέτοιων πολυμερών και πολικών ενώσεων στο αίμα τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν υπέρταση. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι σε άτομα που χρησιμοποιούν ελαιόλαδο και για το τηγάνισμα, οι ουσίες αυτές ανευρίσκονται στο αίμα τους σε πολύ μικρότερες συγκεντρώσεις, δεδομένου ότι το ίδιο λάδι δεν επαναχρησιμοποιείται περισσότερες από 2-3 φορές.

Θεραπευτική Στρατηγική κατά της Υπέρτασης με Φάρμακα

Όταν η αρτηριακή υπέρταση δεν υποχωρεί παρά την εφαρμοζόμενη δίαιτα και τις απαραίτητες αλλαγές στον τρόπο ζωής του ατόμου, τότε μπορεί να κριθεί απαραίτητο να προχωρήσει η θεραπεία με την έναρξη αντιυπερτασικής αγωγής με λήψη φαρμάκων, υπό τις οδηγίες σαφώς του θεράπων ιατρού. Η έναρξη της θεραπείας, εκτός από περιστατικά εξαιρετικής σοβαρότητας, γίνεται σταδιακά, όπως επίσης βαθμιαία επιτυγχάνεται και η αρτηριακή πίεση-στόχος. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η αρτηριακή πίεση-στόχος, απαιτείται συνήθως μια συνδυαστική θεραπεία. Η έναρξη της θεραπείας είναι δυνατόν να γίνει με μια χαμηλή δόση μιας δραστικής ουσίας ή με τον συνδυασμό χαμηλών δόσεων δυο δραστικών ουσιών.

Η παραδοσιακή άποψη ότι η αντιυπερτασική θεραπεία πρέπει να αρχίζει με ένα φάρμακο τέθηκε υπό αμφισβήτηση στις κατευθυντήριες συστάσεις για την αντιμετώπιση της υπέρτασης 2003. Σύμφωνα με την Αμερικανική Εθνική Επιτροπή για την Υπέρταση, έναρξη θεραπείας με δυο φάρμακα προτείνεται σε άτομα με υπέρταση μεγαλύτερη από 160/100 mmHg, καθώς και σε άτομα με τιμές πίεσης μεγαλύτερες κατά 20/10 mmHg πάνω από το στόχο. Η Ευρωπαϊκή Εταιρία Υπέρτασης-Ευρωπαϊκή Εταιρία Καρδιολογίας επίσης προτείνει την έναρξη θεραπείας με δυο φάρμακα σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ανάλογα με το επίπεδο της αρτηριακής πίεσης και του συνολικού κινδύνου. Υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ των νέων οδηγιών σχετικά με την κατά προτίμηση χορήγηση διουρητικών σε ηλικιωμένους, β-αποκλειστών και αναστολέων ΜΕΑ μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου και στην καρδιακή ανεπάρκεια (αναστολέων ΜΕΑ και δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας), καθώς και αναστολέων ΜΕΑ και ανταγωνιστών αγγειοτασίνης στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

Η Ευρωπαϊκή Εταιρία Υπέρτασης-Ευρωπαϊκή Εταιρία Καρδιολογίας και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας-Διεθνής Εταιρία Υπέρτασης συνιστούν ως πρώτη επιλογή στη διαβητική νεφροπάθεια τους αναστολείς ΜΕΑ στο τύπο-1 και τους ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης στον τύπο-2. Λιγότερο δεσμευτική είναι η θέση της Αμερικανικής Εθνικής Επιτροπής για την Υπέρταση, που προτείνει τη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ ή ανταγωνιστών αγγειοτασίνης σε νεφρική βλάβη, ανεξάρτητα από τον τύπο του διαβήτη. Όμως, σε καμία από τις οδηγίες δεν αναφέρεται ειδική προτίμηση κάποιας κατηγορίας φαρμάκων για τα διαβητικά άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Σε υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, η Ευρωπαϊκή Εταιρία Υπέρτασης-Ευρωπαϊκή Εταιρία Καρδιολογίας και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας-Διεθνής Εταιρία Υπέρτασης, υποστηρίζουν την προτίμηση των ανταγωνιστών αγγειοτασίνης. Τέλος, σε ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου, η Αμερικανική Εθνική Επιτροπή για την Υπέρταση και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας-Διεθνής Εταιρία Υπέρτασης, προτείνουν τα διουρητικά και τους αναστολείς ΜΕΑ ως θεραπεία πρώτης γραμμής.

Τέλος, ορισμένες αξιόπιστες επιστημονικές έρευνες που έχουν εκπονηθεί με αντικείμενο τα αντιυπερτασικά φάρμακα, υποδεικνύουν και ορισμένες άλλες επιδράσεις τους, οι οποίες είναι δυνατόν να συνεκτιμηθούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις είναι πχ. η υποψία ότι συγκεκριμένες δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε κάποια αντιυπερτασικά φάρμακα, έχουν την δυνατότητα να μειώνουν τη δημιουργία χημικών ενώσεων στον οργανισμό οι οποίες προκαλούν γήρανση αλλά επιπλέον και βλάβες στους νεφρούς.

  • Ευαγγελία Παναγιωτοπούλου Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

    Με μεγάλη εμπειρία στον τομέα της, αναλαμβάνει υπεύθυνα την στήριξη και καθοδήγηση οποιουδήποτε περιστατικού χρήζει παρακολούθησης και διατροφικών κατευθυντήριων γραμμών. Η παροχή υπηρεσιών διατροφής συνίσταται αποκλειστικά σε εξατομικευμένα και ευέλικτα διαιτολόγια, προσαρμοσμένα πάνω στις ιδιαίτερες ανάγκες και απαιτήσεις του καθενός. Ειδικευμένη σε φυσιολογικές και παθολογικές καταστάσεις, με γνώση, ευθύνη, στήριξη & ενθάρρυνση για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου.

  • Αντώνης Αλαβέρας Διευθυντής Παθολόγος, Α’ Παθολογική Κλινική, Νοσοκομείο ΕΕΣ
ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.
×

×