Διαβήτης

Έχω ΣΔ, πόσο αλκοόλ να καταναλώνω;

12 Ιουνίου 2016
17424 Προβολές
6 λεπτά να διαβαστεί
diavitis kai alkool

Photo source: www.bigstockphoto.com

Το αλκοόλ ή η αιθανόλη (αιθυλική αλκοόλη) αποτελεί ένα θερμιδογόνο συστατικό της διατροφής μας, που αποδίδει όμως «κενές» θερμίδες.

Αν και έχει αρκετά υψηλή ενεργειακή πυκνότητα (αποδίδει 7 Kcal/γρ), δεν είναι απαραίτητο για την ομαλή ανάπτυξη του οργανισμού μας. Από την άλλη βέβαια γνωρίζουμε, από πολλές έρευνες, ότι η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, από οποιοδήποτε ποτό, μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση για την υγεία μας (σχέση J-shape).

Πώς επηρεάζει το αλκοόλ τον διαβήτη;

Όσον αφορά στη σχέση αλκοόλ και διαβήτη, αρκετές επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα υγιή άτομα, με ελαφριά έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, εμφανίζουν μειωμένο κίνδυνο επίπτωσης διαβήτη τύπου 2 και αυξημένη ευαισθησία της ινσουλίνης.

Επίσης, αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι στα άτομα με ήδη εκδηλωμένο σακχαρώδη διαβήτη, η χρόνια κατανάλωση μικρών ποσοτήτων αλκοόλ (5-15gr ημερησίως) σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο επίπτωσης στεφανιαίας νόσου, μέσω άγνωστων ακόμη μηχανισμών όπως π.χ. μέσω της αύξησης της HDL χοληστερόλης.

Μπορούν τα άτομα με διαβήτη να καταναλώσουν αλκοόλ;

Η κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να γίνεται με προσοχή από τα άτομα με διαβήτη, είτε τύπου 1 είτε τύπου 2, καθώς και οι προσλαμβανόμενες θερμίδες αλλά και ο τρόπος με τον οποίο μεταβολίζεται η αλκοόλη έχει επιδράσεις στη γενικότερη κατάσταση υγείας τους

Τα άτομα με ΣΔ πρέπει να καταναλώνουν, όταν το επιθυμούν, αλκοόλ με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η κατανάλωση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένα προβλήματα. Η αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης, η εμφάνιση υπογλυκαιμίας, η αύξηση του σωματικού βάρους, καθώς και η υπερτριγλυκεριδαιμία είναι κάποια από τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατανάλωση αλκοόλ, όταν υπάρχει διαβήτης.

Ποιες είναι οι συστάσεις για το αλκοόλ στα άτομα με διαβήτη;

Κατανάλωση αλκοόλ με μέτρο

Σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, αν ένα ενήλικο άτομο με σακχαρώδη διαβήτη επιλέξει να καταναλώσει αλκοόλ, η κατανάλωση της αλκοόλης θα πρέπει να γίνεται με μέτρο – συγκεκριμένα, επιτρέπεται μέχρι 1 μονάδα αλκοόλης για τις γυναίκες και μέχρι 2 για τους άντρες ημερησίως (μια μονάδα αλκοόλης -unit – αντιστοιχεί σε 350 ml μπύρας 150 ml κρασιού ή 45 ml ηδύποτου και περιέχει 15 γραμμάρια αλκοόλης).

Κατανάλωση αλκοόλ μαζί με το φαγητό

Ταυτόχρονα, η κατανάλωση της όποιας μορφής αλκοόλης πρέπει πάντα να γίνεται μαζί με το φαγητό, ειδικότερα στα άτομα με διαβήτη που ακολουθούν αγωγή με ινσουλίνη ή υπογλυκαιμικά φάρμακα, για να αποφεύγονται τα υπογλυκαιμικά επεισόδια.

Έχει φανεί πως, όταν η κατανάλωση γίνεται με άδειο στομάχι, η απορρόφησή της αλκοόλης γίνεται πιο γρήγορα και ακολουθείται από χαμηλά σάκχαρα. Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις όπου η λήψη της γίνεται με μέτρο, απαιτείται επιπρόσθετα προσοχή από την ταυτόχρονη λήψη άλλων υδατανθράκων μαζί με το αλκοόλ (π.χ. σε ανάμικτα ποτά), η οποία μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του σακχάρου.

Προσοχή στην κατανάλωση των συνοδευτικών σνακ 

Προσοχή επίσης χρειάζεται στην κατανάλωση λιπαρών σνακ, που επιβαρύνουν με τη σειρά τους το συνολικό θερμιδικό φορτίο της δίαιτας τους.

Διαβήτης και συνοδά νοσήματα

Ειδικότερα, όταν μαζί με το διαβήτη συνυπάρχει και διαταραχή βάρους, η κατανάλωση του οινοπνεύματος θα πρέπει να είναι περιορισμένη ή ακόμα και να αποφεύγεται. Επίσης, τα υπερτασικά άτομα ή τα άτομα που παρουσιάζουν υπερτριγλυκεριδαιμια πρέπει να αποφεύγουν την λήψη αλκοόλης.

Ποιο ποτό επιβαρύνει λιγότερο τον διαβήτη;

Τα άτομα με διαβήτη είναι τέλος καλό να επιλέγουν ποτά που προκαλούν τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση στον διαβήτη. Το λευκό ξηρό κρασί, το τσίπουρο και τα ποτά τύπου ουΐσκι ή βότκα με νερό ή χυμό λεμόνι είναι σίγουρα οι πιο ασφαλείς λύσεις. Αντίθετα, η μπύρα και τα γλυκά κρασιά περιέχουν υδατάνθρακες που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα του σακχάρου του αίματος.

Αντλίες ινσουλίνης και αλκοόλ

Οι αντλίες ινσουλίνης αποτελούν μία σύγχρονη εναλλακτική στις ενέσεις ινσουλίνης για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Το βασικό τους προτέρημα είναι ότι δίνουν τη δυνατότητα στο χρήστη να προσαρμόζει άμεσα τη δόση ινσουλίνης προκειμένου να ανταποκριθεί σε ένα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου γεύμα, δίνοντάς του το περιθώριο για σωστή αντιστοίχηση του γλυκαιμικού φορτίου με τη δόση της ινσουλίνης χωρίς επιπλέον ένεση.

Για τον ίδιο λόγο, θεωρούνται περισσότερο βολικές και για τις περιπτώσεις κατανάλωσης αλκοόλ. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο θα πρέπει να προσαρμόσει τη δόση της βασικής ινσουλίνης για το βράδυ μετά την κατανάλωση αλκοόλ, για την ακρίβεια να τη μειώσει κατά 20% έως 50% αναλόγως και αν υπήρξε σημαντική φυσική δραστηριότητα όπως χορός ή περπάτημα το ίδιο βράδυ. Επιπλέον, θα πρέπει να γίνει μία προσαρμογή και της bolus δόσης της ινσουλίνης, αναλόγως το είδος του ποτού αλλά και το γεύμα που προηγήθηκε.

Έτσι, για ποτά που περιέχουν σημαντικές ποσότητες υδατανθράκων (όπως η μπίρα και τα ηδύποτα), η δόση bolus θα πρέπει να καλύπτει το 50% του φορτίου υδατανθράκων του ποτού, και μόνο αν η τιμή γλυκόζης αίματος παραμένει υψηλή, μόνο τότε προτείνεται μια πολύ συντηρητική αύξηση της δόσης (κατά 0,1 με 0,5 μονάδες). Για τα κρασιά και τα σκέτα ποτά δεν προτείνεται χορήγηση ινσουλίνης.

Τέλος, προτείνεται να καταναλώνεται ένα υδατανθρακούχο γεύμα πριν την έξοδο, ενώ η bolus δόση για αυτό θα πρέπει να είναι μειωμένη εφόσον γίνεται κατανάλωση αλκοόλ αργότερα.

Πώς δημιουργείται η υπογλυκαιμία;

Είναι γνωστό ότι στα άτομα με σακαρώδη διαβήτη το αλκοόλ τείνει να μειώνει τις τιμές σακχάρου αίματος, αυξάνοντας τελικά τις πιθανότητες για υπογλυκαιμία.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση έγκειται στο ότι το συκώτι, το οποίο αποτελεί και το όργανο που είναι υπεύθυνο για την απελευθέρωση γλυκόζης στο αίμα προκειμένου να μείνουν σταθερές οι τιμές της, είναι ταυτόχρονα υπεύθυνο για την απομάκρυνση της αιθανόλης από το σώμα μας. Καθ’ ότι η αιθανόλη δεν μπορεί να αποθηκευτεί στον οργανισμό, η απομάκρυνσή της μέσω του ήπατος είναι απόλυτη προτεραιότητα. Με απλά λόγια, στην περίπτωση κατανάλωσης αλκοόλ, το συκώτι είναι… απασχολημένο με την απομάκρυνση του αλκοόλ με αποτέλεσμα η απελευθέρωση γλυκόζης στο αίμα να γίνεται με πιο αργό ρυθμό.

Πιο συγκεκριμένα, το αλκοόλ εμποδίζει τη διαδικασία της γλυκονεογένεσης που λαμβάνει χώρα στο συκώτι, δηλαδή της παραγωγής γλυκόζης από υποστρώματα όπως το γαλακτικό οξύ, η γλυκερόλη και η αλανίνη. Οι δράσεις αυτές, μάλιστα, έχουν δοσο-εξαρτώμενο χαρακτήρα με αποτέλεσμα η υπογλυκαιμία να είναι πιο έντονη όσο περισσότερο αλκοόλ έχει καταναλωθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις όπου έχει προηγηθεί κατανάλωση γεύματος, το αλκοόλ δεν είναι το ίδιο πιθανό να προκαλέσει τόσο άμεσα υπογλυκαιμία, μιας και υπάρχει η δυνατότητα παραγωγής γλυκόζης μέσω άλλων διαδικασιών (γλυκογονόλυση).

Ποιο είναι το συμπέρασμα;

Στις περιπτώσεις, λοιπόν, όπου ο διαβητικός ασθενής ακολουθεί θεραπεία με ινσουλίνη ή με αντιδιαβητικά φάρμακα, είναι απαραίτητο να γίνει ρύθμιση της αγωγής για να αποφευχθεί η υπογλυκαιμία.

Ανεπιθύμητες δράσεις της αλκοόλης

Πέρα από την άμεση επίδραση του οινοπνεύματος στο μεταβολισμό της γλυκόζης,  το αλκοόλ έχει πολλές ακόμα μεταβολικές επιπτώσεις, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες. Συγκεκριμένα:

Επιδεινώνει την ινσουλινοαντίσταση

Μειώνει την ευαισθησία των ιστών του σώματος (και κυρίως των σκελετικών μυών) στη δράση της ινσουλίνης

Επίπεδα των λιπιδίων αίματος

Πολύ σημαντική είναι η επίδραση του αλκοόλ στα επίπεδα των λιπιδίων αίματος.

  1. Όσον αφορά στις άμεσες συνέπειες από την κατανάλωση αλκοόλ, αυτές περιλαμβάνουν την αύξηση των τριγλυκεριδίων αίματος, η οποία μάλιστα μεσολαβεί στην εμφάνιση της ινσουλινοαντίστασης που αναφέρθηκε πιο πάνω. Σε περιπτώσεις ήδη υπάρχουσας δυσλιπιδαιμίας, τα επιπλέον τριγλυκερίδια δύνανται να οδηγήσουν σε παγκρεατίτιδα.
  2. Όσον αφορά στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από την κατανάλωση αλκοόλ, αυτά φαίνεται να είναι δοσοεξαρτώμενα: σε μέτρια κατανάλωση, παρατηρείται αύξηση της HDL χοληστερόλης και μείωση των τριγλυκεριδίων, ενώ σε υψηλή κατανάλωση η HDL μειώνεται ενώ η LDL και τα τριγλυκερίδια αυξάνονται.

Πεπτικό σύστημα

Στο πεπτικό σύστημα, το αλκοόλ αυξάνει την κινητικότητα του λεπτού εντέρου, μειώνει την απορρόφηση διάφορων ουσιών όπως της βιταμίνης Α και αμινοξέων ενώ αυξάνει και την απορρόφηση του λίπους. Ακόμα, σε υπέρμετρη κατανάλωση προκαλεί βλάβη του εντερικού επιθηλίου.

Καρδιαγγειακό κίνδυνο

Ενδιαφέρον έχει και η σχέση της κατανάλωσης αλκοόλ με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στους διαβητικούς ασθενείς, η οποία φαίνεται να είναι ανάλογη της ποσότητας που καταναλώνεται (σχέση J-shape): σε ήπια έως μέτρια κατανάλωση (δηλ. 1-3 ποτά ημερησίως), παρατηρείται έως και 55% μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και έως και 75% μείωση του κινδύνου για θάνατο από καρδιαγγειακή νόσο.

Σε υψηλότερη χρόνια κατανάλωση, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος μπορεί ακόμα και να τριπλασιαστεί

Το αλκοόλ επηρεάζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο όχι μόνο λόγω της δυσλιπιδαιμίας που προκαλεί αλλά και λόγω της αύξησης της αρτηριακής πίεσης. Κάθε γραμμάριο αλκοόλ δύναται να ανεβάσει τη συστολική πίεσης κατά 0.24 mmHg και τη διαστολική πίεση κατά 0.16 mmHg.

Οξεία Παγκρεατίτιτδα

Το αλκοόλ, επίσης, διεγείρει την παγκρεατική έκκριση. Για το λόγο αυτό, η κατανάλωσή του είναι η δεύτερη σε συχνότητα αιτία οξείας παγκρεατίτιδας και είναι η κυριότερη, μακράν, αιτία χρόνιας παγκρεατίτιδας.

Διαβητική αλκοολική κετοξέωση

Ακόμα, σε περίπτωση κατάχρησης αλκοόλ σε συνδυασμό με ελλιπή κατανάλωση τροφής και εμετούς ενδέχεται να εμφανιστεί διαβητική αλκοολική κετοξέωση, μία επικίνδυνη κατάσταση που χρήζει άμεσα ιατρικής αντιμετώπισης.

Αύξηση του βάρους

Τέλος, η κατανάλωση αλκοόλ συμβάλλει και στην αύξηση του βάρους του διαβητικού ασθενή, κάτι το οποίο επηρεάζει συνολικά τη διαχείριση της πάθησης.

Ποια άτομα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση αλκοόλ;

Η κατανάλωση αλκοόλ είναι σημαντικό να γίνεται με μέτρο στις περιπτώσεις διαβητικών ατόμων. Η κατανάλωσή του, ωστόσο, πρέπει να αποφεύγεται στις εξής περιπτώσεις:

  • Όταν έχει προηγηθεί έντονη φυσική δραστηριότητα, μιας και ο κίνδυνος για υπογλυκαιμία αυξάνεται
  • Όταν το βάρος του ατόμου είναι ήδη αυξημένο, αφού σε αυτή την περίπτωση οι θερμίδες του αλκοόλ μπορεί να λειτουργήσουν επιβαρυντικά στη διαχείριση του βάρους
  • Όταν τα επίπεδα σακχάρου δεν είναι ρυθμισμένα
  • Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ήδη αυξημένη αρτηριακή πίεση ή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων τα οποία μπορεί να επιδεινωθούν με την κατανάλωση αλκοόλ
  • Σε περιπτώσεις συνυπάρχουσας πάθησης όπως ηπατικής ή παγκρεατικής νόσου ή νευροπάθειας
  • Σε περιπτώσεις ταυτόχρονης λήψης φαρμακευτικής αγωγής, μιας και το αλκοόλ επηρεάζει το μεταβολισμό πολλών φαρμακευτικών ουσιών
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Baliunas DO, Taylor BJ, Irving H, Roerecke M, Patra J, Mohapatra S, Rehm J:Alcohol as a risk factor for type 2 diabetes: a systematic review and meta-analysis. Diabetes Care 2009, 32:2123-2132.

Dunn FL. Management of dyslipidemia in people with type 2 diabetes mellitus. Rev Endocr Metab Disord 2010, 11:41-51.

Howard AA, Arnsten JH, Gourevitch MN. Effect of alcohol consumption on diabetes mellitus: a systematic review. Ann Intern Med 2004,140:211-219

Rasouli B, Ahlbom A, Andersson T, Grill V, Midthjell K, Olsson L, Carlsson S. Alcohol consumption is associated with reduced risk of Type 2 diabetes and autoimmune diabetes in adults: results from the Nord-Trøndelag health study.Diabet Med 2013;30:56–64

Shimomura T,Wakabayashi I.Inverse associations between light-to-moderate alcohol intake and lipid-related indices in patients with diabetes. Cardiovasc Diabetol.2013 Jul 17;12(1):104.

Morrison, G & Weston, P. (2011). Insulin pump therapy and the management of alcohol intake. Journal of Diabetes Nursing. 15. 292-297.

National Diabetes Services Scheme (2016). Alcohol factsheet. Retrieved at 13/1/2019

Βασιλείου Α.-Μ. (2007).Ανασκόπηση: Οινόπνευμα και Σακχαρώδης Διαβήτης. Ελληνικά Διαβητολογικά Χρονικά 20, 4: 333 – 342.

Jennifer L. Steiner, Kristen T. Crowell , and Charles H. Lang (2015). Review: Impact of Alcohol on Glycemic Control and Insulin Action. Biomolecules. 5, 2223-2246

  • Χάρης Δημοσθενόπουλος
    Χάρης Δημοσθενόπουλος Κλινικός Διαιτολόγος & Βιολόγος, M.Med.Sci. S.R.D.

    O Xάρης Δημοσθενόπουλος είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, με μεταπτυχιακές σπουδές (PostGraduate Diploma-MMedSci) και υποψήφιος διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συγγραφέας του βιβλίου "Διατροφή στο Διαβήτη - Μια «γλυκιά»... συνήθεια" των εκδόσεων medNutrition.

  • Λαμπροπούλου Μέμα
    Λαμπροπούλου Μέμα Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, M.Sc., CISSN

    Η Μέμα Λαμπροπούλου είναι Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, απόφοιτος του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος από το Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Εργάζεται στο Ευτροφία, το πρώτο διατροφικό εργαστήρι στην Πάτρα.

Σας ενδιαφέρει επίσης: