640
Άλλες Παθήσεις

Παιδική αναιμία

09 Σεπτεμβρίου 2017
1 λεπτό να διαβαστεί

Η έλλειψη σιδήρου είναι η πιο κοινή διαταραχή σε θρεπτικές ουσίες στον κόσμο, ενώ τα βρέφη και τα παιδιά φαίνεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, λόγω της ταχείας ανάπτυξής τους και των περιορισμένων πηγών σιδήρου στη διατροφή τους. To 35% των παιδιών στην Ελλάδα εμφανίζουν σιδηροπενική αναιμία. Παρόλο που η δυσαπορρόφηση και η αιμορραγία αποτελούν αίτια για την έλλειψη σιδήρου, το κύριο αίτιο φαίνεται να είναι η μειωμένη πρόσληψη από τη διατροφή.

Η σιδηροπενία συνδέεται με μειωμένη ανάπτυξη, κακές σχολικές επιδόσεις, μειωμένη παραγωγικότητα, αίσθημα κόπωσης, αλλά και μειωμένη ανοσοποιητική ικανότητα. Σε ηλικία 5 χρόνων, κάθε 10 g/L αύξηση στις τιμές της αιμοσφαιρίνης συσχετίστηκε με 1,75 μονάδες υψηλότερο IQ. Η μειωμένη γνωσιακή ανάπτυξη και εξέλιξη φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη, ιδιαίτερα όταν καθυστερεί η διάγνωση και η θεραπεία.

Σε ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο για αναιμία βρίσκονται

  • Βρέφη που λαμβάνουν πλήρες αγελαδινό γάλα, έναντι μη ειδικού, τροποποιημένου, πριν από την ηλικία του 1 έτους 
  • Πολλά νεαρά κορίτσια που ελέγχουν το βάρος τους, περιορίζοντας την πρόσληψη πηγών σιδήρου
  • Έφηβοι που ακολουθούν προσωρινά μη ισορροπημένη χορτοφαγική δίαιτα 
  • Παιδιά που ασχολούνται με αθλήματα αντοχής, μπορεί να οδηγηθούν σε απώλεια αίματος από το έντερο ή μέσω του ουροποιητικού συστήματος 
  • Ασθενείς, λόγω λανθασμένων πρακτικών σίτισης κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο της ασθένειας. 

Μελέτες έχουν δείξει επίσης, ότι τα υπέρβαρα παιδιά και οι έφηβοι βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο για ανεπάρκεια σιδήρου σε σύγκριση με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους, καθώς παρατηρείται ανισορροπία ορμονών, με αποτέλεσμα τη δέσμευση του σιδήρου στις αποθήκες έναντι της διάθεσής του για σύνθεση αιμοσφαιρίνης.

Οι συστάσεις για την πρόσληψη σιδήρου σε βρέφη, παιδιά και εφήβους φαίνονται παρακάτω

  • 0,5-1 έτους 11 mg σιδήρου
  • 1-3 ετών 7 mg σιδήρου
  • 4-8 ετών 10 mg σιδήρου
  • 9-13 ετών 8 mg σιδήρου
  • 14-18 ετών 11 mg σιδήρου για τα αγόρια, 15 mg σιδήρου για τα κορίτσια 

Ο αιμικός σίδηρος (ο σίδηρος που προέρχεται από ζωικές πηγές) αποτελεί την καλύτερη πηγή σιδήρου, καθώς απορροφάται σε μεγαλύτερο ποσοστό, ενώ ταυτόχρονα, ενισχύει αποτελεσματικά και την απορρόφηση του μη-αιμικού σίδηρου. Η απορρόφηση του μη-αιμικού σιδήρου ενισχύεται επίσης από την πρόσληψη βιταμίνης C, τα οργανικά οξέα φρούτων και λαχανικών (κιτρικό και μηλικό οξύ), και τη ζωική πρωτεΐνη. Αντίθετα, συστατικά της τροφής που μειώνουν την απορρόφηση σιδήρου είναι: οι φυτικές ίνες, το ασβέστιο, οι φαινόλες που βρίσκονται στα λαχανικά, τους ξηρούς καρπούς, τα όσπρια, κ.ά., οι τανίνες στο τσάι και οι πρωτεΐνες σόγιας.

Για τη μείωση της επίπτωσης της σιδηροπενικής αναιμίας στα παιδιά προτείνονται

  • Ο αποκλειστικός μητρικός θηλασμός μέχρι την ηλικία των 4-6 μηνών φαίνεται να είναι ευεργετικός.
  • Ενθαρρύνεται η έγκαιρη εισαγωγή τροφίμων απογαλακτισμού πλούσιων σε σίδηρο, όπως τα δημητριακά, τα λαχανικά, τα ψάρια, τα αυγά, ο αρνίσιος κιμάς, το κρέας και το κοτόπουλο, μετά την ηλικία των 6 μηνών. 
  • Συστήνεται αποφυγή της πρόσληψης μεγάλων ποσοτήτων μη ενισχυμένου, ειδικού για την ηλικία γάλακτος. 
  • Σε μεγαλύτερα παιδιά, ενθαρρύνεται μια διατροφή που περιέχει σίδηρο, όπως πράσινα και φυλλώδη λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης και μη φυτικά τρόφιμα, όπως κρέας, κοτόπουλο, ψάρι, αυγά και συκώτι.
  • Επιβάλλεται αξιολόγηση της πρόσληψης σιδήρου σε ευαίσθητους πληθυσμούς και υποβαθμισμένες περιοχές. 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Beard J, Stoltzfus R. Iron-deficiency anemia: reexamining the nature and magnitude of the public health problem. J Nutr. 2001; 131:563S–703S.

Leung AKC, Chan KW. Iron deficiency anemia. Adv Pediatr. 2001; 48:385-408.

Palti H, Pevsner B, Adler B. Does anemia in infancy affect achievement on developmental and intelligence tests? Hum Biol. 1983; 55:189–194.

Robertsson, J.D., Maughan, R.J. & Davidsson, R.L.J. (1987) Faecal blood loss in response to exercise.British Medical Journal, 295,303±305.

Aeberli I, Hurrell RF, Zimmermann MB, "Overweight children have higher circulating hepcidin concentrations and lower iron status but have dietary iron intakes and bioavailability comparable with normal weight children", International Journal of Obesity (2009) 33, 1111–1117

  • Χριστίνα-Πωλίνα Λαμπρινού
    Χριστίνα-Πωλίνα Λαμπρινού Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, PhD-c

    H Χριστίνα-Πωλίνα Λαμπρινού είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, με επιπλέον μεταπτυχιακή εξειδίκευση (M.Sc.) στην κλινική διατροφή και υποψήφια Διδάκτωρ του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως επιστημονική συνεργάτιδα του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου σε Ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα ενώ παρέχει και διαιτολογικές υπηρεσίες στην περιοχή της Καλλιθέας.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.