Συστάσεις Διατροφής

Β-γλυκάνη και μείωση της χοληστερόλης

13 Ιανουαρίου 2012
3 λεπτά να διαβαστεί
Β-γλυκάνη και μείωση της χοληστερόλης

Photo source: www.bigstockphoto.com

Οι β-γλυκάνες είναι δομικοί πολυσακχαρίτες, που απαντούν στα κυτταρικά τοιχώματα του ενδοσπερμίου της στιβάδας της αλευρώνης των δημητριακών σπόρων. Το κριθάρι περιέχει β-γλυκάνες σε ποσοστό 2,5-11%, η βρώμη 2,2-7,8%, η σίκαλη 1,2-2,9% και το σιτάρι 0,4-1,4%. Ανάλογα με το είδος του δημητριακού, υπάρχει διαφορετική κατανομή των β-γλυκανών στο σπόρο (μεταξύ ενδοσπερμίου και φλοιού), γεγονός που επιτρέπει τον διαχωρισμό κλασμάτων αλεύρου πλούσιων σε β-γλυκάνες, με σχετικά απλές διεργασίες μηχανικής άλεσης και αεροδιαχωρισμού. Επίσης, μέσα στο ίδιο βοτανικό είδος, η συγκέντρωση της β-γλυκάνης εξαρτάται από την ποικιλία(γενοτυπικός παράγοντας), όπως και από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες καλλιέργειας. Για παράδειγμα, οι ξηροθερμικές συνθήκες πριν από την συγκομιδή οδηγούν στην αύξηση της συγκέντρωσης της β-γλυκάνης στους σπόρους.

Ιδιότητες

Οι β-γλυκάνες των δημητριακών επιδεικνύουν μια σειρά από φυσιολογικές ιδιότητες, που γενικά αποδίδονται τόσο σε διαλυτές, όσο και αδιάλυτες φυτικές ίνες. Οι υδατοδιαλυτές διαιτητικές ίνες αυξάνουν τον χρόνο παραμονής της τροφής στο έντερο, επιβραδύνουν την κένωση του περιεχομένου του στομάχου και δεσμεύουν τις τοξικές ουσίες. Αυτές και άλλες δράσεις των β-γλυκανών οδηγούν στη μείωση της χοληστερόλης και σε άλλες ευεργετικές μεταβολικές δράσεις. Διάφορες επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι δίαιτες πλούσιες σε διαιτητικές ίνες από σπόρους δημητριακών ολικής άλεσης σχετίζονται μεμείωση των περιστατικών καρδιαγγειακών νοσημάτων και ισχαιμικών επεισοδίων(κίνδυνος αθηροσκλήρωσης) και γενικότερα της θνησιμότητας προερχόμενης απ' αυτές τις ασθένειες, διαμέσου μεταβολικών οδών, όπως η μείωση της χοληστερόλης του πλάσματος και η μείωση των λιπιδίων.

Πολλές μελέτες σε ανθρώπους και ζώα έχουν διερευνήσει τα ευεργετικά αποτελέσματαπου αποδίδονται στην κατανάλωση προϊόντων βρώμης και τις μειωμένες συγκεντρώσεις χοληστερόλης στο αίμα. Το 1963 ο De Groot και οι συνεργάτες του ήταν οι πρώτοι που ανέφεραν ότι η προσθήκη ενός προϊόντος βρώμης στη διατροφή των ανθρώπων μείωσε τη συγκέντρωση χοληστερόλης στο αίμα. Οι υποχοληστερολαιμικές ιδιότητες της βρώμης έχουν προσελκύσει μεγάλο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια και έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών μελετών.

Μέσα από ένα σημαντικά μεγάλο αριθμό κλινικών δεδομένων των τελευταίων 40 χρόνων αποτυπώνεται ο ευεργετικός ρόλος των β-γλυκανών από δημητριακά στη μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης του αίματος και στην καλύτερη ρύθμιση του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών. Συγκεκριμένα, η κατανάλωση προϊόντων που περιέχουν δημητριακά (κυρίως προϊόντων ολικών δημητριακών σπόρων) φαίνεται ότι επιφέρειεπιλεκτική μείωση της LDL-χοληστερόλης (κακή χοληστερόλη), ενώ είτε αυξάνει την HDL-χοληστερόλη (καλή χοληστερόλη) είτε αυξάνει την αναλογία της HDL προς LDL χοληστερόλης.

Σε μία συνολική αξιολόγηση (meta-analysis) 12 διαφορετικών μελετών, βρέθηκε στατιστικά σημαντική μείωση στη χοληστερόλη του αίματος κατά 0,13 mmol/L. Σε μία ανάλογη μελέτη του Brown και των συνεργατών του, συνοψίζοντας τα αποτελέσματα 25 διαφορετικών μελετών, βρέθηκε στατιστικά σημαντική μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης, με ημερήσια κατανάλωση τουλάχιστον 3γρ β-γλυκάνης βρώμης, κατά 0,12 mmol/L στην ολική και 0,11 mmol/L στην LDL χοληστερόλη, ενώ τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης και των τριγλικεριδίων δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά.

Αυτά τα επίπεδα μείωσης αντιστοιχούν σε πολλαπλάσια ελάττωση του ρίσκου εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, στο πλαίσιο μιας υγιεινής διατροφής (πλούσιας σε προϊόντα δημητριακών καρπών, φρούτων και λαχανικών και μειωμένη κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών) και ενός υγιούς τρόπου ζωής. Δηλαδή, έχει υπολογιστεί, ότι μία μείωση της χοληστερόλης κατά 0,6 mmol/L (περίπου 10%), μειώνει τον κίνδυνο εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου περίπου κατά 50%. Αντίστοιχα, με μείωση της LDL κατά 1%, η εκτιμούμενη ποσοστιαία μείωση του κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα είναι μεταξύ2 και 3%.

Ωστόσο, υπάρχουν μελέτες που έδειξαν, ότι πιο σημαντική μείωση (11,5 - 19%) στις συγκεντρώσεις της χοληστερόλης, ως απάντηση στην πρόσληψη πίτουρου βρώμης, είχαν αυτοί που χρησιμοποίησαν υψηλές δόσεις πίτουρου βρώμης σε διάφορα προϊόντα. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών δείχνουν ότι, σε μέτρια υπερλιπιδαιμία, δεν μπορεί να βασιστεί κανείς στη συμπλήρωση του πίτουρου βρώμης (ημερήσια δόση ίση με 3γρ β-γλυκάνης), για τη μείωση της χοληστερόλης. Η φαινομενική επίδραση στη χοληστερόλη, που δόθηκε στις υδατοδιαλυτές φυτικές ίνες, μπορεί να προέκυψε από την αντικατάσταση των λιπαρών τροφών με σύνθετους υδατάνθρακες.

Ο ακριβής μηχανισμός δράσης των β-γλυκανών βρώμης στη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης δεν είναι ακριβώς γνωστός. Οι διαλυτές β-γλυκάνες θεωρούνται ότιαυξάνουν σημαντικά το ιξώδες του εντερικού περιεχομένου και μειώνουν την απορρόφηση της χοληστερόλης και των άλλων λιπαρών ουσιών. Παράλληλα, οι πολυσακχαρίτες αυτοί φαίνεται να δεσμεύουν τα χολικά άλατα, εμποδίζοντας έτσι την επαναπορρόφησή τους στο τελικό τμήμα του εντέρου. Με την αποβολή των χολικών αλάτων στα κόπρανα, η συγκέντρωσή τους στην εντεροηπατική κυκλοφορία μειώνεται, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται ο μηχανισμός σύνθεσής τους στο ήπαραπό την χοληστερόλη, η οποία χρησιμοποιείται ως πρόδρομος ουσία. Έτσι, η χοληστερόλη στο αίμα μειώνεται και δεν χρησιμοποιείται στην παραγωγή των λιποπρωτεϊνών (π.χ. LDL χοληστερόλη). Μία άλλη υπόθεση εστιάζει στη μικροβιακή αποικοδόμηση των β-γλυκανών στο παχύ έντερο και στην παραγωγή προπιονικού οξέος, το οποίο επηρεάζει τον μεταβολισμό της χοληστερόλης στο ήπαρ, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της στο αίμα.

Το 1997, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ δημοσίευσε μια τελική απόφαση σχετικά με τη σχέση μεταξύ διαλυτών φυτικών ινών από βρώμη και τιςσυγκεντρώσεις χοληστερόλης στο πλάσμα. Κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η διαλυτή ίνα β-γλυκάνη είναι το κύριο υπεύθυνο συστατικό για τις υποχοληστερολαιμικές ιδιότητες του πίτουρου της βρώμης.

Η μελέτη διεξήχθη για να καθορίσει την ελάχιστη υπολιπιδαιμική επίδραση στη συνιστώμενη δοσολογία της β-γλυκάνης (3 g / d) για περίοδο 8 εβδομάδων, σε άτομα με ήπια έως μέτρια αυξημένες συγκεντρώσεις χοληστερόλης πλάσματος. Έτσι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ≥3 γραμμάρια β-γλυκάνης από βρώμη πρέπει να καταναλώνονται καθημερινά (στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής), για να επιτευχθεί κλινικά σημαντική μείωση των επιπέδων ολικής χοληστερόλης. Ένα τέτοιο ποσό β-γλυκάνηςπαρέχεται από ≤40 γραμμάρια πίτουρο βρώμης ή ≤60 γραμμαρίων αλεύρι βρώμης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μπιλιαδέρης Κ, Λαζαρίδου Α, Βαϊκούση Χ. Οι β-γλυκάνες δημητριακών ως συστατικά λειτουργικών τροφίμων: φυσικές ιδιότητες και μεταβολική δράση. Τρόφιμα και ποτά. 2007 Ιούλιος – Αύγουστος.

Lovegrove JA, Clohessy A, Milon & Williams CM. Modest doses of b-glucan do not reduce concentrations of potentially atherogenic lipoproteins. American Society for Clinical Nutrition. 2000; 72:49–55.

Kerckhoffs D, Hornstra G & Mensink R. Cholesterol-lowering effect of Β-glucan from oat bran in mildly hypercholesterolemic subjects may decrease when Β-glucan is incorporated into bread and cookies. American Society for Clinical Nutrition. 2003;78:221–7.

  • Ειρήνη Βότση
    Ειρήνη Βότση Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

    H Βότση Eιρήνη - Χρυσοβαλάντου είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, αυτή την περίοδο ακολουθεί μεταπτυχιακές σπουδές με εξειδίκευση στην Κλινική διατροφή. Εργάζεται στο διαιτολογικό γραφείο που διατηρεί στη Λήμνο απ’ το 2009.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.