743
Συστάσεις Διατροφής

Που κρύβεται η φύση στη Χριστουγεννιάτικη αφήγηση;

18 Δεκεμβρίου 2008
του Μιχάλη Αναστασιάδη
Που κρύβεται η φύση στη Χριστουγεννιάτικη αφήγηση;

Photo source: www.bigstockphoto.com

Ο τελευταίος μήνας, ο Δεκέμβριος, είναι κατάφορτος με την προσμονή της γιορτής, των Χριστουγέννων. Τη σηματοδοτούν, ήδη από τα μέσα Νοεμβρίου, οι κατάφωτες οδοί, οι πλουμιστές βιτρίνες, η προϊούσα φωταγώγηση των οικιών και τα χαμόγελα όσων έχουν κάποιους ν’ αγαπούν και ν’ αγαπιούνται. Ήταν πάντα έτσι αυτή η εποχή σε τούτη την περιοχή του κόσμου.

«Το εορταστικό πνεύμα είναι διάχυτο από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη. Όλοι ξαφνικά θέλουν να ξοδέψουν χρήματα και γίνονται γενναιόδωροι όχι μόνο απέναντι στον εαυτό τους αλλά και για χάρη των άλλων. Δώρα, ατέλειωτα δώρα από όλους προς όλους. Η γιορτή σημαίνει τη διακοπή κάθε είδους εργασίας και απασχόλησης, και ο κόσμος αφήνεται σε ατέλειωτη διασκέδαση. Οι μαθητές το απολαμβάνουν περισσότερο απ' όλους - ούτε δάσκαλοι, ούτε σχολειό». Έτσι περιγράφει ο ρήτορας Λιβάνιος του 4ου αιώνα μ.Χ. το εορταστικό επταήμερο από τις 17 μέχρι τις 23 του Δεκέμβρη, τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια.
Τούτη η εποχή του έτους συνδεόταν εορταστικά με το χειμερινό ηλιοστάσιο, το γεγονός μετά τo οποίo οι ώρες φωτός αυξάνονται και οι άνθρωποι αρχίζουν να προσμένουν τις θερμότερες ημέρες που θα έρθουν. Είναι η στιγμή που σηματοδοτεί την επάνοδο του ήλιου, του «αήττητου» για τους Ρωμαίους.

Όμως, για τους πρώτους Χριστιανούς οι ημέρες του ηλιοστασίου άργησαν να αποκτήσουν κάποια εορταστική σημασία. Είχαν περάσει τα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνα, όταν η Εκκλησία θέσπισε τη «νέα» γιορτή των Χριστουγέννων, ως ανάμνηση της σαρκικής εμφάνισης του Χριστού. Κι ο Μέγας Βασίλειος την εισήγαγε μόλις το 376 μ.Χ. στην Καισαρεία της Καππαδοκίας.
Τα Θεοφάνεια, δηλαδή η αποκάλυψη της Αγίας Τριάδας στους ανθρώπους, παρέμειναν μάλλον η σημαντικότερη χειμωνιάτικη γιορτή για τον Χριστιανισμό. Η συσχέτιση με ένα φυσικό φαινόμενο, όπως το ηλιοστάσιο (και η οργιώδης διάθεση του εορτασμού του), δεν συμβάδιζε με το συναίσθημα της νέας θρησκείας που επικράτησε τους σκοτεινούς χρόνους που ακολούθησαν την κατάρρευση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Γενικότερα, στην εκχριστιανισμένη Ευρώπη οι αιώνες μετά την πτώση της Ρώμης συσχετίστηκαν με μια απαξίωση της φύσης και του «φυσικού». Είτε το αποδώσει κανείς στις πολιτικές συνθήκες και τις εθνολογικές μεταβολές, είτε στη νεοπλατωνική φιλοσοφία που θεωρούσε την «ύλη» ασήμαντη έως κακή, είτε στην εξαφάνιση των πολυθεϊστικών θρησκειών και στο Χριστιανισμό, είναι γεγονός πως η εντολή να «πληρώσουμε και κατακυριεύσουμε» (Γεν. 1, 28) κυριάρχησε της εντολής να «εργαζόμαστε και να φυλάσσουμε» τη γη (Γεν. 2, 15). Και το «τα πάντα εν σοφία εποίησες» πήρε μια πολύ σχετική χροιά...

Παρόλα αυτά, η εποχή των Χριστουγέννων πάντα δίνει αφορμές να επανασυνδεθεί νοηματικά το θρησκευτικό συναίσθημα με το σεβασμό στη φύση. Για διάφορους λόγους.

Ο πρώτος είναι το ίδιο το περιεχόμενο της γιορτής: μια γέννηση, η γήινη και σαρκική εμφάνιση του Θεανθρώπου ως βρέφος αδύναμο κι ανήμπορο, εξαρτώμενο απ’ τη γονεϊκή φροντίδα όπως κάθε άλλο βρέφος οποιουδήποτε είδους ζώου, η πιο απτή επιβεβαίωση της ανάγκης να προστατευτεί το υλικό σώμα προκειμένου να ζήσει, να υπάρξει η ζωή.

Ο δεύτερος λόγος, ίσως εξίσου σημαντικός, είναι η συμβολική απεικόνιση της στιγμής της Γέννησης, η εικόνα που έρχεται στο νου μας όταν την σκεφτόμαστε. Η εικόνα μας –όλων όσων μεγαλώνουμε μέσα στην ορθόδοξη παράδοση– διατηρεί αμυδρά πολλά στοιχεία από αυτό που περιγράφει γλαφυρά ο Φώτης Κόντογλου ως τον τύπο απεικόνισης της Γέννησης στους βυζαντινούς:

«Στη μέση στέκεται ένα σπήλαιο σαν από κρουστάλλινα βράχια περισκεπασμένο. Μέσα στο μαύρο άνοιγμά του είναι μια φάτνη και μέσα βρίσκεται ένα μωρό φασκιωμένο, ο Χριστός, κι αποπάνω του τον αχνίζουνε με το χνώτο τους ένα βόδι κι ένα γαϊδούρι είτε άλογο. Η Παναγία είναι ξαπλωμένη πλάγι στο τέκνο της, επάνω σε ένα στρωσίδι, όπως συνηθίζουνε στην Ανατολή. Στο απάνω μέρος από τα δεξιά είναι χορός Αγγέλων σε στάση δεήσεως, ενώ από τ’ αριστερά ένας άλλος Άγγελος, με φτερά ανοιχτά, μιλά με τους τσομπάνηδες σαν να τους λέγει τη χαροποιό είδηση. Στο κάτω μέρος από τα δεξιά παριστάνεται ο γερο-Ιωσήφ καθισμένος σ’ ένα κοτρόνι και συλλογίζεται με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι του (...). Μπροστά του στέκεται ένας γέρος τσομπάνης ακουμπισμένος στο ραβδί του, ντυμένος με προβιά, και του μιλά (...). Γύρω τους κι απάνω στις ραχούλες βοσκάνε πρόβατα, κάθουνται ξαπλωμένα και δυό-τρία μαντρόσκυλα. Ένας τσομπάνης αρμέγει. Πίσω από τη σπηλιά φαίνονται μέσα στα βουνά οι τρείς μάγοι καβαλλικεμένοι στ’ άλογα, ο ένας σε άσπρο, ο άλλος σε μαύρο κι ο άλλος σε κόκκινο».

Κι αν οι καιροί μας είναι πολύ διαφορετικοί, και είναι δύσκολο να ταυτιστούμε πια με τα βουκολικά στοιχεία, μας ακουμπάει πάντα η εικόνα του γήινου σπηλαίου και της στρωμένης με άχυρο φάτνης. Όμως αν εστιάσουμε στο βρέφος, προβάλει με ένταση η ζωοφόρος θαλπωρή του γαϊδουριού και του βοδιού. Τι κι αν επιλέχθηκαν ζώα εργασίας, χρηστικά; Είναι τα ζώα, κι όχι η φωτιά, που περιέθαλψαν το βρέφος τις πρώτες του στιγμές, που συνχνωτίστηκαν μαζί του, προσφέροντάς του τη ζεστασιά της ζωικής ενέργειας.

Η περισυλλογή στα φυσικά στοιχεία της τυπικής βυζαντινής απεικόνισης της Γέννησης ίσως βοηθήσει να εισπράξουμε το οικολογικό μήνυμα που εκπέμπουν τα τελευταία χρόνια ορισμένοι ορθόδοξοι ιεράρχες.
Που λένε πως, για την ορθόδοξη θεολογία, ποτέ δεν καταλύθηκε η ενότητα της κτίσης, δεν υιοθετήθηκε το σχίσμα μεταξύ του πνεύματος και της ύλης. «Η ύλη δεν είναι εχθρός του πνεύματος και το σώμα δεν είναι φυλακή της ψυχής» λέει ο Αναστάσιος Αλβανίας.

Κι από την άλλη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης μπορεί να δέχεται ότι τα φυσικά στοιχεία διαβαθμίζονται ως προς την αξία και ότι ο λόγος της δημιουργίας της κτίσης έγκειται στην εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Αλλά παράλληλα λέει ότι για την ορθοδοξία η φύση είναι άξια σεβασμού επειδή είναι δημιούργημα του Θεού, και «η χρήσις του κόσμου υπό του ανθρώπου συνιστά έμπρακτον σχέσιν του ανθρώπου με τον Θεόν», δηλαδή κομμάτι της προσωπικής μας σχέσης με Αυτόν. Μία θεολογική θεώρηση που κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη αποδίδει στη φύση σημαντικό νόημα, λόγω «της ανάγκης του ανθρώπου να αγαπά και να αγαπάται εν τω πλαισίω σχέσεως προσωπικής».

Αυτή η θεολογική αναζήτηση της σχέσης ανθρώπου - φύσης μας φέρνει στον τρίτο λόγο συσχέτισης των Χριστουγέννων με την οικολογία. Ο λόγος αυτός είναι ο Άγιος Βασίλης. Όχι βέβαια ο φερμένος απ’ το Βορά ευτραφής κύριος που ντύθηκε το 1931 με τα χρώματα γνωστού αναψυκτικού και έκτοτε εξυπηρετεί τις καταναλωτικές επιθυμίες της χειμωνιάτικης περιόδου. Αλλά ο Μέγας Βασίλειος, που το 370 μ.Χ. με τις ομιλίες του «της Εξαημέρου» έδωσε μια σοφή λύση στις προβληματικές σχέσεις της θρησκείας με την επιστήμη. Τι είπε; Εν ολίγοις, πως «άλλο το ποιος έκανε τον κόσμο και άλλο το πώς έγινε ο κόσμος». Και ότι για το «πως», υπεύθυνη είναι κυρίως η επιστημονική έρευνα. Ετούτη η λύση έχει δώσει τη δυνατότητα στην ορθοδοξία να αποδέχεται τις κατακτήσεις της λογικής και της επιστήμης –όπως τη θεωρία της εξέλιξης και τη κβαντική φυσική– και έτσι να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τα οικολογικά ζητήματα κατανοώντας τα στις αληθινές τους διαστάσεις.

Υπάρχει τέλος κι ένας ακόμα λόγος συσχέτισης των Χριστουγέννων με τη φύση. Κι έχει κι αυτός σχέση με την αλήθεια όπως την αποκαλύπτουν οι επιστήμες, οι κοινωνικές εν προκειμένω. Που μελετώντας τα τελευταία χρόνια τα λεγόμενα «οικονομικά της ευτυχίας», τεκμηρίωσαν πως η τακτική συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες (όπως ο εθελοντισμός, ο εκκλησιασμός, κλπ) και , η ύπαρξη φίλων, συγγενών, κλπ, δηλαδή, με μια κουβέντα, μια πλούσια κοινωνική ζωή, συσχετίζεται πολύ έντονα με το πόσο ευτυχισμένοι νιώθουμε. Μάλιστα, οι άνθρωποι υποτιμούμε συστηματικά τη μεγάλη αξία που έχουν για να νιώθουμε ευτυχισμένοι οι κοινωνικές μας σχέσεις, ενώ υπερτιμούμε την αξία που έχει η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών.

Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, κι αυτή είναι η πραγματική μας φύση, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος τα Χριστούγεννα να αισθανόμαστε το χρέος της κατανάλωσης. Γιατί η ουσία της γιορτής είναι η κοινωνία και η διασκέδαση με τους ανθρώπους που αγαπούμε, το ξεφάντωμα ως ευχαριστία που υπάρχουμε και που μπορούμε να βρισκόμαστε, η προσφορά αγάπης κι επικοινωνίας. Και, σε αντίθεση με τ’ αναρίθμητα δώρα κάτω από ολόφωτα δεντράκια, η προσφορά αγάπης είναι και φιλική στο περιβάλλον...

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & διατροφή. Τεύχος 34 ΝΟΕΜ - ΔΕΚ 2008, 10 - 12

  • Μιχάλης Αναστασιάδης
×
×