Διατροφή

Τα μπλόκα στο πιάτο μας

του Μιχάλη Αναστασιάδη
23 Απριλίου 2009
5 λεπτά να διαβαστεί
mploka agrotwn

Photo source: www.ethnos.gr

Αυτή την εποχή οι διαμαρτυρίες και τα μπλόκα των αγροτών του Ιανουαρίου του 2009 είναι για τους περισσότερους μια μακρινή ανάμνηση. Όπως ίσως είναι και οι εικόνες των ΜΜΕ για την επισιτιστική κρίση του 2007, με τις φορτισμένες διαδηλώσεις σε δεκάδες χώρες του «Τρίτου Κόσμου». Σήμερα, για τους περισσότερους, έχει προτεραιότητα η οικονομική κρίση και το κόστος των τροφίμων. Ενώ πριν από 3-4 χρόνια προτεραιότητα στις ειδήσεις είχε η ασφάλεια των τροφίμων και οι επιπτώσεις της γεωργίας στο περιβάλλον.

Υπάρχει όμως μία αχνή γραμμή που συνδέει τις διαμαρτυρίες των Ελλήνων αγροτών και των πιο φτωχών κατοίκων του πλανήτη, με τις αγωνίες του καθενός μας για το κόστος του φαγητού, για την ασφάλεια και την υγιεινή της τροφής και για το περιβάλλον. Αυτή η συνδετική γραμμή πάντα υπήρχε. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι το μήκος της και το πόσο έντονα τη συναισθανόμαστε. Και έχει μεγάλη ιστορία.

Ξεκίνησε κάπου 20.000 χρόνια πριν, όταν οι τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί άρχισαν να χειρίζονται κάποια άγρια φυτά και κοπάδια άγριων ζώων, με σκοπό να ελέγξουν και να σταθεροποιήσουν την εκμετάλλευση των προϊόντων τους. Οι κοινωνίες τροφοσυλλεκτών – κυνηγών είχαν πολλά καλά. Απολάμβαναν περισσότερη ξεκούραση και αναψυχή και κατανάλωναν τη λιγότερη ενέργεια κατά κεφαλήν από οποιασδήποτε μεταγενέστερη μορφή κοινωνίας. Ήταν οι πιο φιλικές στο περιβάλλον, αφού «η οικολογική πίεση γίνεται με έναν σπάνιο τρόπο χειροπιαστή όταν πρέπει να την βάλεις στον ώμο και να την κουβαλήσεις» (Sahlins, 1972). Αλλά είχαν δύο βασικά μειονεκτήματα. Μπορούσαν να υποστηρίξουν τη διαβίωση μόλις 1 ατόμου ανά 10 χλμ2. Και, το κυριότερο, τα πράγματα γίνονταν μοιραία για την επιβίωση οποτεδήποτε περιοριζόταν η δυνατότητα των ανθρώπων για μετακίνηση ή πρόσβαση σε θηράματα, όπως σε αρρώστιες ή τραυματισμούς, σε περιόδους ξηρασίας ή αν μεταβάλλονταν οι πληθυσμοί των μεγάλων ζώων.

Στην αναζήτηση της βέλτιστης στρατηγικής αναζήτησης τροφής, η ανθρωπότητα έκανε μία επιλογή υιοθετώντας τη γεωργία - κτηνοτροφία. Υπακούοντας στη ρήση του Powers πως «η κλωστή που διατρέχει όλη την ιστορία της ζωής, είναι αυτή του ελέγχου και του σκοπού», η ανθρωπότητα είδε στη γεωργία-κτηνοτροφία έναν τρόπο μεγαλύτερης εξασφάλισης της τροφής της. Και μία ατραπό που μπορούσε να συντηρήσει τη διαβίωση πολλαπλάσιου πληθυσμού ανά μονάδα έκτασης. Ποιο εγωιστικό γονίδιο θα απαρνιόταν τέτοια δυνατότητα;

Η λύση όμως ήταν ατελής. Τα κοινωνικά της συνεπακόλουθα ήταν τουλάχιστον τόσο άσχημα, όσο ήταν και αισιόδοξη η αύξηση του είδους μας. Μετά την εφεύρεση της ιδιοκτησίας σε γη, ακολούθησε η ανισοκατανομή της. Οι πόλεμοι για τον έλεγχο των φυσικών πόρων (γη, νερό) και η δουλεία των αιχμαλώτων. Οι θρησκείες που αντικατόπτριζαν κοινωνίες με μεγάλες ανισότητες και απαράβατη ιεραρχία κοινωνικών τάξεων. Η εμφάνιση της πόλης και κοινωνικών ομάδων με διαφοροποιημένους ρόλους, που συντηρούνται από το γεωργικό υπερπροϊόν: τεχνίτες, έμποροι, ιερατεία, πολεμιστές, «γραφειοκρατία».

Η υιοθέτηση της γεωργίας – κτηνοτροφίας ήταν το αίτιο της ανάπτυξης των πολιτισμών. Κι αν η μία όψη του πολιτισμού είναι θετική, παραμένει πάντα παρούσα και η αρνητική. Κάποιοι λένε πως η σημαντικότερη εφεύρεση του πολιτισμού ήταν το δίπολο φτώχεια – πλούτος, ένα δίπολο ανθρώπινων σχέσεων που συντηρείται με νόμους, θρησκείες, θεσμούς και απαγορεύσεις. Και πως η ευημερία της πόλης (χωρίς την οποία δεν υπάρχει πολιτισμός) προέρχεται από την ύπαιθρο.

Όσο κι αν αμφισβητήσει κάποιος αυτές τις απόψεις, είναι αλήθεια πως παραμένει ακόμα άλυτο το προαιώνιο ερώτημα που έθεσε η υιοθέτηση της γεωργίας – κτηνοτροφίας: ποιος καρπώνεται στο τέλος τη σοδειά;

Αυτό, που ονομάζεται «το αγροτικό ζήτημα», απασχολεί κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Διότι η σοδειά της υφηλίου είναι πεπερασμένη και κάθε χώρα προσπαθεί να εξασφαλίζει ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα της. Για τις φτωχές χώρες, το πρόβλημα είναι «πως δεν θα πεινάσει ο πληθυσμός σε βαθμό λιμού;» Για τις πλούσιες χώρες, με τις πιο πολύπλοκες κοινωνίες, το πρόβλημα έχει περισσότερες άγνωστες μεταβλητές.

Οι πλούσιες χώρες πρέπει, από τη μία πλευρά, να βρίσκουν μεθόδους να προμηθεύονται τρόφιμα από τη διεθνή αγορά με σταθερότητα και στις χαμηλότερες δυνατόν τιμές. Από την άλλη χρειάζεται να βοηθούν τη γεωργία των φτωχών χωρών, για πρακτικούς λόγους. Ένας είναι η αποτροπή της μετανάστευσης, άλλος είναι η δημιουργία σχέσεων προτίμησης για να εξασφαλίζουν την προμήθεια τροφίμων για τις ίδιες και τρίτος είναι η διεύρυνση του εμπορίου προϊόντων τεχνολογίας και υπηρεσιών που αυτές διαθέτουν.

Πρέπει ακόμα να έχουν μία κάποια αυτάρκεια, τουλάχιστον σε κάποια βασικά προϊόντα όπως τα σιτηρά, κ.α. Πρέπει, επιπλέον, να αναπτύσσουν καινοτομίες στη δική τους γεωργία έτσι ώστε να έχουν κάτι να πουλήσουν στη διεθνή αγορά. Και δεν τελειώσαμε. Γιατί πρέπει και να εξασφαλίζουν ένα σχετικά δίκαιο εισόδημα στους αγρότες τους για να μην διαταράσσεται η «κοινωνική συνοχή» και να μην απερημωθεί ξαφνικά η ύπαιθρος. Πρέπει να παρέχουν στους καταναλωτές – πολίτες τους την αίσθηση πως τα τρόφιμα είναι ασφαλή και υγιεινά. Και, τέλος, πρέπει όλα αυτά να τα κάνουν σήμερα, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δυνατά και αύριο. Που σημαίνει πως πρέπει να αποφεύγουν την μη-αναστρέψιμη καταστροφή των φυσικών τους πόρων και του περιβάλλοντος.

Το πρόβλημα είναι δηλαδή πολύπλοκο και πολυπλόκαμο. Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πως η γεωργία – κτηνοτροφία είναι ίσως η πιο ανασφαλής ανθρώπινη δραστηριότητα, αφού εξαρτάται απόλυτα από τα φυσικά φαινόμενα, προϋποθέτει την ευημερία έμβιων οργανισμών και χαρακτηρίζεται από τεράστια ανισοκατανομή των απαιτήσεων σε εργασία μέσα στο έτος.

Γι’ αυτό κι οι λύσεις που επιλέγουν τα πλούσια κράτη δεν είναι ούτε απλές ούτε μονοδιάστατες. Επιβάλλουν αυστηρούς όρους στις γεωργικές τους επιχειρήσεις ενώ εισάγουν προϊόντα από χώρες όπου οι όροι αυτοί δεν τηρούνται ούτε κατ’ ελάχιστον. Αναπτύσσουν τη βιολογική γεωργία ενώ ταυτόχρονα πριμοδοτούν τα «μεταλλαγμένα». Επενδύουν στην υγιεινή των τροφίμων ενώ ταυτόχρονα δεν επιδοτούν τα φρούτα και τα λαχανικά, τα πιο υγιεινά τρόφιμα. Και δίνουν επιδοτήσεις  –όλες, γιατί αλλιώς δεν θα είχαν γεωργούς!– με τρόπο όμως που να οδηγεί στη σταδιακή μείωση του αριθμού των γεωργικών επιχειρήσεων (αφού τη μερίδα του λέοντος τη δίνουν στους ισχυρότερους και στις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις).

Τα αποτελέσματα αυτής της αντιμετώπισης είναι λίγο πολύ προδιαγεγραμμένα: αύξηση της παραγωγής τροφίμων. Αλλά με ταυτόχρονη συγκέντρωση της γεωργίας – κτηνοτροφίας σε λίγα επιχειρηματικά χέρια. Που συνεπάγεται τη βιομηχανοποίηση της παραγωγής και τον έλεγχο της τροφής από λίγες εταιρείες και κράτη παγκόσμια. Και τη μείωση του σεβασμού προς κάθε μεμονωμένο φυτό ή ζώο και το τοπικό αγροτικό περιβάλλον. Αλλά και τη σταδιακή εγκατάλειψη των τοπικών διατροφικών προτιμήσεων και ιδιαιτεροτήτων. Εν τέλει, όλα αυτά οδηγούν στο να υπάρχουν μεν πολλά προϊόντα στο ράφι, χωρίς όμως να έχει ο καταναλωτής ούτε μερίδιο στην παραγωγή, ούτε γνώση για το πώς και με τι συνέπειες παράγονται, ούτε κάποιο στοιχειώδη έλεγχο της διαδικασίας. Η τροφή του, του παρέχεται, δεν του ανήκει. Κι ούτε ανήκει στο μεμονωμένο γεωργό. Ιδιοκτήτες είναι λίγες εταιρείες κολοσσοί.

Με άλλα λόγια, ο πολιτισμός πάντα ζει ουσιαστικά από τη γεωργία. Γι’ αυτό και πάντα προσπαθεί να την ελέγξει, θέτοντας αυτός τους όρους της κατανάλωσης. Και προσφέρει για αντάλλαγμα τις γενικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και νέα τεχνολογικά επιτεύγματα σε όλα τα πεδία. Κι αν υποθέσουμε πως όντως εξυπηρετεί μια κάποια σταθερότητα, αυτή στις σοδειές ποτέ δεν έρχεται. Και πάντα κάποιος την πατάει.

Έτσι, τα μπλόκα των αγροτών και οι διαδηλώσεις λόγω της πείνας είναι συμπτώματα της ίδιας κρίσης, που εμφανίζεται κυκλικά εδώ και 6.000 χρόνια, από τότε που αναπτύχθηκαν οι πρώτες αγροτικές κοινωνίες στις κοιλάδες του Νείλου και του Ευφράτη.

Υπάρχει, λοιπόν, λύση στην κρίση; Ίσως, αν συμφωνήσουμε με τον Άντλερ (1931) πως «μια κίνηση του ξεχωριστού ατόμου και μια κίνηση των μαζών μπορεί να είναι τότε μόνο πολύτιμη, όταν δημιουργεί αξίες για την αιωνιότητα, για την εξέλιξη ολόκληρης της ανθρωπότητας».

Τότε ίσως δούμε πως το ζητούμενο είναι η τροφή να ξαναγίνει κοινό κτήμα. Πώς; Με τις μικρές αλλά σημαντικές καθημερινές διατροφικές μας συνήθειες, αλλά και με τις πολιτικές που υποστηρίζουμε. Με το να επιμένουμε για σωστή ενημέρωση και σαφή επισήμανση. Με το να δούμε το φαγητό, τα μπλόκα και την πείνα μέσα από μια πιο συνολική, οικολογική, σκοπιά. Με την ενεργοποίηση της σχέσης μας με την ύπαιθρο και το αγροτικό περιβάλλον. Με την υποστήριξη κάποιου –έστω μικρού– τοπικού και οικολογικού χαρακτήρα της παραγωγής τροφής. Κι αλλιώς, κι αλλιώς. Γιατί πολλά μπορεί να λείπουν απ’ το είδος μας, η φαντασία όμως όχι…


Πιθανά highlights

Υπάρχει μία αχνή γραμμή που συνδέει τις διαμαρτυρίες των Ελλήνων αγροτών και των πιο φτωχών κατοίκων του πλανήτη, με τις αγωνίες του καθενός μας για το κόστος του φαγητού, για την ασφάλεια και την υγιεινή της τροφής και για το περιβάλλον.

Παραμένει ακόμα άλυτο το προαιώνιο ερώτημα που έθεσε η υιοθέτηση της γεωργίας – κτηνοτροφίας: ποιος καρπώνεται στο τέλος τη σοδειά; Αυτό, που ονομάζεται «το αγροτικό ζήτημα», απασχολεί κάθε ανθρώπινη κοινωνία.

Η γεωργία – κτηνοτροφία είναι ίσως η πιο ανασφαλής ανθρώπινη δραστηριότητα, αφού εξαρτάται απόλυτα από τα φυσικά φαινόμενα, προϋποθέτει την ευημερία έμβιων οργανισμών και χαρακτηρίζεται από τεράστια ανισοκατανομή των απαιτήσεων σε εργασία μέσα στο έτος.

Υπάρχει, λοιπόν, λύση στην κρίση; Ίσως, αν δούμε πως το ζητούμενο είναι η τροφή να ξαναγίνει κοινό κτήμα. Πώς; Με διάφορους τρόπους. Γιατί πολλά μπορεί να λείπουν απ’ το είδος μας, η φαντασία όμως όχι…

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & Διατροφή. Τεύχος 36 ΜΑΡΤΙΟΣ/ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2009, 32

  • Μιχάλης Αναστασιάδης
    Μιχάλης Αναστασιάδης
ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.