Καρδιαγγειακά

Ομοκυστεΐνη και η Υγεία της Καρδιάς

του Γεώργιου Κούσκου & της Ευδοκίας Σεκλιζιώτη
12 Φεβρουαρίου 2018
24861 Προβολές
4 λεπτά να διαβαστεί
omokysteini-kai-i-ygeia-tis-kardias

Photo source: www.bigstockphoto.com

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κύρια αιτία θνησιμότητας στις χώρες του δυτικού κόσμου. Εκτός από την υπέρταση, την αύξηση των λιπιδίων του αίματος (π.χ. χοληστερόλη, τριγλυκερίδια), τον σακχαρώδη διαβήτη, την παχυσαρκία, το κάπνισμα κ.ά., ως νέος ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο έχουν αναγνωριστεί και τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης στο αίμα (υπερομοκυστεϊναιμία).

Επιστημονικές έρευνες απέδειξαν ότι τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης αποτελούν ένα σημαντικό προγνωστικό παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικών επεισοδίων, νόσου Alzheimer, αθηρωμάτωσης αρτηριών και αρτηριακής και φλεβικής θρόμβωσης.

Τι είναι η ομοκυστεΐνη;

Πρόκειται για ένα αμινοξύ που παράγεται στον οργανισμό ως ενδιάμεσο προϊόν του μεταβολισμού ενός άλλου αμινοξέος, της μεθειονίνης, η οποία περιέχεται στις πρωτεϊνούχες τροφές (π.χ. στο κρέας, στα ψάρια, στα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα πουλερικά, τα αυγά, τα όσπρια) και προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής. Η ομοκυστεΐνη δεν προσλαμβάνεται έτοιμη από κάποια τροφή αλλά παρασκευάζεται στον οργανισμό από τη μεθειονίνη. Οι βιταμίνες Β6 (πυριδοξίνη),  Β12 και φυλλικό οξύ είναι απαραίτητες ώστε ο οργανισμός μας να μεταβολίσει την ομοκυστείνη για να μη συμβεί αύξηση των επιπέδων της στο αίμα:

Η μεθειονίνη που προσλαμβάνεται με τις τροφές μετατρέπεται σε ομοκυστεΐνη. Η ομοκυστεΐνη μετατρέπεται στο σώμα σε κυστεΐνη, με τη βιταμίνη Β6 να διευκολύνει αυτήν την αντίδραση. Η ομοκυστεΐνη μπορεί επίσης να μετατραπεί και πάλι σε μεθειονίνη χρησιμοποιώντας ένζυμα που σχετίζονται με τη βιταμίνη Β12. Αν δεν συμβούν οι παραπάνω μετατροπές τα επίπεδα της ομοκυστείνης στο αίμα αυξάνονται. Η μέτρηση της ομοκυστεΐνης γίνεται με εξέταση αίματος, έπειτα από νηστεία 6 ωρών. Τιμές μικρότερες των 15 μmol/L θεωρούνται φυσιολογικές.

Τι προκαλούν τα αυξημένα επίπεδα της ομοκυστείνης;

Οι μηχανισμοί με τους οποίους η υπερομοκυστειναιμία προκαλεί την εμφάνιση ή την επιδείνωση της αθηρωμάτωσης των αρτηριών και την θρόμβωση των αγγείων είναι:

  • άμεση τοξική δράση στο ενδοθήλιο την αρτηριών, αυξημένο οξειδωτικό stress και φλεγμονή των ενδοθηλιακών κυττάρων, ελάττωση παραγωγής νιτρικού οξέος
  • προαγωγή ανάπτυξης των λείων μυικών κυττάρων του τοιχώματος των αγγείων
  • αναστολή ενεργοποίησης της πρωτεΐνης C και αυξημένη συσσώρευση αιμοπεταλίων
  • αύξηση της δραστικότητας της HMG Co A αναγωγάσης με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής της χοληστερόλης.

Το παράδοξο της ομοκυστεΐνης 

Η ήπια υπερομοκυστεϊναιμία (τιμές 16-30 μmol/L) έχει συσχετιστεί με τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, αγ­γειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και φλεβικής θρόμβωσης.

Όμως, δεν υπάρ­χουν σαφή αποδεικτικά στοιχεία ότι η μείωση της ομοκυστεΐνης μειώνει και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα! 

Για την ακρίβεια, τα συμπεράσματα των ερευνών όσον αφορά το ρόλο της ομοκυστεΐνης στην ­εκδήλωση στεφανιαίας νόσου είναι αντικρουόμενα: Από τη μια πλευρά, υπάρχουν μελέτες σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο ή ιστορικό εγκεφαλικού που έδειξαν ότι αυτοί που είχαν κατά 25% χαμηλότερη ομοκυστεΐνη διέτρεχαν μειωμένο κίνδυνο να εκδηλώσουν νέο καρδιακό επεισόδιο ή νέο εγκεφαλικό (κατά 11% και 19% αντίστοιχα). Από την άλλη πλευρά, όμως, σε έρευνες όπου χορηγήθηκε στους συμμετέχοντες φυλ­λικό οξύ (το οποίο μειώνει την ομοκυστεΐνη) παρατηρήθηκε ότι, ενώ η τιμή της ομοκυστεΐνης μειώθηκε, αυτό δεν οδήγησε και σε ­μικρότερο καρδιαγγειακό ­κίνδυνο. Συνεπώς, η ομοκυστεΐνη είναι ένας αμφιλεγόμενος δείκτης καρδιαγγειακού κινδύνου και δεν ανήκει στους κύριους και ανεξάρτητους ­παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχα­ρώδης διαβήτης).

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τα επίπεδά της;

Έλλειψη βιταμινών Β

Όπως αναφέρεται παραπάνω το φυλλικό οξύ και οι βιταμίνες Β12 και Β6 αποτελούν σημαντικούς συμπαράγοντες στον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης και συνδέονται στενά με τα επίπεδά της. Έτσι, η ανεπάρκεια φυλλικού οξέος ή βιταμίνης Β6 οδηγεί σε ήπια έως μέτρια αύξηση της ομοκυστεΐνης.

Αντίστοιχα, η έλλειψη βιταμίνης Β12 καθώς και άλλων βιταμινών της ομάδας Β όπως π.χ. η ριβοφλαβίνη (Β2) επηρεάζουν τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης.

Διατροφή

Η ομοκυστεΐνη αυξάνεται με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και καφεϊνούχων ροφημάτων, με την υψηλή πρόσληψη πρωτεϊνών και τη χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών.

Λήψη φαρμακευτικών ουσιών

Η μεθοτρεξάτη(ανταγωνίζεται το φυλλικό οξύ), η θεοφυλλίνη, η κυκλοσπορίνη, τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, ορισμένα υπολιπιδαιμικά φάρμακα(φιμπράτες, νικοτινικό οξύ, χολεστιπόλη), κάποια αντιδιαβητικά (μετφορμίνη, ροσιγλιταζόνη), καθώς και τα θειαζιδικά διουρητικά.

Άλλα αίτια

Σε αυτά περιλαμβάνονται οι γενετικές διαταραχές, η νεφρική ανεπάρκεια, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων, ο υποθυρεοειδισμός, διάφορα είδη νεοπλασιών, οι φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, καθώς και η ηλικία, το κάπνισμα και η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας.

Πότε μετριέται η ομοκυστεΐνη; 

Η μέτρηση της ομοκυστεΐνης συνιστάται όταν: 

  • Παρουσιάσετε καρδιαγγειακό πρόβλημα, χωρίς όμως να έχετε κά­ποιον από τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου, δηλαδή χωρίς να καπνίζετε, να έχετε υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη ή υψηλή χοληστερίνη.
  • Είστε υγιείς, αλλά γνωρίζετε ότι οι γονείς σας (συγγενείς α΄ βαθμού) παρουσίασαν στεφανιαία νόσο σε νεα­ρή ηλικία -πριν τα 50- χωρίς να έχουν κάποιον από τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου. Στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανό η υψηλή ομοκυστεΐνη να αποδειχτεί η αιτία των καρδιαγγειακών προβλημάτων που παρουσιάζονται στα μέλη της οικογένειάς σας (οι σπανιό­τατες αυτές περιπτώσεις συνήθως οφείλονται σε γενετικές μεταλλάξεις και σχετίζονται με την εκδήλωση εμφράγματος ή εγκεφαλικού σε νεαρή ηλικία).

Διατροφή και ρύθμιση ομοκυστεΐνης

Το μυστικό για τη διατήρηση της ομοκυστεΐνης σε χαμηλά επίπεδα ­είναι η καθημερινή κατανάλωση 2-3 φρούτων, καθώς και 2 πιάτων λαχανικών πλούσιων σε φυλλικό οξύ και βιταμίνη Β6-, σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία (ΑHA). Όσον αφορά τη λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών Β6, Β12 και φυλλικού οξέος, έχει φανεί ότι μειώνουν μεν την τιμή της ομοκυστεΐνης, αλλά αυτό δεν «μεταφράζεται» και σε αντίστοιχη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Τροφές κατά της ομοκυστεΐνης 

Πλούσιες σε φυλλικό οξύ 

Λαχανικά: Σπανάκι, αντίδια, μαρούλι, σπαράγγια, μπρόκολο, κουνουπίδι, μπάμιες, μαϊντανός, κρεμμύδια (φρέσκα και ξηρά), λάχανο, αγκινάρες, καυτερή πράσινη πιπεριά, παντζάρια, σέλερι, σέλινο.

Φρούτα: Παπάγια, πορτοκάλι, φράουλες, αβοκάντο, λεμόνι, ακτινίδια, γκρέιπφρουτ, ανανάς, μανταρίνι, μπανάνα, μάνγκο, βερίκοκο.

Πλούσιες σε Β6 

Λαχανικά: Σπανάκι, αβοκάντο, λάχανο, γλυκιές πιπεριές, μπρόκολο, κουνουπίδι, κρεμμύδι, κολοκυθάκια, μπάμιες, μάραθο

Φρούτα: Μπανάνα, καρπούζι, πεπόνι, λεμόνι, μούρα, δαμάσκηνα

Θεραπευτική προσέγγιση της υπερομοκυστεϊναιμίας 

Αυτό που έχει παρατηρηθεί μελετώντας τον ρόλο των βιταμινών Β στην μείωση των επιπέδων της ομοκυστεΐνης (tHcy), είναι ότι η έλλειψη των βιταμινών Β6 και Β12 φαίνεται να επηρεάζει τα επίπεδα της tHcy σε πολύ μικρότερο βαθμό σε σύγκριση με την ανεπάρκεια φυλλικού οξέος. Έχει δειχθεί ότι η συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τις βιταμίνες Β6 και Β12, μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης στο αίμα.

Τι έδειξαν οι κλινικές μελέτες;

Το 2005, μία μετά-ανάλυση 25 τυχαιοποιημένων δοκιμών με 2596 ασθενείς έδειξε ότι η συμπλήρωση φυλλικού οξέος σε δόσεις των 0.2, 0.4, 0.8, 2.0 και 5.0 mg ημερησίως, σχετίστηκε με 13%, 20%, 23%, 23% και 25%  μείωση των επιπέδων της ομοκυστεΐνης αντίστοιχα, σε χρονικό διάστημα 8 μηνών. Επιπλέον, η προσθήκη βιταμίνης Β12 οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της ομοκυστεΐνης κατά 5%, ενώ δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή με την πρόσθεση της βιταμίνης Β6.

Μελέτη στην οποία έλαβαν μέρος 138 υγιείς γυναίκες με υπερομοκυστεϊναιμία, έδειξε ότι ακόμη  και μια εβδομαδιαία δόση 2.8mg φυλλικού οξέος για χρονικό διάστημα δύο μηνών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ελάττωση των επιπέδων της  ομοκυστεΐνης. Ακόμη, σε άτομα με υπερομοκυστεϊναιμία και φυσιολογικά επίπεδα βιταμινών, η μεμονωμένη χορήγηση φυλλικού οξέος ήταν αρκετή για να μειώσει την ομοκυστεΐνη κατά 40-50% σε 6 εβδομάδες.

Προσέξτε τα 3 σημεία-κλειδιά 

Σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιο­λογική Εταιρεία (ΑHA):

  1. Η ομοκυστεΐνη δεν πρέπει να αποτελεί εξέταση ρουτίνας για τους  υγιείς, αλλά ούτε και για όλους τους καρδιοπαθείς.
  2. Εάν η ομοκυστεΐνη βρεθεί υψηλή σε άτομα με χαμηλό κίνδυνο ­καρ­διαγγειακής νόσου, τότε δεν συνιστάται η μείωσή της με τη λήψη συμπληρωμάτων διατροφής, αλλά με την αύξηση της πρόσληψης φρούτων και λαχανικών.
  3. Εάν πάλι η ομοκυστεΐνη βρεθεί υψηλή σε άτομα υψηλού καρδιαγ­γειακού κινδύνου (με πολλούς παράγοντες κινδύνου), τότε, εκτός από την αυξημένη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, πρέπει να δοθεί έμφαση και στη ρύθμιση των ­άλλων ανεξάρτητων παραγόντων κινδύνου (κάπνισμα, δυσλιπιδαιμία, υπέρ­ταση, διαβήτης).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Greenland P, Alpert JS, Beller GA, et al.. American College of Cardiology Foundation/ American Heart Association Task Force on Practice Guidelines. 2010 ACCF/AHA guideline for assessment of cardiovascular risk on asymptomatic adults.Circulation2010; 122:e584–e636.

Faeh D, Chiolero A, Paccaud F. Homocysteine as a risk factor for cardiovascular disease: should we (still) worry about it? Swiss Med

Shenov V, Mehendale V, Prabhu K, Shetty R, Rao P. Correlation of serum homocysteine levels with the severity of coronary artery disease. Ind J Clin.Biochem. 2014;29(3):339–44Wkly.2006;136:745–56

Veeranna V, Zalawadiya SK, Niraj A, Pradhan J, Ference B, Burack RC, et al. Homocysteine and reclassification of cardiovascular disease risk. J Am Coll.Cardiol. 2011;58:1025–33.

Okura T, Miyoshi K, Irita J, Enomoto D, Nagao T, Kukida M, et al.

Hyperhomocysteinemia is one of the risk factors associated with cerebrovascular stiffness in hypertensive patients, especially elderly males. Naturecom Sci Rep. 2014;4:5663.

Zhang S, Yong-Yi B, Luo LM, Xiao WK, Wu HM, Ye P Association between serum homocysteine and arterial stiffness in elderly: a community-based study. J Geriatr Cardiol. 2014;11:32–8

Christopoulou-Cokkinou V (2001). ‘Homocysteine as a risk factor for thrombosis’. Archives of Hellenic Medicine 18(5):526-536

Parthasarathy S (1987). ‘Oxidation of low density lipoproteins by thiol compounds leads to its recognition by the acetyl LDL receptor’. Biochem Biophys Acta 917:337-340

Refsum, Ueland PM, Nugard O (1998). ‘Homocysteine and cardiovascular disease’. Annu Rev Med 49:31-62

Ntaios G, Savopoulos C, Grekas D, Hatzitolios A (2009). ‘The controversial role of B-vitamins in cardiovascular risk: An update’. Archives of Cardiovascular Disease 102, 847-854

Shenov V, Mehendale V, Prabhu K, Shetty R, Rao P (2014). ‘Correlation of serum homocysteine levels with the severity of coronary artery disease’. Ind J Clin Biochem 29(3):339-44

Lim U, Cassano PA (2002). ‘Homocysteine and blood pressure in the third national health and nutrition examination survey, 1988-1994’. Oxford Journals: Am J Epidemiol 156:1105-13

Nugard O, Refsum H, Ueland PM (1997). ‘Coffee consumption and plasma total homocysteine: the Hordaland Homocysteine Study’. Am J Clin Nutr 65:136-143

Grubben MJ, Boers GH, Blom HJ (2000). ‘Unfiltered coffee increases plasma homocysteine concentrations in healthy volunteers: a randomized trial’. Am J Clin Nutr 71:480-484

Perry DJ (1999). ‘Hyperhomocysteinaemia’. Baillieres Best Pract Res Clin Haematol 12:451-77

Wald DS, Bishop L, Wald NJ, et al. (2001). ‘Randomized trial of folic acid supplementation and serum homocysteine levels’. Arch Intern Med 161:695-700.

Wald DS, Law M, Morris JK (2002). ‘Homocysteine and cardiovascular disease: evidence on causality from a meta analysis. British Medical Journal 325, 1202–1206.

Ubbink JB, Vermaak WJ, van der Merwe et al. (1993). ‘Vit-amin B-12, vitamin B-6, and folate nutritional status in men with hyperhomocysteinemia’. Am J Clin Nutr 57: 47-53.

Ubbink JB, Vermaak WJ, van der Merwe et al. (1994). ‘Vitamin requirements for the treatment of hyperhomocysteinemia in humans. J Nutr 124:1927-33.

Homocysteine Lowering Trialists’ Collaboration (2005). ‘Dose-dependent effects of folic acid on blood concentrations of homocysteine: a metaanalysis of the randomized trials’. Am J Clin Nutr 82 (4): 806-812

Adank C, Green TJ, Skeaff CM, et al. (2003). ‘Weekly high-dose folic Acid supplementation is effective in lowering serum homocysteine concentrations in women’. Ann Nutr Metab 47(2):55-9.

Title LM, Cummings PM, Giddens K (2000). ‘Effect of folic acid and antioxidant vitamins on endothelial dysfunction in patients with coronary artery disease’. J Am Coll Cardiol 36:758-765

Lonn E, Yusuf S, Dzavik V, et al. (2001). ‘Effects of ramipril and vitamin E on atherosclerosis: the study to evaluate carotid ultrasound changes in patients treated with ramipril and vitamin E (SECURE)’. Circulation 103, pp. 919–925

Baker F, Picton D, Blackwood S, et al. (2002). ‘Blinded comparison of folic acid and placebo in patients with ischemic heart disease: an outcome trial’. Circulation, 106, p. 3642

Toole JF, Malinow MR, Chambless LE, et al. (2004). ‘Lowering homocysteine in patients with ischemic stroke to prevent recurrent stroke, myocardial infarction, and death: the Vitamin Intervention for Stroke Prevention (VISP) randomized controlled trial’. JAMA, 291, pp. 565–575

Bonaa KH, Njolstad I, Ueland PM, et al. (2006). ‘Homocysteine lowering and cardiovascular events after acute myocardial infarction’. N Engl J Med 354, pp. 1578–1588

Jamison RL, Hartigan P, Kaufman JS, et al. (2007). ‘Effect of homocysteine lowering on mortality and vascular disease in advanced chronic kidney disease and end-stage renal disease: a randomized controlled trial’. JAMA 298, pp. 1163–1170

Ebbing M, Bleie O, Ueland PM, et al. (2008). ‘Mortality and cardiovascular events in patients treated with homocysteine-lowering B vitamins after coronary angiography: a randomized controlled trial’. JAMA 300,pp. 795–804

Albert CM, Cook NR, Gaziano JM, et al. (2008). ‘Effect of folic acid and B vitamins on risk of cardiovascular events and total mortality among women at high risk for cardiovascular disease: a randomized trial’. JAMA 299, pp. 2027–2036

Boers GHJ (1997). ‘Hyperhomocysteinemia as a risk factor for arterial and venous disease. A review of evidence and relevance’. Thromb Haemost 78:520-522

Kannel WB (2000). ‘The Framingham Study: Its 50-year legacy and future promise’. J Atheroscler Thromb 6:60-66

  • Γεώργιος Κούσκος
    Γεώργιος Κούσκος Ειδικός Καρδιολόγος

    Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) απ’ όπου αποφοίτησε με Άριστα. Στη συνέχεια, εργάστηκε στο αγροτικό ιατρείο Μεσοτόπου Λέσβου, στο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης «Βοστάνειο», στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» αποκτώντας τον τίτλο Ιατρικής Ειδικότητας Καρδιολογίας. Από το 1996 διατηρεί πλήρως εξοπλισμένο ιδιωτικό ιατρείο στη Μυτιλήνη, έχει εργαστεί στο ΙΚΑ-ΕΟΠΥΥ Μυτιλήνης και συνεργάζεται με το εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής Μυτιλήνης εκτελώντας σπινθηρογραφήματα καρδιάς.

  • Ευδοκία Σεκλιζιώτη
    Ευδοκία Σεκλιζιώτη Διαιτολόγος-Διατροφολόγος BSc (Hons), MMedSci

    Η Ευδοκία Σεκλιζιώτη είναι Διαιτολόγος-Διατροφολόγος με επιπλέον μεταπτυχιακή εξειδίκευση (MMedSci) στη ‘Διατροφή του Ανθρώπου’. Εργάζεται σε Φαρμακευτική Εταιρεία όπου παρέχει τις υπηρεσίες της σε επίπεδο συμβουλευτικής υποστήριξης και συγγραφής άρθρων.