640
Άλλες Παθήσεις

Οπιοειδή και εξάρτηση

του Ιωάννη Κολοβού & του Μαρίνου Κοσμόπουλου
26 Ιουνίου 2016
11 λεπτά να διαβαστεί
Οπιοειδή και εξάρτηση

Photo source: www.bigstockphoto.com

Ως οπιοειδή ορίζουμε τα μόρια τα οποία ανταγωνίζονται τα φυσικά σηματοδοτικά μόρια που υπάρχουν φυσιολογικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στο γαστρεντερικό σωλήνα, μεταβάλλοντας την αναμενόμενη κυτταρική απάντηση.

Η δράση τους ποικίλλει και εξηγεί την ευρύτητα των εφαρμογών τους, είτε νόμιμων είτε παράνομων. Ειδικότερα, η ελεγχόμενη χρήση τους σε κλινικές εφαρμογές μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα, ενώ η ανεξέλεγκτη λήψη τους από μεμονωμένα άτομα τα καθιστά ευεπίφορα σε καταστροφικές συνέπειες.

Ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής τους διακρίνονται σε φυσιολογικά ενδογενή, τα οποία παράγονται in vivo από οργανικά συστήματα και σε εξωγενή, τα οποία προσλαμβάνονται από το εξωτερικό περιβάλλον του οργανισμού και συνήθως προκαλούν ισχυρότερη κυτταρική ανταπόκριση. Συγκεκριμένα, τα εξωγενή οπιοειδή διακρίνονται σε φυσικά οπιούχα (αλκαλοειδή τα οποία απομονώνονται από τη ρητίνη της υπνοφόρου παπαρούνας) και από την κατεργασία τους προκύπτει η δεύτερη κατηγορία οπιοειδών, τα ημισυνθετικά, ενώ μια τρίτη οικογένεια είναι τα πλήρως συνθετικά οπιοειδή.

Ιστορική αναδρομή

Η ιστορία των οπιοειδών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το όπιο και τα παράγωγά του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η μακροβιότερη και καλύτερα καταγεγραμμένη φαρμακευτική ουσία. Η πρώτη χρήση τους καταγράφεται στις απώτατες αρχές της ανθρώπινης ιστορίας , αφού τα πρώτα στοιχεία για τη χρήση τους αντλούνται από τη νεολιθική εποχή (3500π.Χ.). Από τότε τα οπιοειδή χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα για εμπορικές συναλλαγές σε όλους τους μεγάλους ασιατικούς πολιτισμούς της τρίτης προχριστιανικής χιλιετίας. Ενδεικτική της σημασίας τους είναι η διαμάχη που ξέσπασε μεταξύ των λαών της θάλασσας κατά την επίθεση στην Κύπρο, έπαθλο της οποίας ήταν η καλλιέργεια, κατοχή και εμπορική αξιοποίηση των οπιοειδών του νησιού. Ορόσημο, τόσο στην εξέλιξη του οπίου όσο και στην ιστορία της Περσίας και της Ινδίας, αποτελεί η εισαγωγή του στις χώρες αυτές από το Μέγα Αλέξανδρο το 330π.Χ.

Σε ιατρικό/επιστημονικό επίπεδο τα οπιοειδή αναφέρονται και αναλύονται στα γραπτά του Ιπποκράτη και του Γαληνού. Περνώντας το Μεσαίωνα φθάνουμε στο κουατροτσέντο, όταν ο γνωστός Αλχημιστής Παράκλεσος παρασκευάζει, μέσω του οπίου, το φάρμακο λαύδανο, το οποίο ονομάζει χαρακτηριστικά "Πέτρα της Αθανασίας". Παράλληλα κατά την εποχή των Ανακαλύψεων, η καλλιέργεια του οπίου διαδίδεται και στον Νέο Κόσμο και συνεισφέρει στην υποταγή των ινδιάνικων πληθυσμών.

Φθάνουμε έτσι στο 1803, όταν o Freidrich Sertumer απομονώνει το ενεργό συστατικό του οπίου με τη βοήθεια ρυθμιστικού διαλύματος οξέος-αμμωνίας. Η παραγωγή του πρώτου ημισυνθετικού οπιοειδούς- της μορφίνης- είναι γεγονός. Λόγω της ασφάλειας και της διάρκειας των επιδράσεών του αποκαλείται " το φάρμακο του Θεού".

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1821, ο βικτωριανός δοκιμιογράφος Thomas de Quincy στη Βρετανία αποκαλύπτει στην αυτοβιογραφία του (Confessions of an English Opium-Eater) τη σχέση μεταξύ του οπίου και της εξάρτησης. Παρόλα αυτά όμως, ακόμα και το 19ο αιώνα οι χώρες συγκρούονται διεκδικώντας ως λάφυρο τον έλεγχο των οπιοειδών. Αποκορύφωμα της διαμάχης αποτελεί ο πόλεμος του οπίου το 1841 μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Κίνας. Φθάνουμε έτσι στο 1874, όταν ο C. R. Wright συνθέτει την ηρωίνη. Παρότι η ιστορία τους ξεκινά από τη γένεση της Ιατρικής Επιστήμης ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα- του αιώνα της ιατρικής επανάστασης- , τα οπιοειδή εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στις επιστημονικές συζητήσεις αναφορικά με τις επιδράσεις και τις παρενέργειές τους, με αποτέλεσμα το Αμερικανικό Κογκρέσσο να απαγορεύσει το 1903 τη χρήση τους.

Στη σημερινή εποχή, η τελειοποίηση των εργαστηριακών μεθόδων καθιστά εφικτή την ταχύτατη και άμεση παραγωγή, καθώς και τη μελέτη των οπιοειδών.

Φυσιολογία συστημάτων οπιοειδών

Δεδομένου ότι ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται από ένα σύνολο ιστών που δομούνται από εξειδικευμένα είδη κυττάρων, η σημαντικότερη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του είναι η κυτταρική επικοινωνία. Κατά τη διάρκεια της μακραίωνης εξελικτικής διαδικασίας οι οργανισμοί ανέπτυξαν τέσσερις τύπους κυτταρικής επικοινωνίας:

  • Ενδοκρινής σηματοδότηση
  • Παρακρινής σηματοδότηση
  • Νευρωνική σηματοδότηση
  • Σηματοδότηση μέσω επαφής

Γενικά στην ενδοκρινή σηματοδότηση τα αγγελιοφόρα μόρια, που ονομάζονται ορμόνες, μετακινούνται μέσω του κυκλοφορικού συστήματος και μεταφέρουν την πληροφορία σε όλο το σώμα. Αντιθέτως, στην παρακρινή, τα κύτταρα-στόχοι είναι γειτονικά και γι' αυτό χρησιμοποιούνται τοπικοί διαμεσολαβητές. Στη σηματοδότηση εξ επαφής τα κύτταρα επικοινωνούν μέσω της επαφής των μεμβρανών τους, ενώ στον πλέον εξειδικευμένο και ταχύ τύπο επικοινωνίας- τη νευρωνική σηματοδότηση- το σήμα είναι τόσο ηλεκτρικό-με τη μορφή νευρικών ώσεων-όσο και χημικό-με τη μορφή νευροδιαβιβαστών-τα οποία αλληλομετατρέπονται στις συνάψεις.

Διαπιστώνουμε ότι και οι τέσσερις τύποι επικοινωνίας βασίζονται στη δράση των υποδοχέων σήματος- πρωτεϊνικών μορίων που εντοπίζονται κυρίως στις κυτταρικές μεμβράνες-τα οποία μετατρέπουν ένα εξωκυττάριο σήμα σε ενδοκυττάριο, συμβάλλοντας έτσι στην επικοινωνία του κυττάρου με γειτονικά κύτταρα, καθώς και με το εξωτερικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια διακρίνουμε δύο είδη υποδοχέων. Εντοπίζουμε λοιπόν τους φυσικούς υποδοχείς που προσλαμβάνουν αμιγώς φυσικά σήματα από το περιβάλλον (φως στη φωτοσύνθεση) και σε εκείνους που αντιδρούν στην πρόσδεση σηματοδοτικών μορίων. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται και οι υποδοχείς οπιοειδών, οι οποίοι εμφανίζονται κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα και το γαστρεντερικό σωλήνα.

Η βασική λειτουργική μονάδα του νευρικού συστήματος είναι το νευρικό κύτταρο ή νευρώνας. Αποτελείται από τέσσερα μέρη:

  • Κυτταρικό σώμα ( πυρήνας και ριβοσωμάτια)
  • Δενδρίτες (λαμβάνουν τα εισερχόμενα σήματα από άλλους νευρώνες)
  • Άξονας ( Ζώνη πυροδότησης και ενίσχυσης των ηλεκτρικών σημάτων 0
  • Αξονικές απολήξεις ή τελικά κομβία ( Υπεύθυνες για την απελευθέρωση των νευροδιαβιβαστών).

Το ηλεκτρικό σήμα που παράγεται από το νευρικό άξονα μετατρέπεται στις νευρικές απολήξεις σε χημικό με τη μορφή νευροδιαβιβαστή, ο οποίος απελευθερώνεται από τα συνοπτικά κυστίδια του προσυναπτικού κυττάρου για να προσδεθεί στους υποδοχείς του μετασυναπτικού.

Οι υποδοχείς με ρυθμιστική δράση στη σύναψη διακρίνονται σε:

  • Ιοντοτρόπους, οι οποίοι ανοίγουν άμεσα και ταχύτατα τους διαύλους ιόντων.
  • Μεταβολικοτρόπους, οι οποίοι προκαλούν έμμεσο άνοιγμα των διαύλων ιόντων, είναι βραδύτεροι, μακρύτερης διάρκειας και ασκούν τη δράση τους μέσω σύνδεσης με G-πρωτεΐνες.Οι υποδοχείς οπιοειδών εντάσσονται στους μεταβολικοτρόπους και διακρίνονται σε τρεις κυρίως κατηγορίες: τους δέλτα, κάππα και μυ υποδοχείς (Πίνακας 1)

Πίνακας 1

Υποδοχέας Υπότυποι Περιοχές Λειτουργία
 Delta(δ)

δ1

 Εγκέφαλος  Αναλγησία
  δ2 Περιφερικό νευρικό σύστημα Αντικαταθλιπτικά
      Φυσική εξάρτηση
 Kappa (K)  κ1  Εγκέφαλος   αναλγησία
   κ2   Περιφερικό νευρικό σύστημα νάρκωση 
  κ3(υποδοχέας νοσισεπτίνης)   μύση
       Αναστολή έκφρασης ADH
       Δυσφορία 
Mu(μ)  μ1 νωτιαίος μυελός μ1: αναλγησία ,φυσική εξάρτηση
   μ2  γαστρεντερικός σωλήνας  μ2: μύση ευφορία
   μ3   εγκέφαλος   Γενικά συμπτώματα
    περιφερικό νευρικό σύστημα  μειωμένη γαστρεντερική περίσταλση
       φυσική εξάρτηση
       αναπνευστική καταστολή 

Τα ενδογενή οπιοειδή, τα οποία ασκούν τις παραπάνω δράσεις, εντάσσονται στην οικογένεια των νευροπεπτιδίων. Τα 85 νευροπεπτίδια που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα έχουν 2 ή περισσότερα αμινοξέα που συνδέονται με πεπτιδικούς δεσμούς. Αντίθετα όμως από τους άλλους νευροδιαβιβαστές που συντίθενται στα νευρικά τελικά κομβία μέσω ενζύμων, τα νευροπεπτίδια συντίθενται στους πεπτιδεργικούς νευρώνες από πρόδρομες πρωτεΐνες με πολύ χαμηλή βιολογική ενεργότητα, η παραγωγή τους ρυθμίζεται από το mRNA και λαμβάνει χώρα στα ριβοσωμάτια του κυτταρικού σώματος και των μεγάλων δενδριτών του νευρώνα. Με την ολοκλήρωση της πρωτεϊνοσύνθεσης οι πρόδρομες πρωτεΐνες συσκευάζονται σε κυστίδια και μεταφέρονται στις νευρικές απολήξεις όπου αποδομούνται από πεπτιδάσες, παράγοντας έτσι νευροπεπτίδια.

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 1 τα οπιοειδή είναι μείζονα αναλγητικά και συνεισφέρουν στη ρύθμιση του πόνου. Ως πόνος ορίζεται ο προστατευτικός μηχανισμός του οργανισμού, ο οποίος παρουσιάζεται σε περίπτωση βλάβης των ιστών και υποχρεώνει το άτομο να αντιδράσει, ώστε να απομακρύνει το αλγογόνο ερέθισμα. Ο πόνος θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα σήμα το οποίο μεταδίδεται από το σημείο της βλάβης στα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου, διαμέσου του νευρικού συστήματος. Τα ερεθίσματα του πόνου- χημικά, νευρικά, μηχανικά-επιδρούν σε ελεύθερες νευρικές απολήξεις σε όλο το σώμα, που ονομάζονται αλγοϋποδοχείς.

Η διαδικασία αντίληψης και απόκρισης του οργανισμού στο ερέθισμα του πόνου παρουσιάζεται σχηματικά παρακάτω:

Ερέθισμά->βλάβη ιστών->ενεργοποίηση βλαβοδεκτικών απολήξεων->το μήνυμα μεταφέρεται στο νωτιαίο μυελό->εγρήγορση από την ενεργοποίηση του διαδικτυακού σχηματισμού ,καθώς το μήνυμα λαμβάνεται από το θάλαμο και το φλοιό->αντίληψη του δυσάρεστου ερεθίσματος->στάθμιση έντασης δράσης ,έκλυση ορμονών (stress) πόνου και εντοπισμού->οργανική αντίδραση

Τα οποιοειδή νευροπεπτίδια, όπως οι εγκεφαλίνες και οι ενδορφίνες, απελευθερώνονται σε περίπτωση έκθεσης σε αλγογόνο ερέθισμα και ο ρόλος τους συνίσταται στην πρόσδεση στους αντίστοιχους υποδοχείς, ώστε να εμποδίζονται τα ερεθίσματα του πόνου και να διεγείρονται τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου

Μορφίνη C21H27NO

Λαμβάνει το όνομα της από τον αρχαίο Έλληνα και Ρωμαίο θεό του ύπνου το Μορφέα. Τα συμπτώματα από τη χρήση της μορφίνης είναι η ναυτία, ο εμετός και η μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα. Η μορφίνη έχει στον συντακτικό της τύπο την ύπαρξη τριών ομοεπίπεδων δακτυλίων (λόγω του sp2 υβριδισμού των ανθράκων του βενζολικού δακτυλίου) και άλλους δύο σε γωνία 90 μοιρών. Είναι ελάχιστα διαλυτή στο νερό. Σε κορεσμένο διάλυμα έχει ph 8.5.

Η μορφίνη ασκεί τη δράση της ως προσδέτης στους μ-υποδοχείς των νευρώνων της οπίσθιας αμυγδαλής, του υποθαλάμου, του θαλάμου, του κερκοφόρου πυρήνα, του κελύφους, σε διάφορες περιοχές του φλοιού, καθώς και στους μ-υποδοχείς της substantia gelatinosa, όπου συμβαίνει πρωτογενής επεξεργασία των ερεθισμάτων του πόνου. Επιπλέον είναι η βάση για τη παραγωγή και άλλων ναρκωτικών, όπως η κωδεΐνη με μεθυλίωση ή η ηρωίνη με ακετυλίωση. Η μορφίνη αποτελεί αγωνιστή των φυσιολογικών ενδογενών οπιοειδών , δηλαδή της μεθιονοεγκεφαλίνης, της λευκινοεγκεφαλίνης, της δυνορφίνης και της της β-ενδορφίνης.

Επιδράσεις των οπιοειδών

Στην κατηγορία των οπιοειδών εκτός από τα ενδογενή εντάσσονται και τα εξωγενή (φυσικά, ημισυνθετικά, συνθετικά). Τα εξωγενή οπιοειδή χρησιμοποιούνται από την ιατρική για θεραπευτικούς σκοπούς. Η αλόγιστη όμως χρήση τους μπορεί να επιφέρει καταστροφικά αποτελέσματα. Σύμφωνα μάλιστα με έρευνα του CAMH (Centre for Addiction and Mental Health) (αναδημοσιευμένη στο www.news-medical.net) που πραγματοποιήθηκε από τον Δρα Callaghan και συνεργάτες, τα οπιοειδή αποτελούν την ουσία η οποία παρουσιάζει την υψηλότερη τοξικότητα συγκρινόμενη με άλλες ουσίες, όπως οι μεθαμφεταμίνες ή το αλκοόλ, καθώς οι χρήστες εμφανίζουν 5,71 φορές υψηλότερο σχετικό κίνδυνο αποβίωσης σε σχέση με το γενικό πληθυσμό.

Τα περισσότερα οπιοειδή που σχετίζονται με παρενέργειες, κατάχρηση και εξάρτηση είναι τυπικοί μ-αγωνιστές, έχοντας παρόμοια μορφή με τη μορφίνη. Στον πίνακα 2 παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα της δράσης ορισμένων χαρακτηριστικών εξωγενών οπιοειδών, καθώς και ορισμένων φυσιολογικών ουσιών του οργανισμού, των οποίων είναι αγωνιστές:

Πίνακας 2

Υποδοχείς    Μυ  Κάππα  Δέλτα 
  Εγκεφαλίνες  Αγωνιστής  Αγωνιστής  
Ενδογενή νευροπεπτίδια   β-Ενδορφίνη  Αγωνιστής  Αγωνιστής  
   Δυνορφίνη-Α  Αγωνιστής     Αγωνιστής 
 Οπιοειδή Μορφίνη  Αγωνιστής    Ασθενής Αγωνιστής
  Κωδεΐνη  Ασθενής Αγωνιστής  Ασθενής Αγωνιστής   
   Φεντανύλη  Αγωνιστής     
  Μεπεριδίνη  Αγωνιστής  Αγωνιστής  
   Μεθαδόνη  Αγωνιστής     
 Ανταγωνιστές οπιοειδών*  Ναλοξόνη  Ανταγωνιστής Ασθενής  Ανταγωνιστής  Ανταγωνιστής
   Ναλτρεξόνη   Ανταγωνιστής Ασθενής Ανταγωνιστής Ανταγωνιστής

*Όπως γνωρίζουμε οι ανταγωνιστές προσδένονται στους ίδιους υποδοχείς με τους αγωνιστές και προκαλούν τα αντίθετα αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό καθιστά τις δύο αναφερόμενες ουσίες (ναλοξόνη και ναλτρεξόνη) εξαιρετικά πολύτιμες για την αντιμετώπιση της κλινικής συμπτωματολογίας από τη χρήση των οπιοειδών. Έτσι, η μεν ναλοξόνη χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της δηλητηρίασης από υπερβολική δόση οπιοειδούς, ενώ η ναλτρεξόνη για την αντιμετώπιση της εξάρτησης, με φτωχά όμως μέχρι στιγμής αποτελέσματα.

Όπως κάθε είδος φαρμάκου, τα οπιοειδή φάρμακα ανάλογα με την ισχύ τους διακρίνονται σε ισχυρά και ασθενή. Και οι δύο κατηγορίες έχουν επιδράσεις με παρεμφερή συμπτωματολογία. Τα ασθενή οπιοειδή δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικά με τα ισχυρά, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται μεγαλύτερη ποσότητά τους για να προκληθεί το ίδιο αποτέλεσμα. Μεγαλύτερη όμως δόση αυξάνει τον κίνδυνο να ξεπεραστεί μια σχετικά χαμηλή οροφή πάνω από την οποία θα προκύψουν αυξημένες (ή επικίνδυνες) παρενέργειες. Για παράδειγμα, η κωδεΐνη (ασθενές) προκαλεί ίδιου τύπου αποτελέσματα με τη μορφίνη (ισχυρό). Ωστόσο μια μικρή δόση μορφίνης είναι τόσο αποτελεσματική όσο μια μεγάλη δόση κωδεΐνης με πολύ λιγότερες παρενέργειες.

Οι κύριοι τρόποι χορήγησης οπιοειδών είναι είτε από το στόμα, όπου απορροφώνται στον γαστρεντερικό σωλήνα, είτε μέσω της εισπνοής, όπου απορροφώνται από το ρινικό βλεννογόνο(sniffing ηρωίνης) ή τους πνεύμονες (κάπνισμα οπίου), είτε μέσω της υποδόριας ή ενδομυϊκής οδού. Το αποτέλεσμα της δόσης είναι ηπιότερο αν αυτή χορηγείται από το στόμα ( λόγω μεταβολισμού στο ήπαρ).

Υψηλές συγκεντρώσεις οπιοειδών απαντώνται στους νεφρούς, στο ήπαρ, στους σκελετικούς μυς, στους πνεύμονες και στο σπλήνα. Στο τέλος της πορείας τους απομακρύνονται με μηχανισμούς απέκκρισης (ούρα, κόπρανα).

Τα οπιοειδή δρουν πρωτίστως στον εγκέφαλο. Έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλουν τις νευρωνικές πυροδοτήσεις στον υπομέλα τόπο τόσο in vivo όσο και in vitro μέσω των μ-υποδοχέων και δευτέρου διαβιβαστή της πρωτεΐνης G.

Η τοξική δράση των οπιοειδών εκδηλώνεται με μια σειρά κλινικών συμπτωμάτων στο ΚΝΣ, στο καρδιαγγειακό, το γαστρεντερικό και το αναπνευστικό σύστημα. Ειδικότερα, η λανθασμένη χορήγηση οπιοειδών επιφέρει σοβαρές βλάβες στη νευρική φυσιολογία με κυριότερες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις τις αναλγητικές, τις ευφορικές, τις ηρεμιστικές, τις κατασταλτικές της αναπνοής και τις ενδοκρινικές. Αναφορικά με τις αναλγητικές/ευφορικές, η αλόγιστη λήψη οπιοειδών μπορεί να επιφέρει μη αντιστρεπτές μεταβολές στον τρόπο κεντρικής επιλογής και απελευθέρωσης των νευροδιαβιβαστών από τα αισθητικά νεύρα, των οποίων η φυσιολογική δράση είναι να αντιδρούν σε επώδυνα ερεθίσματα προκαλώντας έτσι αναλγητικά αποτελέσματα.

Όσον αφορά τις ηρεμιστικές και υπνωτικές εκδηλώσεις, η δόση εξωγενών οπιοειδών φαίνεται να σχετίζεται με συμπτώματα όπως ζάλη, λήθαργος, σύγχυση και απάθεια. Μάλιστα παρατηρείται θετική εξάρτηση της βαρύτητας των επιπτώσεων από τη δόση του οπιοειδούς. Ως εκ τούτου, αυξημένη πρόσληψη οπιοειδών οδηγεί σε σοβαρότερη παθολογική εικόνα, με συνέπειες όπως υπνηλία και βαθύ κώμα.

Ένας άλλος παράγων που επηρεάζεται από την υπερβολική χορήγηση οπιοειδών είναι το αναπνευστικό σύστημα. Πράγματι, παρατηρούνται περιοδική ή και ακανόνιστη αναπνοή που επηρεάζεται από μεταβολές στα αναπνευστικά κέντρα του εγκεφαλικού στελέχους.

Επιπλέον, η συμπτωματολογία των οπιοειδών περιλαμβάνει ναυτία και εμετική δράση, κυρίως κατά τα αρχικά στάδια της δηλητηρίασης. Συνέπεια της τοξικής δράσης των οπιοειδών είναι και η επιβάρυνση του ενδοκρινούς συστήματος με κύρια συμπτώματα το ψυχρό κολλώδες δέρμα και τη μεταβολή λειτουργιών που ελέγχονται από τον υποθάλαμο. Συγκεκριμένα, διαταραχές στους ομοιοστατικούς μηχανισμούς ρύθμισης της θερμοκρασίας μπορεί να προκαλέσουν μέχρι και υποθερμία , ενώ άλλο σύμπτωμα είναι και η ολιγοουρία για την οποία ευθύνονται οι τοξικές δράσεις των οπιοειδών με στόχο τους νεφρούς.

Τέλος, παθογνωμονικά στοιχεία για τη δηλητηρίαση από οπιοειδή είναι η μύση της κόρης του οφθαλμού, ή ,σε σπάνιες περιπτώσεις, μυδρίαση, ενώ αυξημένη δόση τους μπορεί να προκαλέσει σπασμούς μέσω μηχανισμών που ελέγχονται από το φλοιό.

Οι ήπιες δόσεις οπιοειδών επηρεάζουν ελάχιστα το καρδιαγγειακό σύστημα. Ωστόσο, σε μεγάλες ποσότητες μπορούν να προκαλέσουν υπόταση και καρδιακή αρρυθμία λόγω υποξίας, καταστάσεων οι οποίες αντιμετωπίζονται με χορήγηση οξυγόνου. Σε οξεία δηλητηρίαση μπορεί να συμβεί μέχρι και κατάρρευση του κυκλοφορικού, κυρίως λόγω ανακοπής – συνήθως με τη μορφή κολποκοιλιακής η φλεβοκομβικής βραδυκαρδίας. Στο γαστρεντερικό σύστημα τα κύρια συμπτώματα που εντοπίζονται είναι η δυσκοιλιότητα και μειωμένη έκκριση της χολής.

Ωστόσο η χειρότερη συνέπεια που μπορεί να προκληθεί στον ανθρώπινο οργανισμό είναι η εξάρτηση (physical dependence). Σε καταστάσεις βαρέως εθισμού τα ενδογενή οπιοειδή, τα οποία έχουν ασθενέστερη δράση από τα εξωγενή, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του οργανισμού ως σηματοδοτικά μόρια. Κατά συνέπεια η λειτουργία των κυτταρικών συστημάτων απαιτεί την χορήγηση αυξανόμενης ποσότητας οπιοειδών. Η κατάσταση αυτή είναι απότοκο του φαινομένου της νευροπροσαρμογής, στο οποίο η ευαισθησία του ατόμου στην αντίληψη των ενισχυτικών ιδιοτήτων των εξαρτησιογόνων ουσιών φθάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε η στέρηση της ουσίας είναι δυνατό να επιφέρει καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ανηδονία και κατάθλιψη. Μια άλλη συνιστώσα του φαινομένου αποτελεί η μεταλλαξογόνος δράση ορισμένων εξωγενών οπιοειδών, τα οποία προκαλούν επιβλαβείς μεταβολές στη γονιδιακή έκφραση, τροποποιώντας τις κυτταρικές απαντήσεις άρα και την ολότητα της συμπεριφοράς του ατόμου. Το πρόβλημα επεκτείνεται, καθώς τα ερεθίσματα που συνοδεύουν τη χρήση οπιοειδών περιλαμβάνουν θετική ή και αρνητική ενίσχυση του χρήστη για επανάληψη της συγκεκριμένης παθολογικής συμπεριφοράς (της λήψης δηλαδή του οπιοειδούς φαρμάκου), επιδεινώνοντας την κλινική κατάσταση του ατόμου.

Τα παραπάνω αναφέρονται στις διεργασίες με τις οποίες οι δράσεις της αρχικής λήψης της ουσίας είτε αυξάνονται (ανάπτυξη ευαισθητοποίησης) είτε μειώνονται [ανάπτυξη ανοχής(tolerance)].

Ανοχή είναι το φαινόμενο κατά το οποίο η συνεχής χρήση ενός οπιοειδούς μειώνει την αποτελεσματικότητά του στον οργανισμό και έτσι απαιτούνται συνεχώς αυξανόμενες δόσεις για να προκληθεί η ίδια απάντηση.

Η ανοχή του οργανισμού σε μια ουσία είναι κατά κάποιο τρόπο αντιστρόφως ανάλογη της ευαισθησίας σε μια άλλη ουσία. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται διασταυρούμενη ανοχή (cross tolerance). Σε περίπτωση αιφνίδιας διακοπής της λήψης του οπιοειδούς, λόγω της αδυναμίας του οργανισμού να καλύψει το κενό με τα ενδογενή, παρατηρείται η μετάπτωση σε μια ψυχοσωματική κλινική κατάσταση γνωστή και ως στερητικό σύνδρομο με πληθώρα συμπτωμάτων. Σε αυτά περιλαμβάνονται μυδρίαση, ανωμαλίες σφυγμού, ανησυχία, αγωνία, κνήφη δέρματος, επανειλημμένα φταρνίσματα, διάρροια, ρινόρροια, διαταραχές οι οποίες αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου. Σε μεταγενέστερα στάδια το άτομο φτάνει σε ακραίες συμπεριφορές για να αποκτήσει τη δόση του, όπως βιαιοπραγίες. Επίσης εμφανίζονται ψευδαισθήσεις. Ακολουθεί καταβολή των δυνάμεων, που καθιστά αδύνατη την κίνηση ή ακόμη και την ορθοστασία. Πιθανή κατάληξη είναι ο θάνατος. Τα συμπτώματα του συνδρόμου στέρησης μπορεί να διαφοροποιούνται και ποιοτικά και ποσοτικά ανάλογα με την ουσία στην οποία είναι εθισμένο το άτομο.

Όπως και κάθε ασθένεια, ο εθισμός έχει κάποια σημάδια που μας βοηθούν να διαπιστώσουμε αν ένα άτομο είναι εξαρτημένο. Χαρακτηριστικές στους ναρκομανείς είναι οι αλλαγές στη συμπεριφορά τους, όπως μεταπτώσεις διάθεσης- από κατάθλιψη και θυμό έως ευφορία. Τα εθισμένα άτομα συνήθως παρουσιάζουν άρνηση, δηλαδή εάν ερωτηθούν ή κατηγορηθούν ότι κάνουν χρήση ναρκωτικών (π.χ. από ένα γονέα) αρνούνται πεισματικά τις κατηγορίες φτάνοντας σε ακραίες αντιδράσεις. Αύξηση των συγκρούσεων με άλλα άτομα, απομόνωση, αύξηση των εξόδων χωρίς κάποιο λόγο είναι υποψίες για τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών.

Οι εθισμένοι τείνουν να χάνουν συνεχώς βάρος, να έχουν ωχρό δέρμα, επικεντρωμένες κόρες οφθαλμών, να εμφανίζουν ιδρώτα και τρεμούλιασμα. Επίσης έχουν μειωμένη σεξουαλική διάθεση. Πολλά άτομα στα οποία δεν εντοπίζεται έγκαιρα ο εθισμός βρίσκονται σε κωματώδη κατάσταση ή και νεκρά.

Επίλογος

Τα οπιοειδή αποτελούν ένα από τα πλέον δραστήρια ερευνητικά πεδία της σύγχρονης ιατρικής. Από τη σύνθεση της μορφίνης μέχρι σήμερα οι γνώσεις μας για αυτά συνεχώς αυξάνονται, ενώ οι εφαρμογές τους διευρύνονται. Εναπόκειται στον άνθρωπο να αποφασίσει ποιος θα είναι ο ρόλος των οπιοειδών στο μέλλον. Αλόγιστη κατάχρηση ή λελογισμένη κλινική εφαρμογή; Καταστροφή της ανθρώπινης ζωής ή διασφάλιση της ποιότητάς της εντός των τοίχων του νοσοκομειακού θαλάμου; Εχθρός ή σύμμαχος; Μάστιγα ή λύτρωση... Μόνο ο χρόνος θα καταδείξει εάν το μέτρο και η σύνεση θα επιτύχουν να υπερνικήσουν την έμφυτη τάση μας για παρεμβάσεις στη φυσιολογία του τελειότερου έμβιου συστήματος , δηλαδή του οργανισμού μας...

Περιοδικό ΕΛΙΓΑΣΤ, τεύχος Μαρτίου - Απριλίου 2013, (σελ.22-28)

  • Κολοβός Ιωάννης
    Κολοβός Ιωάννης Φοιτητής Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.: Άνθος
  • Κοσμόπουλος Μαρίνος Φοιτητής Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.: Άνθος
ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.