771
Νέα - Ειδήσεις

Λάμπρος Β. Μελίστας: "Η διατροφογενετική μελετά τις αλληλεπιδράσεις γονιδίων-δίαιτας"

30 Ιουλίου 2012

Ο Δρ. Λάμπρος Β. Μελίστας, PhD, MSc Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος Διδάκτωρ Χαροκόπειου Πανεπιστημίου έδωσε συνέντευξη απαντώντας σε ερωτήσεις που του έθεσε η δημοσιογραφική ομάδα του medNutrition, σχετικά με την επιστήμη της γενετικής στην διατροφική υποστήριξη.

Τι μελετάει η επιστήμη της διατροφογενετικής; Ποια είναι η διαφορά της από τη διατροφογενωμική;
Αυτό το ανερχόμενο πεδίο που αφορά τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων διατροφής – γονιδίων αποκαλείται διατροφική γενωμική (nutritional genomics) και υπόσχεται μεγάλη πρόοδο κυρίως στην πρόληψη αλλά και τη θεραπεία ασθενειών. Περιλαμβάνει δύο πεδία, τη διατροφογενωμική (nutrogenomics) και τη διατροφογενετική (nutrigenetics). Η διατροφογενωμική μελετά το ρόλο που παίζουν τα θρεπτικά συστατικά των τροφών που καταναλώνουμε στον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται τα γονίδιά μας. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι τα πολυακόρεστα ω-3 λιπαρά οξέα έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν την έκφραση κάποιων γονιδίων που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή φλεγμονωδών ορμονών. Επομένως, τα ω-3 λιπαρά οξέα διαθέτουν «ευεργετική» αντιφλεγμονώδη δράση επηρεάζοντας απευθείας τα γονίδιά μας. Η διατροφογενετική ερευνά τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο οργανισμός μας στα διάφορα θρεπτικά συστατικά ανάλογα με το γονιδιακό υπόβαθρο που διαθέτει. Το τι είναι καλό για τη δίαιτα ενός ατόμου δεν είναι απαραίτητα καλό για κάποιον άλλον. Λόγου χάρη, η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ είναι ευεργετική για τους περισσότερους ενήλικες, ωστόσο για εκείνους που φέρουν μια συγκεκριμένη γενετική ποικιλομορφία, η τακτική λήψη μέτριων ποσοτήτων αλκοόλ μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης νόσου Alzheimer.

Πότε ξεκίνησε και σε ποιο στάδιο βρίσκεται η έρευνα στον τομέα αυτό, παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα;
Με την ολοκλήρωση της χαρτογράφησης του γονιδιώματος (2000-2003), μπήκαν οι βάσεις για τη διείσδυση της επιστήμης της γενετικής στη φροντίδα της υγείας. Αυτό πυροδότησε τη στροφή και στη μελέτη της διατροφικής γενωμικής. Παρά τον ενθουσιασμό από τα αυξανόμενα ευρήματα, η πρόοδος αυτού του πεδίου παρεμποδίζεται από την ανεπάρκεια των τωρινών πειραματικών τεχνικών να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την πολυπλοκότητα του φαινοτύπου, την πολυπλοκότητα των διατροφικών προσλήψεων και την πολυπλοκότητα του γενετικού υποβάθρου μεταξύ ατόμων. Αν και αρχικά θεωρήσαμε ότι ήμασταν κοντά στην πλήρη αναγνώριση των κωδικών επικοινωνίας γονιδίων και περιβάλλοντος, τώρα γνωρίζουμε ότι, αν και δεν απέχουμε πολύ, έχουμε ακόμα δρόμο μπροστά μας, ίσως και πάνω από 10 χρόνια. Βέβαια, είναι τέτοια τα άλματα που πραγματοποιούνται στην επιστήμη της γενετικής που μπορεί και συντομότερα να είμαστε σε θέση να δίνουμε ολοκληρωμένες και εξατομικευμένες διατροφικές συστάσεις με βάση τα γονίδια του καθενός. Στην Ελλάδα, μόνο στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο υπάρχει ερευνητική ενασχόληση με τη διατροφογενετική/διατροφογενωμική. Οι μελέτες που προκύπτουν κατά βάση στηρίζονται στη συνεργασία με επιστήμονες και εργαστήρια του εξωτερικού, καθώς τα εγχώρια εργαστηριακά μέσα δε μπορούν να υποστηρίξουν στον απαιτούμενο βαθμό τις “high-tech” απαιτήσεις αυτού του επιστημονικού κλάδου.

Ποια είναι (ή θα είναι) η πρακτική εφαρμογή της διατροφογενετικής στην διαιτολογική πράξη;
Η διατροφογενετική, και γενικότερα η διατροφική γενωμική, έρχεται να καλύψει ένα κρίσιμο κενό στην επιστημονική κατοχύρωση της ανάπτυξης διατροφικών παρεμβάσεων. Καθώς η έρευνα προχωρά, οι σημερινές γενικευμένες διατροφικές οδηγίες θα δώσουν τη θέση τους σε παρεμβάσεις που έχουν στόχο συγκεκριμένους μοριακούς μηχανισμούς που αποτελούν τη βάση της κατάστασης της υγείας. Ο απώτερος στόχος μας είναι να επιτευχθεί η εξατομικευμένη διατροφή ανάλογα με το DNA του καθενός. Για να αποτελέσει βέβαια κομμάτι της διαιτολογικής πράξης απαιτεί από τους επαγγελματίες διαιτολόγους τον εμπλουτισμό των γνώσεών τους (γενετική, βιολογία κλπ) και την ανάπτυξη πρόσθετων δεξιοτήτων (π.χ. γενετική συμβουλευτική). Γενικά, είναι φανερό ότι η αλλαγή στο τρόπο προσέγγισης της διατροφικής θεραπευτικής λόγω της διατροφογενετικής ανοίγει σημαντικά το δρόμο για τη διεύρυνση του ρόλου και της συμβολής του επαγγελματία διαιτολόγου στη βελτίωση της δημόσιας υγείας.

Θα υπάρχουν συγκεκριμένες εξετάσεις που θα μπορέσει να προτείνει ο διαιτολόγος;
Ποιες είναι αυτές και πόσο αναμένεται να κοστίζουν; Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι η γνώση του γενετικού υποβάθρου του ατόμου που υπόκειται σε διατροφική παρέμβαση. Αυτή τη στιγμή το κόστος για κάτι τέτοιο είναι απλησίαστο. Στο μέλλον, όμως, η ανάγνωση του γενετικού προφίλ θα είναι υπόθεση ρουτίνας και λογικά το κόστος θα κυμαίνεται σε ανεκτά επίπεδα. Οραματιζόμενοι το μέλλον, είναι πιθανό ότι ο διαιτολόγος, με τη βοήθεια των κατάλληλων λογισμικών, θα μπορεί να επεξεργαστεί το γενετικό προφίλ του ασθενή/πελάτη του, ώστε να εκπονήσει το διατροφικό πλάνο με βάση τη γενετική πληροφορία. Επίσης, είναι σίγουρο ότι μέσω της έρευνας της διατροφογενωμικής θα προκύψουν νέοι βιοδείκτες υγείας (π.χ. παραγόμενες πρωτεΐνες ή μεταβολίτες) που θα εμπλουτίσουν τις πληροφορίες που λαμβάνονται από τις συνήθεις εξετάσεις αίματος και θα βοηθούν στην κατάρτιση του διαιτολογίου, πιθανότατα χωρίς υψηλό πρόσθετο κόστος.

Μπορεί η διατροφογενετική να εξηγήσει γιατί ορισμένα τρόφιμα έχουν θετική σε κάποιους και ουδέτερη σε άλλους επίδραση στην υγεία;
Απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα μπορούν όντως να δοθούν από τις διατροφογενετικές μελέτες, καθώς ερευνάται η επίδραση των συστατικών των τροφίμων ή και της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης σε βιοχημικούς δείκτες ή στο φαινότυπο (π.χ. σωματικό βάρος) ανάλογα με τα γονίδια του καθενός. Για παράδειγμα, όταν σε ένα δείγμα 50 αντρών χορηγήθηκαν συμπληρωματικά ω-3 λιπαρά οξέα για 2 μήνες, αυξήθηκε κατά μέσο όρο η κακή LDL χοληστερόλη στο σύνολο των αντρών. Όταν όμως συνυπολογίστηκε ο γονότυπος της απολιποπρωτεϊνης Ε (βασικό συστατικό πολλών λιποπρωτεϊνών του πλάσματος) φάνηκε ότι αυτή η συνολική μέση αύξηση της LDL οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στη μεγάλη αύξηση της LDL στα άτομα που έφεραν το αλληλόμορφο «κινδύνου» της απολιποπρωτεϊνης Ε (apoE4). Στους φορείς των άλλων δύο αλληλομόρφων (apoE2 και apoE3) η επίδραση των ω-3 λιπαρών οξέων ήταν ουσιαστικά ουδέτερη (Minihane et al, Arterioscler Thromb, 2000).

Έχουν παρατηρηθεί τέτοιες διαφορές ως προς τα δύο φύλα;
Η διατροφογενετική μελετά τις αλληλεπιδράσεις γονιδίων-δίαιτας, αλλά έχουν βρεθεί και αλληλεπιδράσεις φύλου-γονιδίων. Οι τελευταίες έχουν ήδη αποδειχτεί υπεύθυνες για διαφορές στην ανταπόκριση των δύο φύλων σε ορισμένα φάρμακα, ενώ αντίστοιχες παρατηρήσεις έχουν γίνει και για την ανταπόκριση αντρών και γυναικών στη δίαιτα. Έτσι, αν και άντρες-γυναίκες μοιράζονται σχεδόν την ίδια γενετική πληροφορία, παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στην προδιάθεση για διάφορες ασθένειες και τα στοιχεία δείχνουν ότι η αλληλεπίδραση και η συνεργασία μεταξύ γονιδίων, φύλου και περιβάλλοντος (π.χ. δίαιτα) ρυθμίζει την προδιάθεση στις ασθένειες. Για παράδειγμα, στη μεγάλη μελέτη Framingham, φάνηκε ότι μόνο στις γυναίκες η παρουσία ενός πολυμορφισμού στο γονίδιο της απολιποπρωτεϊνης Α1 και η ταυτόχρονη συμπληρωματική χορήγηση πολυακόρεστων λιπαρών οξέων ρυθμίζει τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης. Αντίθετα, στους άντρες της μελέτης δεν υπήρχε καμία τέτοια συσχέτιση.

Ποιοι άλλοι γενετικοί παράγοντες μέσα στο ίδιο το άτομο, μπορούν να συμβάλλουν στην αλληλεπίδραση τροφίμων-υγείας; Με ποιον τρόπο;
Πιστεύετε η διατροφογενετική-διατροφογενωμική έχει σημαντικότερο ρόλο να παίξει στην πρόληψη ή τη θεραπεία; Είναι σαφές ότι η σύγχρονη τάση της επιστημονικής έρευνας στο χώρο της υγείας έχει ως βασικό στόχο την πρόληψη παρά τη θεραπεία των ασθενειών. Αν προλάβουμε μια παθολογική κατάσταση, δε χρειάζεται να μας απασχολήσει η αντιμετώπισή της. Συγκεκριμένα στο πεδίο της διατροφογενετικής-διατροφογενωμικής, ο στόχος είναι να περάσουμε από τη γενικευμένη διαχείριση ασθενειών στην πρώιμη ανίχνευση και πρόληψη με βάση την ατομική γενετική προδιάθεση. Γενικά, θα λέγαμε ότι η διατροφική γενωμική αναμένεται να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος της μελλοντικής διατροφικής έρευνας με τη δυνατότητα να αλλάξει την διαιτητική πρόληψη αλλά και θεραπεία των ασθενειών έχοντας καίρια επίδραση στη δημόσια υγεία.

×

×