746
Διαβήτης

Μπορεί ο θηλασμός να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ1;

03 Φεβρουαρίου 2011
του Θωμά Κραμποκούκή
Μπορεί ο θηλασμός να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ1;

Photo source: www.bigstockphoto.com

Ο διαβήτης τύπου 1 αποτελεί το 5-10 % των διάφορων περιπτώσεων του φάσματος της νόσου. Ονομάζεται διαφορετικά και νεανικός διαβήτης, καθώς  εμφανίζεται κυρίως -αλλά όχι πάντα- σε άτομα ηλικίας μέχρι 25 ετών. Αυτός ο τύπος διαβήτη χαρακτηρίζεται από μειωμένη παραγωγή – έκκριση ινσουλίνης  από το πάγκρεας.

Σε σχέση με τη διατροφή, και το αν αυτή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ1, η επιστήμη έχει πολλά ακόμα να αποδείξει. Ωστόσο, κάποιοι  παράγοντες που έχουν ήδη ερευνηθεί, μας δίνουν τη δυνατότητα να έχουμε μία πρώτη άποψη για το θέμα αυτό. Τα ερευνητικά πεδία με τα οποία θα ασχοληθούμε, είναι ο ρόλος του μητρικού γάλακτος έναντι του αγελαδινού σε βρέφη και η χρήση και ο ρόλος συμπληρωμάτων βιταμίνης D, όπως αυτά προκύπτουν από μία σειρά ερευνών.

Οι έρευνες σχετικά με το μητρικό γάλα και τη σχέση του με τον ΣΔ1, ξεκίνησαν το 1994, όταν η Αμερικάνικη Παιδιατρική Ακαδημία άρχισε να συστήνει σε «ασθενείς» με οικογενειακό ιστορικό ΣΔ1 να χρησιμοποιούν το μητρικό γάλα και να αποφεύγουν το αγελαδινό. Από τότε, πολλές έρευνες ακολούθησαν πάνω στο αντικείμενο αυτό.

Μελέτες που έχουν γίνει  δείχνουν διάφορες συσχετίσεις με την πρόωρη έκθεση ενός παιδιού σε αγελαδινό γάλα και τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης  ΣΔ1. Το παραπάνω επιβεβαιώνουν και αρκετές  ανεξάρτητες έρευνες με μία νέα προσθήκη στις μέχρι τότε πληροφορίες: την σχέση μεταξύ χρήσης μητρικού γάλακτος (και αποφυγής του αγελαδινού γάλακτος) μέχρι την ηλικία των 3 μηνών και τον κίνδυνο για ΣΔ1.

Τα παραπάνω έρχονται να ενισχύσουν 13 έρευνες από τον Gerstain και αργότερα άλλες 17 μελέτες ανεξάρτητης ανάλυσης πραγματικών υποθέσεων (study case) από τους Norris Scott. Την ίδια στιγμή, μια ομάδα Φιλανδών προσθέτουν στις έρευνες μία διευκρίνιση σχετικά με το ότι ναι μεν το αγελαδινό γάλα είναι συνασμένο με την αύξηση εμφάνισης κινδύνου ΣΔ1, αλλά όχι ότι το μητρικό είναι συνδεδεμένο με την πρόληψη. Με αυτό το δεδομένο, τίθεται και το πρώτο ερώτημα – πρόταση για περαιτέρω έρευνες.

Ένας άλλος παράγοντας που μελετήθηκε ήταν η χρήση βιταμίνης D. Η βιταμίνη αυτή είναι γνωστή για τον ρόλο που παίζει στα κόκαλα και των μεταβολισμό των μετάλλων. Μελέτες σε συγκεκριμένο πληθυσμό έχουν δείξει, ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D στην πρώιμη παιδική ηλικία, μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισες ΣΔ1. 

Η Eurobiab πραγματοποίησε μία σημαντική μελέτη σε 7 Ευρωπαϊκές χώρες το 1999. Στη μελέτη συμμετείχαν οι γονείς 820 παιδιών με ΣΔ1 και 2.335 ευρήματα βασισμένα σε πληθυσμιακούς ελέγχους. Οι ομάδες ερωτήθηκαν για το αν τα παιδιά τους έπαιρναν συμπληρώματα βιταμίνης D στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Οι ερευνητές βρήκαν ότι αυτοί που λάμβαναν συμπληρώματα βιταμίνης D είχαν κατά 1/3  μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ1.

Το 2001 οι Hypponenet et al δημοσίευσαν την πρώτη μελέτη σχετικά με  τη σχέση ΣΔ1 και βιταμίνης D. Στην έρευνα πήραν μέρος 12000 έγκυες γυναίκες από τη Φιλανδία. Τα στελέχη της έρευνας έπαιρναν βιταμίνη D  κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνο της ζωής τους και οι ερευνητές τα παρακολούθησαν μέχρι το 25ο έτος της ζωής τους. Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ότι αυτοί που έπαιρναν βιταμίνη D σε ποσότητα μεγαλύτερη από 2000 IU/ ημέρα είχαν 80% μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης ΣΔ1 έναντι εκείνων που έπαιρναν βιταμίνη D σε δόσεις μικρότερες των 2000 IU / ημέρα.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η ενθάρρυνση των γυναικών να θηλάζουν, θα αποτελέσει έναν τρόπο αποφυγής προβλημάτων υγείας στη ζωή του παιδιού συμπεριλαμβανομένου και του ΣΔ1. Επίσης ως αποτέλεσμα των ερευνών συστήνεται η χορήγηση βιταμίνης D σε δόσεις από 200 -1000 IU/  ημέρα ειδικά σε ανθρώπους που ζουν σε περιοχές όπου η έκθεση στον ήλιο είναι περιορισμένη.

  • Θωμάς Κραμποκούκης Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
×

×