741
Οικογένεια

Η διατροφή της κοινότητας

15 Δεκεμβρίου 2010
της Γλυκερίας Τριανταφύλλου
Η διατροφή της κοινότητας

Photo source: www.bigstockphoto.com

Η διατροφή της κοινότητας είναι ένας από τους πολλούς τομείς δράσης της προαγωγής της υγείας του πληθυσμού. Αντίθετα με την κλινική διατροφή, η διατροφή της κοινότητας απευθύνεται σε πληθυσμούς υγιών, ή φαινομενικά υγιών ατόμων και έχει ως στόχο την πρόληψη των σχετικών με τη διατροφή νόσων (π.χ. της παχυσαρκίας, του σακχαρώδους διαβήτη, του υποσιτισμού) και την προαγωγή της υγείας τους στη κοινότητα (Mahan και Escott-Stump, 2003). Οι τρεις φάσεις της διατροφής της κοινότητας είναι η εκτίμηση των αναγκών της κοινότητας (community assessment), η εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών (policy development) και η διασφάλιση της υγείας της κοινότητας (public health assurance) (Institute Of Medicine, IOM 1998).

Στη φάση εκτίμησης των αναγκών της κοινότητας, συλλέγονται δεδομένα μέσω ερωτηματολογίων ή ειδικών επιδημιολογικών ερευνών (π.χ. η μελέτη NHANES στην Αμερική), που αφορούν στα κοινωνικά προβλήματα και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων, δημογραφικά και ανθρωπομετρικά δεδομένα, επιλεγμένοι δείκτες υγείας της υποομάδας του πληθυσμού που έχει επιλεχθεί, δεδομένα για τις διατροφικές συνήθειες κ.α. (Μεράκου, 2007).

Στην επόμενη φάση, ακολουθεί ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των κατάλληλων για την ομάδα-στόχο διατροφικών παρεμβάσεων (Mahan και Escott-Stump, 2003). Το τελευταίο βήμα στη διατροφή της κοινότητας, είναι η διασφάλιση της υγείας του πληθυσμού (Mahan και Escott-Stump, 2003). Σε αυτό το στάδιο, οι διαιτολόγοι πρέπει να υποστηρίζουν τη θέσπιση νομοθετικών μέτρων, που υποχρεώνουν τη διαρκή εφαρμογή διατροφικών προγραμμάτων σε ομάδες του πληθυσμού που χρήζουν διατροφικής φροντίδας (π.χ. ηλικιωμένοι), να αναπτύσσουν δεσμούς με τους υπόλοιπους λειτουργούς υγείας και με μη κερδοσκοπικούς ή κυβερνητικούς οργανισμούς για την αποτελεσματικότερη διεκδίκηση κοινωνικών μέτρων, να αναπτύσσουν επικοινωνιακά προσόντα και δεξιότητες, για να μπορούν να υποστηρίζουν αποτελεσματικότερα τις διατροφικές πολιτικές και να διεξάγουν προκαταρτικές έρευνες κόστους-αποτελεσματικότητας για τις διατροφικές πολιτικές που προτείνουν (ADA Reports 2000, Κρεμαστινού 2007).

Η διαρκής εφαρμογή μιας διατροφικής πολιτικής στη κοινότητα πρέπει να βασίζεται σε επαρκή επιστημονικά στοιχεία, που αποδεικνύουν την αναγκαιότητα εφαρμογής της (π.χ. ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού των ηλικιωμένων στην κοινότητα βρίσκεται σε κίνδυνο υποσιτισμού), την αποτελεσματικότητά της (π.χ. η παροχή θρεπτικών γευμάτων σε ηλικιωμένους με χαμηλό εισόδημα βελτίωσε τη διατροφική τους κατάσταση), και το χαμηλό της κόστος (ADA Reports, 2000).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, λειτουργούν προγράμματα (στην κοινότητα) που χρηματοδοτούνται από κυβερνητικούς, εθελοντικούς, μη κερδοσκοπικούς και ιδιωτικούς οργανισμούς, και έχουν ως στόχο να υποβοηθούνται οι μειονεκτούσες ομάδες του πληθυσμού για την κάλυψη των διατροφικών τους αναγκών (Mahan και Escott-Stump, 2003). Δεδομένης της αυξημένης συχνότητας του υποσιτισμού και της κακής θρέψης στους ηλικιωμένους, εν συγκρίσει με οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα, μεγάλος αριθμός των προγραμμάτων αυτών απευθύνεται στη κάλυψη των διατροφικών αναγκών των ηλικιωμένων ατόμων (π.χ. το Food Stamp Program (FSP), το Commodity Supplemental Food Program (CSFP), το Emergency Food Assistance Program (TEFAP) κ.ά. Τα κονδύλια για αυτά τα προγράμματα, εγκρίνονται από το κεντρικό πρόγραμμα Elderly Nutrition Programs (ENP) της οργάνωσης Older Americans Act (OAA) και οι οργανισμοί τα εφαρμόζουν για να μειώσουν το κόστος στις υπηρεσίες περίθαλψης και να καθυστερήσουν τον εγκλεισμό των ηλικιωμένων σε νοσηλευτικά ιδρύματα (Kane R.,1996). Οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι η παροχή θρεπτικών γευμάτων (στο σπίτι ή σε χώρους συνάθροισης) σε άτομα άνω των 60 ετών, η διατροφική αξιολόγηση και ο έλεγχος της διατροφικής κατάστασης των ηλικιωμένων (απίσχναση, υποσιτισμός) στους ίδιους χώρους, η υποβοήθηση των ηλικιωμένων με ανικανότητα στις μετακινήσεις, τις αγορές τροφίμων και το μαγείρεμα, κ.ά. (Mahan και Escott-Stump, 2003).

Η αξιολόγηση του κεντρικού προγράμματος ENP έχει δείξει ότι είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο σε πληθυσμούς με χαμηλό εισόδημα και στις εθνικές μειονότητες. Οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα έχουν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερες προσλήψεις (ως ποσοστά της Σ.Η.Π.) σε ενέργεια, ασβέστιο, ψευδάργυρο, και βιταμίνη Β6 από τους μη-συμμετέχοντες (Ponza M.et al, 1996). Στην Ελλάδα, οι κυριότερες δομές κοινωνικής φροντίδας για τους ηλικιωμένους στη κοινότητα είναι τα Κέντρα Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων (Κ.Α.Π.Η.), οι Λέσχες Φιλίας, τα Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων (Κ.Η.Φ.Η.) και το Πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» (Κρεμαστινού, 2007). Στο πλαίσιο της ιατρικής περίθαλψης στις δομές αυτές, περιλαμβάνεται η φυσικοθεραπεία και η εργοθεραπεία, οδηγίες και φροντίδα για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και βοήθεια στο σπίτι για τα άτομα που το έχουν ανάγκη (Κρεμαστινού, 2007). Στη βιβλιογραφία, ωστόσο, δεν αναφέρεται αν γίνονται διατροφικές παρεμβάσεις στους χώρους κοινωνικής φροντίδας, παρόμοιες με αυτές των προηγούμενων ερευνών και τα δεδομένα που υπάρχουν για τις διατροφικές συνήθειες των ηλικιωμένων προέρχονται είτε από τις Ειδικά Σχεδιασμένες Διατροφικές Έρευνες (όπως η έρευνα ΕΠΙΚ-Τρίτη ηλικία), είτε από τα Φύλλα Ισοζυγίου Τροφίμων του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών και από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών (Νάσκα Α. και συν., 2004).

  • Γλυκερία Τριανταφύλλου Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, M.Sc.
×
×