771
Νέα - Ειδήσεις

Μαρία Καψοκεφάλου: "Δεν είναι όλα τα λιπαρά βλαβερά"

24 Μαρτίου 2009

Βελτιώνοντας την ποιότητα των λιπαρών, που προσλαμβάνουμε μέσα από τη διατροφή μας προστατεύουμε την υγεία μας, δηλώνει η Μαρία Καψοκεφάλου, Επίκουρος Καθηγήτρια στη Διατροφή του Ανθρώπου, στο Τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η καθηγήτρια σε συνέντευξή της στη δημοσιογράφο Μίνα Ράλλη, εξηγεί ότι τα λιπαρά, πέρα από το γεγονός ότι προσθέτουν γεύση στο φαγητό, δίνουν ενέργεια και πολλά από αυτά έχουν θετικές επιδράσεις στην υγεία μας. Ειδικότερα τo 30 – 35 % της ημερήσιας  ενεργειακής πρόσληψης μπορεί να προέρχεται από λίπη, μία σύσταση που αφορά όλα τα άτομα που είναι άνω των 2 ετών.

Στην περίπτωση των λιπαρών, τονίζει η Μαρία Καψοκεφάλου, «σημασία δεν έχει μόνο η ποσότητα αλλά και η ποιότητα». Ενώ δηλαδή μέχρι τώρα προσπαθούσαμε να ελέγχουμε την ποσότητα των λιπαρών που εμπεριέχει η διατροφή μας, πια θα πρέπει να προσέχουμε και την ποιότητά τους.  

Υπάρχουν τροφές που φέρουν «καλά» λιπαρά, που είναι τα ακόρεστα και τροφές που φέρουν «κακά» λιπαρά, που είναι τα κορεσμένα και τα τρανς. Αντικαθιστώντας στην καθημερινή μας διατροφή τρόφιμα πλούσια σε κορεσμένα, όπως είναι το κρέας και το βούτυρο, με ακόρεστα, όπως το ελαιόλαδο και η μαργαρίνη, μειώνουμε τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και χοληστερίνης.

Σε σχετική ημερίδα, που έγινε πρόσφατα στην Αθήνα, η κ. Καψοκεφάλου παρουσίασε τα συμπεράσματα από το Παγκόσμιο Συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ένωσης Επιστημών Διατροφής, στη Βαρκελώνη, σύμφωνα με τα οποία το έλλειμμα γνώσης που παρατηρείται διεθνώς εμποδίζει τη σωστή επιλογή των λιπαρών. Επομένως είναι σημαντικό οι ακαδημαϊκοί φορείς και η βιομηχανία να βοηθήσουν τον καταναλωτή να μπορεί να εκτιμήσει τη διατροφική αξία ενός τροφίμου και να κάνει σωστές επιλογές ώστε να έχει καλύτερη υγεία.   

Με απλά λόγια: πρέπει να μάθουμε να διαχωρίζουμε τα λιπαρά και να διαβάζουμε τις ετικέτες των τροφίμων.

Τα λιπαρά αναμφισβήτητα κάνουν το φαγητό μας πιο πικάντικο και γευστικό. Για τις επιπτώσεις τους στην υγεία μας όμως, κατά καιρούς, έχουν ακουστεί πολλά. Είναι ενδεικτικό ότι ένας στους δύο Έλληνες πιστεύει ότι πρέπει να τα καταργήσει από τη διατροφή του. Τελικά είναι πραγματικότητα ή μύθος ότι τα λιπαρά είναι παχυντικά και βλαβερά;
Είναι εν μέρει μύθος. Τα λιπαρά είναι όντως παχυντικά αλλά δεν είναι απαραίτητα βλαβερά και εν πάσει περιπτώσει δεν είναι όλα βλαβερά. Υπάρχουν λιπαρά οξέα, τα οποία έχουν και θετικές επιδράσεις στην υγεία. Αυτό όμως δε θα πρέπει να δημιουργήσει άλλου είδους σύγχυση και να απενοχοποιήσει, ας το πούμε έτσι, τα λιπαρά από τη συμμετοχή τους στη θερμιδική πρόσληψη.

Λόγω της σύγχυσης, τελικά καταλήγουμε να καταναλώνουμε περισσότερα «κακά» λιπαρά (ζωικά λιπαρά, όπως βούτυρο) και λιγότερα «καλά» (φυτικά λιπαρά, όπως μαργαρίνη), με αποτέλεσμα να επιβαρύνουμε την υγεία μας. Στην περίπτωση των λιπαρών επαληθεύεται η αρχή «σημασία έχει η ποιότητα και όχι η ποσότητα»;
Επαληθεύεται η αρχή «σημασία έχει η ποιότητα και όχι μόνο η ποσότητα» αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς. Είναι λίγο λεπτό το ζήτημα. Προφανώς έχει σημασία και η ποσότητα αλλά θα πρέπει να δώσουμε έμφαση και στην ποιότητα. Δηλαδή στη συγκεκριμένη ποσότητα λίπους που εμπεριέχει η διατροφή μας, είναι πολύ σημαντικό να αναδείξουμε ότι κάποια από αυτά τα λιπαρά οξέα έχουν θετικό ρόλο.
Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση μπορούμε να διαφοροποιήσουμε λίγο το λόγο μας και ενώ μέχρι τώρα δίναμε έμφαση στην ποσότητα, τώρα να αρχίσουμε να δίνουμε έμφαση και στην ποιότητα των λιπαρών οξέων. Επομένως θα λέγαμε ότι σημασία έχει τόσο η ποσότητα όσο και η ποιότητα.

Ποιοι είναι οι διαφορετικοί τύποι λιπαρών και σε ποιες τροφές περιέχονται; Ποια είναι τα «καλά» και ποια τα «κακά» λιπαρά;  
Τα «κακά» λιπαρά, ας τα πούμε καλύτερα τα λιπαρά που δε συνεισφέρουν στην καλή υγεία, είναι τα κορεσμένα και τα τρανς. Κορεσμένα είναι τα λιπαρά, που προέρχονται από ζωικά λίπη, όπως είναι το βούτυρο, τα πολύ λιπαρά τυριά, τα κρέατα, τα αλλαντικά και επίσης τα κορεσμένα φυτικά, όπως είναι τα στερεά φυτικά λίπη, τα οποία πολύ συχνά χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική και στο τηγάνισμα τροφίμων από εστιατόρια, fast food κλπ. Τα τρανς  περιέχονται σε υδρογονωμένα φυτικά λίπη, τα οποία συχνά χρησιμοποιούνται στην παραγωγή σνακς. Αν και τα τελευταία χρόνια έχει γίνει συστηματική προσπάθεια μείωσης των επιπέδων τρανς στα τρόφιμα.

Τα «καλά» λιπαρά είναι τα ακόρεστα, στα οποία περιλαμβάνονται τα ω 3, τα ω 6 και τα μονοακόρεστα. Ακόρεστα λιπαρά είναι κυρίως τα φυτικά έλαια όπως το ηλιέλαιο, το σογιέλαιο, το ελαιόλαδο και τα προϊόντα που προέρχονται από αυτά καθώς επίσης και αυτά των ξηρών καρπών. Επίσης σημαντικά είναι τα ακόρεστα λιπαρά που προέρχονται από τα ψάρια.

Τι ποσοστό της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης πρέπει να καλύπτουν τα «καλά» και τι ποσοστό τα «κακά» λιπαρά;
Τα λιπαρά, πέρα από το γεγονός ότι προσθέτουν γεύση στο φαγητό, δίνουν ενέργεια και πολλά από αυτά έχουν θετικές επιδράσεις στη βιολογική μας υγεία.

To 30 – 35 % της ημερήσιας  ενεργειακής πρόσληψης πρέπει ή μπορεί να προέρχεται από λίπη. Είναι μία ρεαλιστική, σύμφωνα με την επιστημονική κοινότητα, σύσταση για να υπάρχει και ένα τρόφιμο, το οποίο είναι γευστικό και ευχάριστο. 

Από αυτά μέχρι 10 % των θερμίδων πρέπει να προέρχεται από κορεσμένα,  6 - 10 % από ω 3 και ω 6 και μέχρι 1% από τρανς. Το υπόλοιπο πρέπει να παρέχεται από μονοακόρεστα λιπαρά οξέα.

Στην καθημερινή μας διατροφή, αν αντικαταστήσουμε τα κορεσμένα ζωικά λιπαρά με «καλά» φυτικά, ποια θα είναι τα οφέλη για την υγεία μας;
Το όφελος συνδέεται με την πρόληψη ασθενειών, κυρίως καρδιοπαθειών.  

Η Αμερικανική Καρδιολογική Ένωση και η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρία περιλαμβάνουν στις διατροφικές τους συστάσεις την κατανάλωση μαργαρίνης. Πείτε για ποιους λόγους πρέπει να αντικαταστήσουμε το βούτυρο με μαργαρίνη.
Η κατανάλωση μαργαρίνης αντί για κατανάλωση βουτύρου εντάσσεται στη σύσταση για επιλογή τροφίμων, που παρέχουν ακόρεστα και όχι τροφίμων, που παρέχουν κορεσμένα λιπαρά. Τα οφέλη είναι τα ίδια που έχουμε αν αντικαταστήσουμε στη διατροφή μας οποιοδήποτε κορεσμένο λίπος με ακόρεστο και έχουν να κάνουν με την πρόληψη καρδιοπαθειών. Επίσης η μαργαρίνη, που παρέχει πολυακόρεστα, δεν αυξάνει τη χοληστερίνη στο αίμα ενώ το βούτυρο την αυξάνει.

Για την αύξηση χοληστερίνης στο αίμα πόσο ευθύνεται η ποιότητα των λιπαρών και πόσο η χοληστερίνη;
Η αύξηση της χοληστερίνης στο αίμα οφείλεται τόσο στην πρόσληψη της χοληστερίνης μέσω της διατροφής όσο και στην πρόσληψη λιπαρών οξέων. Αυξάνουν τη χοληστερίνη τα κορεσμένα και τα τρανς αλλά όχι τα πολυακόρεστα. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε με ποσοστά γιατί εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, μεταξύ αυτών και από τον οργανισμό του κάθε ανθρώπου.

Τα κακά λιπαρά παχαίνουν διαφορετικά από τα καλά;
Δεν μπορούμε να το πούμε αυτό, γι’ αυτό και τα οφέλη προσδιορίζονται στην πρόληψη ασθενειών όπως οι καρδιοπάθειες και όχι στην πρόληψη της παχυσαρκίας. Για να το πούμε απλά: είτε καταναλώνουμε «κακά» λιπαρά είτε «καλά» λιπαρά, θα πάρουμε τις θερμίδες που αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη ποσότητα λίπους.

Ισχύει ότι η επιτυχία της Μεσογειακής Διατροφής όσον αφορά και τη εφαρμογή της για μεγάλο χρονικό διάστημα οφείλεται στην αυξημένη πρόσληψη λιπαρών;
Για πολλά χρόνια είχε αναδειχτεί το ελαιόλαδο ως η μαγική απάντηση στην επιτυχία της μεσογειακής διατροφής. Ωστόσο πιστεύουμε πλέον ότι είναι πολύ σύνθετο το πρόβλημα της ορθής διατροφής και επομένως πολύ σύνθετη η απάντηση στο πού οφείλεται η επιτυχία της μεσογειακής διατροφής. Δηλαδή δεν μπορούμε να απομονώσουμε αυτό το χαρακτηριστικό, της αυξημένης πρόσληψης του ελαιόλαδου, από άλλα χαρακτηριστικά όπως είναι η κατανάλωση πολλών φρούτων και λαχανικών, ψαριών, αδρών υδατανθράκων, μαύρου ψωμιού. Νομίζω πια μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με αυτά τα θέματα, έχουμε αποδεχτεί ότι δεν μπορούμε εύκολα να απομονώσουμε ένα χαρακτηριστικό.

Μπορεί η επιτυχία της μεσογειακής διατροφής να οφείλεται και στο ελαιόλαδο αλλά είναι ένα σύνθετο ερώτημα. Είναι απλοποίηση να το συνδέσουμε ευθέως γιατί υπάρχει και το ερώτημα των αντιοξειδωτικών συστατικών, των φυτικών ινών. Όλα αυτά είναι διαφορετικά στη μεσογειακή διατροφή, δεν είναι μόνο ένα χαρακτηριστικό.

Η αλήθεια είναι ότι η αυξημένη πρόσληψη λιπαρών στη μεσογειακή διατροφή μέσω του ελαιόλαδου χαρακτήρισε τον μεσογειακό τρόπο διατροφής και διευκόλυνε και την ένταξη πολλών άλλων θρεπτικών τροφίμων, όπως τα λαχανικά στο καθημερινό μας πιάτο. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να αποδώσουμε στην αυξημένη πρόσληψη λιπαρών την επιτυχία της μεσογειακής διατροφής γιατί όπως είπαμε πρόκειται για μία διατροφή, που δεν είναι απλή και έχει και πολλά άλλα σημεία, στα οποία μπορούμε να επικεντρωθούμε, όπως είναι η παρουσία αντιοξειδωτικών και η υψηλή πρόσληψη διαιτητικών ινών.

Ποια είναι η θέση των λιπαρών σε ένα υγιεινό πρωινό;
Το υγιεινό πρωινό είναι ένα γεύμα, που είναι πάρα πολύ σημαντικό και το οποίο μπορούμε να το προσέξουμε ώστε να είναι πηγή σωστών λιπαρών.
Μπορούμε να εντάξουμε στο πρωινό τα γαλακτοκομικά, που είναι χαμηλών λιπαρών και τις μαργαρίνες. Κάθε τρόφιμο που είναι φορέας ακόρεστων λιπαρών έχει θέση σε αυτή τη λογική που συζητάμε. Και στην ελληνική  μεσογειακή διατροφή έχουμε πολλές συνταγές, που είναι φτιαγμένες με ακόρεστα λάδια. Μπορούμε να φτιάξουμε για παράδειγμα κουλουράκια του λαδιού.  

Ένα άτομο φυσιολογικού βάρους έχει τις ίδιες ανάγκες για καλά λιπαρά με έναν υπέρβαρο ή παχύσαρκο;
Οι ανάγκες για καλά λιπαρά είναι οι ίδιες είτε πρόκειται για άτομο φυσιολογικού βάρους είτε για υπέρβαρο ή παχύσαρκο άτομο.

Πόσο αναγκαία είναι τα λιπαρά στη διατροφή των παιδιών;
Οι συστάσεις για την πρόσληψη του λίπους αφορούν όλα τα άτομα που είναι άνω των 2 ετών. 

Είναι πολύ σημαντικό να το τονίσουμε αυτό γιατί έχει επιπτώσεις στην υγεία μας αλλά και γιατί σαν τρόπος διατροφής και σαν τρόπος ζωής γενικότερα είναι κάτι, που θα πρέπει να κατακτήσουμε από τα μικρά μας χρόνια διότι έτσι διαμορφώνεται η φυσιολογία μας, η γεύση μας και οι συνήθειές μας.  

Θα πρέπει οι γονείς τους , να φροντίζουν ωστε να ακολουθούν ειδική διατροφή;
Τα παχύσαρκα παιδιά θα πρέπει να είναι σε κάποιου είδους προσοχή στη διατροφή τους. Να κάνουν ειδική διατροφή.

Οι έφηβοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από ενέργεια, καθώς βρίσκονται στην ανάπτυξη. Ποιες είναι οι ανάγκες για λιπαρά στην εφηβεία, στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, στην εμμηνόπαυση;
Και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε όλες τις φάσεις ζωής του ανθρώπου οι ανάγκες αυτές, οι επιπλέον σε θερμίδες θα πρέπει να παρέχονται από μία ισορροπημένη διατροφή, στην οποία να ισχύει η κατανομή λίπους με τον ίδιο τρόπο, που ισχύει για όλα τα άλλα στάδια της ζωής. Δηλαδή το 30-35 % λίπους, 10 % κορεσμένα κλπ. ισχύει και για αυτούς που χρειάζονται επιπλέον θερμίδες για κάποιο λόγο, είτε επειδή είναι στην ανάπτυξη είτε λόγω εγκυμοσύνης. Δεν χρειάζονται κάτι παραπάνω.

Όσοι αθλούνται έχουν αυξημένες ανάγκες;
Αυτοί που αθλούνται έχουν αυξημένες ανάγκες σε θερμίδες, τις οποίες η σύσταση είναι να τις καταναλώνουν από ένα ισορροπημένο γεύμα. Ο αθλούμενος χρειάζεται επιπλέον 500 θερμίδες, οι οποίες πρέπει να εντάσσονται σε ένα ισορροπημένο τρόπο διατροφής. Δε σημαίνει ότι πρέπει να τις παίρνει από λιπαρά.

Τι πρέπει να προσέχουμε όταν διαβάζουμε τις ετικέτες των τροφίμων όσον αφορά τα λιπαρά;
Με δύο λέξεις: ποσότητα και σύσταση. Θα πρέπει να προσέχουμε αν το τρόφιμο παρέχει πολλά λιπαρά -και δε μιλάμε για  ένα τρόφιμο όπως η μαργαρίνη που προφανώς το παίρνεις για τα λιπαρά του αλλά για ένα τυχαίο τρόφιμο- αλλά θα πρέπει να δούμε και τη σύσταση. Δηλαδή να μην περιέχει κορεσμένα ή τρανς και να περιέχει κυρίως ακόρεστα. Πρέπει να μάθουμε να διαχωρίζουμε τα λιπαρά και να διαβάζουμε και τις συστάσεις.

Θεωρείτε ότι το σύστημα των GDAs θα βοηθήσει στη μείωση των λιπαρών στο γενικό πληθυσμό;
Η απάντηση είναι βεβαίως. Ίσως θα πρέπει να το επαναδιατυπώσουμε: το σύστημα των GDAs  θα βοηθήσει όχι στη μείωση των λιπαρών αλλά στη σωστή επιλογή τους. Όλα αυτά τα συστήματα αυτό το στόχο έχουν: να βοηθήσουν τους καταναλωτές να κάνουν ορθές επιλογές.

Στην επιλογή των τροφίμων είναι σημαντική και η σύσταση αλλά και η μερίδα, η ποσότητα. Είναι ένα θέμα, που αρχίζει και βγαίνει προς τα έξω, το «Portion Size».  Το σύστημα των GDAs μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να βοηθήσει τους καταναλωτές να κάνουν σωστές επιλογές όσον αφορά τόσο τη σύσταση όσο και το μέγεθος της μερίδας.   

Βέβαια η εφαρμογή όλων αυτών των συστημάτων δεν είναι απλή. Θα πρέπει και αυτά να είναι ευδιάκριτα και σωστά διατυπωμένα αλλά και οι καταναλωτές να έχουν μάθει να κάνουν σωστά τις αναγνώσεις.  Αυτό δεν είναι απλό και είναι ευθύνη όχι μόνο του καταναλωτή αλλά όλων μας: και του κράτους και των φορέων να βοηθάμε το καταναλωτικό κοινό να κάνει σωστές επιλογές. Ο καταναλωτής θα πρέπει να εκπαιδεύεται και να είναι σε αυτή τη λογική, του να κάνει ορθές επιλογές με βάση την γνώση και τη συνειδητοποίηση του τι κάνει.

Πιστεύετε ότι τα τελευταία χρόνια ο καταναλωτής έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις όσον αφορά την ποιότητα και τη θρεπτική αξία των τροφίμων που  αγοράζει;
Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια είναι στην ατζέντα όλων μας, και των ακαδημαϊκών και των ιδιωτικών φορέων, να  παρέχεται στον καταναλωτή πληροφορία λεπτομερής είτε με τη μορφή της ετικέτας και της πληροφορίας πάνω στη συσκευασία είτε με τη μορφή της διαφήμισης, των φυλλαδίων, των εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών, της διοργάνωσης ημερίδων κλπ. με στόχο αυτό: να βοηθήσουν τον καταναλωτή να καταλάβει, να μάθει και να επιλέξει σωστά.

Η αλήθεια είναι ότι και οι εταιρίες καταλαβαίνουν ότι ο καταναλωτής έχει απαιτήσεις πληροφόρησης. Έχουν επενδύσει στο να παρέχουν ορθό τρόφιμο και αυτό ακριβώς θέλουν να το πουν στον καταναλωτή. Θέλουν να του πουν ότι: «κοίταξε, αυτό το προϊόν είναι φτιαγμένο με σεβασμό σε κάποιες συστάσεις ορθής διατροφής και μπορεί να σε βοηθήσει σε σχέση με ένα άλλο».
Πιστεύω ότι πάρα πολλά τρόφιμα έχουν φτιαχτεί με τη λογική ότι ο καταναλωτής, που ζητά ένα ορθό τρόφιμο μπορεί να το βρει σε αυτό το νέο προϊόν.  Δηλαδή η διατροφική αξία είναι ένα χαρακτηριστικό, που πλέον ο καταναλωτής επιδιώκει να το βρει.

Ο καταναλωτής πια είναι πιο απαιτητικός από ό,τι ήταν παλιότερα και είναι διατεθειμένος να διαλέξει – ίσως και να πληρώσει καμιά φορά λίγο περισσότερο- εκείνο το τρόφιμο, που συνδυάζει καλά χαρακτηριστικά γεύσης, οσμής, εμφάνισης, δηλαδή αυτά που ονομάζουμε οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, και σωστή διατροφική αξία.

Είμαστε  διατεθειμένοι να επιδιώξουμε καλύτερη ποιότητα ζωής και θέλουμε αυτό να το κάνουμε μέσα από τη διατροφή μας. Και οπωσδήποτε θέλουμε να το κάνουμε όσον αφορά τη διατροφή των παιδιών μας αλλά εκεί είναι και λίγο πιο δύσκολο γιατί τα παιδιά έχουν και μία τάση να επιλέγουν τρόφιμα, που δεν είναι ορθά και πρέπει οι γονείς με πολύ μεγάλη προσοχή, επιμονή και σωστό τρόπο να βοηθάμε ένα παιδί να μαθαίνει.

Πρόσφατα συμμετείχατε στην ημερίδα με τίτλο  «Λιπαρά, Διατροφή και Καρδιαγγειακά Νοσήματα - Οι νέες εξελίξεις στα απαραίτητα λιπαρά οξέα», που διοργάνωσε το Γεωπονικό και το Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με το Νοσοκομείο Αττικόν. Στην ομιλία σας παρουσιάσατε συμπεράσματα από το πρόσφατο Παγκόσμιο Συνέδριο στη Βαρκελώνη, το οποίο ανέδειξε την ανάγκη  βελτίωσης της ποιότητας των λιπαρών που προσλαμβάνουμε μέσα  από τη διατροφή μας. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.  
Η ημερίδα έγινε στα πλαίσια αυτής της ενημέρωσης και της προσπάθειας, να μαθαίνει ο καταναλωτής τι είναι σωστό και πώς μεταβάλλεται ο λόγος για την ορθή διατροφή.

Η ομιλία μου στην ημερίδα παρουσίασε τη σημασία της ποιότητας του λίπους στην υγεία, όπως αυτή περιγράφεται στο Summary Statement of the International Expert Meeting “Health Significance of Fat Quality of the Diet”. Πρόκειται για τα συμπεράσματα του Παγκοσμίου Συνεδρίου, που έγινε πριν από ένα μήνα στη Βαρκελώνη. Ήταν μία κλειστή συνάντηση με ειδικούς πάνω στα θέματα διατροφής από όλο τον κόσμο. Συνολικά συμμετείχαν περίπου 30 άτομα. Είχε στόχο να εκφραστούν αυτές οι νέες αντιλήψεις που δίνουν έμφαση στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά τα λιπαρά.

Δεν είναι ότι ξεχνάμε το θέμα της ποσότητας. Απλώς λέμε το εξής: «Μέχρι τώρα σας λέγαμε η ποσότητα των λιπαρών είναι ένα θέμα, τώρα σας λέμε ότι στη συγκεκριμένη  ποσότητα η ποιότητα των λιπαρών είναι αυτό που θα πρέπει να σας απασχολεί.»

Σε αυτή τη συνάντηση, που ήταν κάτω από την ομπρέλα της Διεθνούς Ένωσης Επιστημών Διατροφής  (Ιnternational Union of Nutriotional Sciences), επαναδιατυπώθηκε η εξής βασική αρχή: ποιότητα και όχι μόνο ποσότητα. Τέθηκαν αυτά τα ποσοστά, όπως τα αναφέραμε και συζητήθηκαν τα τρόφιμα που φέρουν τα καλά ή τα κακά λιπαρά. Ωστόσο διαπιστώθηκε ότι υπάρχει διεθνώς ένα έλλειμμα στην κατανόηση αυτών των εννοιών από τον καταναλωτή και επομένως είναι πολύ σημαντικό και οι ακαδημαϊκοί φορείς και η βιομηχανία να βοηθήσουν τον καταναλωτή να συλλάβει αυτές τις έννοιες και να τις εφαρμόζει στην καθημερινή του ζωή ώστε να έχει μία καλύτερη υγεία.

Σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται ότι δεν είναι εύκολο να καταλάβει ένας καταναλωτής τι είναι κορεσμένο, τι είναι ακόρεστο, τι είναι ω 3, τι είναι ω 6. Αν ρωτήσουμε τι είναι τα ω 3, αν είναι λιπαρά ή όχι, ένα μεγάλο ποσοστό καταναλωτών δεν ξέρουν, νομίζουν ότι είναι βιταμίνη ας πούμε.

Σε αυτούς τους άξονες κινήθηκε αυτή η συζήτηση που έγινε τον προηγούμενο μήνα. Ότι οι νέες συστάσεις δίνουν έμφαση στην ποιότητα και βάζουν λίγο στην άκρη το κεκτημένο της έννοιας της ποσότητας, προκρίνουν κάποια τρόφιμα, που είναι φορείς καλών λιπαρών και  επισημαίνουν κάποια άλλα, που είναι φορείς κακών λιπαρών, και εφιστούν την προσοχή στο  έλλειμμα στην κατανόηση, το οποίο πρέπει να καλυφθεί και στο πλαίσιο αυτό, έγινε και η ημερίδα με τίτλο: «Λιπαρά, Διατροφή και Καρδιαγγειακά Νοσήματα», στην Αθήνα.

×

×