Διαβήτης

Σωτήριο το επιπλέον βάρος για τους διαβητικούς;

22 Νοεμβρίου 2012
3 λεπτά να διαβαστεί

Αυτό που γνωρίζαμε εδώ και πολλά χρόνια σχετικά με την διατροφική αγωγή του ασθενούς με σακχαρώδη διαβήτη, ήταν ότι προτεραιότητά μας ήταν να τροποποιήσουμε την διατροφική συμπεριφορά του ασθενούς, συμβάλλοντας στην μείωση της ενεργειακής πρόσληψης, όπου υπήρχε ανάγκη. Ο στόχος ήταν η βελτίωση των τιμών της γλυκόζης, η βελτίωση της δυσλιπιδαιμίας και της υπέρτασης, καθώς ο διαβήτης συμβάλλει αρνητικά στην νοσηρότητα και τη θνησιμότητα που σχετίζεται με τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Η βελτίωση στον έλεγχο του διαβήτη, έχει αποδοθεί στην μείωση της ενεργειακής πρόσληψης και στην μέτρια απώλεια βάρους (4,5-9 κιλά), ακόμη κι αν δεν επιτευχθεί τελικώς ένα υγιές βάρος. Και αυτό διότι οι τιμές πλάσματος γλυκόζης νηστείας διατηρούνται σε μικρότερα επίπεδα και επιτυγχάνεται ένα καλύτερο ρυθμιστικό αποτέλεσμα στον έλεγχ;o τους με τον ενεργειακό περιορισμό. Η μείωση της προσλαμβανόμενης ενέργειας και η αύξηση της ενεργειακής δαπάνης, μέσω της σωματικής δραστηριότητας, βοηθά επιπρόσθετα στη μακροχρόνια διατήρηση της όποιας απώλειας βάρους έχει επιτευχθεί, η οποία συμβάλλει με την σειρά της στη μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας.

Mετά από τόσες μελέτες που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω εδώ και χρόνια, έρχεται να «ταράξει τα νερά» το εξής παράδοξο: Πρόσφατες ανακοινώσεις ερευνών από τουλάχιστον δέκα χρόνια μετα-αναλύσεων σε διαβητικούς ασθενείς, υποστηρίζουν τα εντελώς αντίθετα από όσα γνωρίζαμε. Ότι οι διαβητικοί ασθενείς φυσιολογικού βάρους έχουν διπλάσιο κίνδυνο για θνησιμότητα που σχετίζεται με καρδιαγγειακά νοσήματα και μεγαλύτερο από διπλάσιο κίνδυνο για θνησιμότητα που δεν σχετίζεται με καρδιαγγειακά νοσήματα, από τους αντίστοιχους διαβητικούς ασθενείς με υπερβάλλον βάρος.

Όπως είναι προφανές, τα παραπάνω αποτελέσματα των αναλύσεων αποτελούν ένα παράδοξο σε σχέση με όσα μέχρι τώρα γνωρίζαμε στην επιστημονική κοινότητα. Οι επιστήμονες που ερευνούν τα παραπάνω αποτελέσματα, υποστηρίζουν ότι οι μηχανισμοί που μπορούν να εξηγήσουν επακριβώς το συγκεκριμένο παράδοξο, δεν είναι ακόμα πλήρως αποσαφηνισμένοι. Ωστόσο, προηγούμενες μελέτες σε διαβητικούς ασθενείς με φυσιολογικό βάρος, υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν διαφορετικό γενετικό προφίλ από τους αντίστοιχους υπέρβαρους ασθενείς. Και οι γενετικές αυτές διαφορές που τους ξεχωρίζουν, μπορεί να ευθύνονται και για την πιθανότητα εμφάνισης και άλλων ασθενειών, κάνοντας τους ασθενείς με φυσιολογικό βάρος να έχουν γενετικά μεγαλύτερη προδιάθεση στη θνησιμότητα! Τα αποτελέσματα αυτά σχετίζονται θετικά ακόμη περισσότερο σε πληθυσμιακές ομάδες που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη, όπως οι ηλικιωμένοι. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι το αντίστοιχο παράδοξο που περιγράφουμε εδώ, έχει επισημανθεί και για άλλες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένης της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας και προβλημάτων με το συκώτι.

Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε ότι η έκβαση των ασθενών που ήταν υπέρβαροι και έπασχαν από τις συγκεκριμένες ασθένειες ήταν καλύτερη από τους αντίστοιχους αδύνατους ασθενείς. Ωστόσο, όσον αφορά τις έρευνες που μελέτησαν το παράδοξο αυτό σε σχέση με το διαβήτη, κάποιες από αυτές βρήκαν ότι μεγαλύτερος κίνδυνος θνησιμότητας παρουσιάστηκε σε ασθενείς που προσφάτως διαγνώσθηκαν με διαβήτη και είναι αδύνατοι ή που έχασαν βάρος μετά τη διάγνωσή τους. Οι συμμετέχοντες βέβαια σε μία από τις έρευνες αυτές είχαν εμφανίσει καρδιαγγειακά νοσήματα πριν την εμφάνιση του διαβήτη, κάτι που αποτελεί περιορισμό στα αποτελέσματα της έρευνας.

Σε μια πολύ πρόσφατη μελέτη, ο Carnethon και οι συνεργάτες του, προσπάθησαν να αναλύσουν τη σχέση ανάμεσα στο βάρος του ασθενούς και τη θνησιμότητα, σε διαβητικούς ασθενείς που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί. Για τον λόγο αυτό, ανέλυσε πέντε μεγάλες προοπτικές μελέτες οι οποίες έλαβαν μέρος σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από το 1979 έως το 2011, και στις οποίες έλαβαν μέρος 2625 διαβητικοί ασθενείς. Ο πληθυσμός της έρευνας συμπεριέλαβε άντρες και γυναίκες πάνω από 40 ετών με γλυκόζη νηστείας >126mg/dl ή που μόλις είχαν αρχίσει αντιδιαβητική αγωγή. Περίπου το 12% των συνολικών συμμετεχόντων είχε φυσιολογικό βάρος (ΒΜΙ 18,5-24,99 kg/m2) τη στιγμή της διάγνωσης του διαβήτη. Κατά την διάρκεια του επανελέγχου της έρευνας, είχαν πεθάνει 449 ασθενείς, από καρδιαγγειακά νοσήματα αλλά και από άλλες αιτίες, από τους οποίους οι ασθενείς φυσιολογικού βάρους αποτελούσαν μεγαλύτερο ποσοστό από τους αντίστοιχους ασθενείς με υπερβάλλον βάρος.

Αυτό το παράδοξο αποτέλεσμα ωστόσο, έχει αρκετούς περιορισμούς, ως προς την γενίκευσή του. Και αυτό διότι οι καπνιστικές συνήθειες των ασθενών κατά την διάρκεια της έρευνας, δεν ελήφθησαν υπόψη. Επιπλέον, οι επιστήμονες δεν μπορούν να εξηγήσουν τους ακριβείς λόγους, ιατρικούς ή όχι, για τους οποίους η θνησιμότητα είναι μεγάλη στα άτομα με φυσιολογικό βάρος. Τέλος, οι επιστήμονες δεν ανέλυσαν το πώς η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συνεισφέρει στην έκβαση της ασθένειας, στις περιπτώσεις των νεοδιαγνωσμένων διαβητικών ασθενών.

Είναι πολύ σημαντικό καταλήγοντας, να επισημανθεί, η αναγκαιότητα της έγκαιρης πρόληψης, σε σχέση με την αντιμετώπιση του διαβητικού ασθενή. Και η σκόπιμη απώλεια βάρους στον διαβήτη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, ειδικά σε ασθενείς που έχουν μεταβολικά διαταραγμένο προφίλ, ανεξάρτητα αν παράλληλα το βάρος τους είναι φυσιολογικό κατά τη στιγμή της διάγνωσής τους και αντιλαμβάνονται εξαιτίας αυτού λανθασμένα τη σωστή διαχείριση και αντιμετώπιση της ασθένειάς τους σε σχέση με το βάρος τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Carnethon MR, et al "Association of weight status with mortality in adults with incident diabetes" JAMA 2012; 308: 581-590.

Florez H, Castillo-Florez S "Beyond the obesity paradox in diabetes. Fitness, fatness, and mortality" JAMA 2012; 308: 619-620.

UK Prospective Diabetes study 7. response of fasting plasma glucose to diet therapy in newly presenting type II diabetic patients, UKPDS Group. Metabolism 1990; 39 (9): 905-12

Markovic TP, Jentiks AB, Campbell LV, Furler SM et al. The determinants of glycemic response to diet restriction and weight loss in obesity and NIDM. Diabetes Care 1998; 21 (5): 687-94

  • Ηλιάνα Ηλιοπούλου
    Ηλιάνα Ηλιοπούλου Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, M.Sc.

    Η Ηλιοπούλου Ηλιάνα είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, με επιπλέον μεταπτυχιακή εξειδίκευση (M.Sc) στην κλινική διαιτολογία. Εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας στο δικό της γραφείο στο Περιστέρι παρέχοντας διατροφική υποστήριξη σε υγιείς αλλά και σε ασθενείς, ενώ παράλληλα συμμετέχει και σε διάφορες δράσεις ως συνεργάτης του Mednutrition.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.