748
Παθήσεις Πεπτικού

Ελκώδης κολίτιδα

23 Φεβρουαρίου 2010
της Παναγιώτας Βασιανοπούλου

Η ελκώδης κολίτιδα είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος η οποία προσβάλλει το βλεννογόνο του παχέος εντέρου. Η φλεγμονή σχεδόν πάντα αφορά το ορθό και το περιφερικό τμήμα του εντέρου αλλά μπορεί να προσβάλλει και ολόκληρο το παχύ έντερο.

Η εκδήλωση της ελκώδους κολίτιδος φαίνεται να επηρεάζεται από δύο παράγοντες: τη γενετική προδιάθεση (τείνει να προσβάλλει μέλη της ίδιας οικογένειας) και την επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων (π.χ. μικρόβια, κλιματολογικές συνθήκες, διατροφή, κάπνισμα). Η ελκώδης κολίτιδα είναι περισσότερο συχνή σε πληθυσμούς που ζουν στα βόρεια κλίματα και σε αναπτυγμένες χώρες, όπως η Β. Αμερική, η Μ. Βρετανία και η Σκανδιναβία, συγκριτικά με αυτούς που ζουν σε νότια κλίματα ή σε αναπτυσσόμενες χώρες. Προσβάλλει το ίδιο συχνά τα δύο φύλα και αφορά κατ’ εξοχήν νέα άτομα αφού η συνήθης ηλικία εμφάνισης της νόσου είναι μεταξύ 15 και 30 ετών.

Ανάλογα με την έκταση του προσβεβλημένου παχέος εντέρου η ελκώδης κολίτιδα χαρακτηρίζεται ως:

  • Ελκώδης ορθίτιδα: Η νόσος περιορίζεται στο ορθό
  • Αριστερή κολίτιδα: Η νόσος περιορίζεται στο τμήμα του παχέος εντέρου που βρίσκεται περιφερικά της σπληνικής καμπής.
  • Εκτεταμένη κολίτιδα: Η νόσος εκτείνεται πέραν της σπληνικής καμπής και μπορεί να φθάνει μέχρι το τυφλό (πανκολίτις).

Κλινικές εκδηλώσεις

Η ελκώδης κολίτιδα εκδηλώνεται με συμπτώματα και σημεία που η σοβαρότητά τους ποικίλλει. Για θεραπευτικούς και προγνωστικούς λόγους η νόσος διακρίνεται σε ήπια, μέσης βαρύτητας και σοβαρή. Ο όρος έξαρση χρησιμοποιείται για να περιγράψει περιόδους κατά τις οποίες η νόσος γίνεται ενεργός, ενώ ο όρος ύφεση χρησιμοποιείται για να περιγράψει περιόδους ηρεμίας (χωρίς συμπτώματα ή σημεία φλεγμονής.)

Ήπια νόσος: Οι αθενείς με ήπια νόσο παρουσιάζουν  διαλείπουσα αποβολή αίματος από το ορθό που συνοδεύεται από αποβολή βλέννης και ήπια  διάρροια με λιγότερες από 4, μικρές σε όγκο, κενώσεις. Ελαφρό κωλικοειδές κοιλιακό άλγος, τεινεσμός και περιόδοι με δυσκοιλιότητα αποτελούν επίσης συχνά συμπτώματα.

Μέσης βαρύτητας νόσος: Η μέσης βαρύτητας νόσος χαρακτηρίζεται από την παρουσία 4-10 διαρροϊκών κενώσεων ημερησίως, που στην πλειονότητά τους περιέχουν αίμα. Μπορεί να συνυπάρχει κωλικοειδές κοιλιακό άλγος που συνήθως υφίεται με την αφόδευση, καθώς και συστηματικά συμπτώματα, όπως χαμηλή πυρετική κίνηση, κόπωση, ανορεξία και απώλεια βάρους.

Σοβαρή νόσος: Οι ασθενείς με σοβαρή νόσο έχουν συνήθως εκτεταμένη προσβολή του παχέος εντέρου που συχνά αφορά όλο το παχύ έντερο. Οι ασθενείς αυτοί έχουν περισσότερες από 10 διαρροϊκές κενώσεις την ημέρα, συνοδευόμενες από σοβαρό κοιλιακό άλγος, πυρετό, αφυδάτωση και σημαντική αιμορραγία που συχνά απαιτεί μετάγγιση.

Εξωεντερικές εκδηλώσεις

Οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα μπορεί να αναπτύξουν φλεγμονή και σε άλλα όργανα πέραν του παχέος εντέρου. Διακρίνονται δύο κατηγορίες εξωεντερικών εκδηλώσεων: αυτές των οποίων η κλινική ενεργότητα ακολουθεί την έξαρση της εντερικής νόσου και αυτές των οποίων η κλινική ενεργότητα είναι ανεξάρτητη της ενεργότητας της εντερικής νόσου. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνεται η φλεγμονή των μεγάλων αρθρώσεων (αρθρίτιδα), των οφθαλμών (επισκληρίτιδα και ραγοειδίτιδα) και του δέρματος (γαγγραινώδες πυόδερμα και οζώδες ερύθημα). Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται η αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα και η πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειίτιδα (φλεγμονή των χοληφόρων που προσβάλλει το 5% περίπου των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα)

Διάγνωση

Η λήψη λεπτομερούς ιστορικού και η φυσική εξέταση επιτρέπουν την ορθή αξιολόγηση των συμπτωμάτων και θέτουν ισχυρά την υπόνοια της νόσου. Η διάγνωση τίθεται με ορθοσιγμοειδοσκόπηση και ιστολογική εξέταση των βιοψιών του εντερικού βλεννογόνου. Η διενέργεια κολονοσκόπησης επιτρέπει τον καθορισμό της έκτασης της προσβολής του παχέος εντέρου.

Επιπρόσθετα, η διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων και εξετάσεων κοπράνων συμβάλλει σημαντικά τόσο στη διάγνωση της νόσου όσο και στον αποκλεισμό άλλων αιτίων κολίτιδας όπως η νόσος του Crohn, οι λοιμώδεις κολίτιδες, η φαρμακευτική κολίτιδα και η ισχαιμία του εντέρου.

Θεραπεία

Η θεραπεία της ελκώδους κολίτιδας εξαρτάται από την έκταση και τη σοβαρότητα της νόσου. Ο στόχος της θεραπείας είναι αρχικά η επίτευξη της ύφεσης, με ανακούφιση των συμπτωμάτων και επούλωση των βλαβών του βλεννογόνου και στη συνέχεια η αποφυγή ή η επιβράδυνση της εμφάνισης υποτροπών.

Ορθίτιδα και ορθοσιγμοειδίτιδα: Η ορθίτιδα και η ορθοσιγμοειδίτιδα αντιμετωπίζονται συνήθως με τη χορήγηση φαρμάκων (σαλικυλικά, κορτικοστεροειδή) που δίδονται με τη μορφή υποκλυσμών ή με τη μορφή υποθέτων και αφρών. Τα υπόθετα και ο αφρός είναι αποτελεσματικά για τις αλλοιώσεις που περιορίζονται στο ορθό και στο κατώτερο σιγμοειδές ενώ οι υποκλυσμοί μπορούν να δράσουν θεραπευτικά στη νόσο που εκτείνεται μέχρι την σπληνική καμπή.

Για ορισμένους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία απαιτείται η από του στόματος χορήγηση σαλικυλικών (5-ASA), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η χορήγηση κορτικοστεροειδών. Η ανωτέρω αγωγή επιφέρει συνήθως βελτίωση μετά από τρεις εβδομάδες θεραπείας, οδηγεί σε ύφεση το 90% των ασθενών και εξασφαλίζει μακρά ύφεση σε ποσοστό 70% των ασθενών. Έχει προταθεί η μακρόχρονη χορήγηση 5-ASA για τη συντήρηση της ύφεσης αν και συχνά είναι δυνατή η σταδιακή ελάττωση της δόσης.

Εκτεταμένη νόσος και πανκολίτις: Στις περιπτώσεις που η φλεγμονή εκτείνεται πέραν του σιγμοειδούς (εκτεταμένη νόσος ή πανκολίτις) απαιτείται η από του στόματος θεραπεία με σαλικυλικά (5-ASA). Σε ασθενείς με μέσης βαρύτητας ή σοβαρά συμπτώματα απαιτείται η χορήγηση κορτικοστεροειδών είτε από το στόμα  είτε ενδοφλέβια. Μετά την επίτευξη της ύφεσης οι ασθενείς συνεχίζουν την αγωγή με 5-ASA από το στόμα.

Ανθεκτική ελκώδης κολίτιδα: Έτσι ορίζεται η νόσος η οποία δεν ανταποκρίνεται στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή ή απαιτεί τη συνεχή χορήγηση κορτικοστεροειδών για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Οι ασθενείς με ανθεκτική ελκώδη κολίτιδα πρέπει να αντιμετωπίζονται με φάρμακα τα οποία καταστέλλουν αποτελεσματικά το ανοσοποιητικό σύστημα (αζαθειοπρίνη, 6-μερκαπτοπουρίνη). Τα τελευταία χρόνια, προστέθηκαν στη θεραπευτική φαρέτρα οι βιολογικοί παράγοντες οι οποίοι αναστέλλουν συγκεκριμένους μεσολαβητές της φλεγμονής ( παράγων νέκρωσης του όγκου – TNFa) και επιτυγχάνουν την ύφεση σε πολλούς ασθενείς με ανθεκτική νόσο που δεν έχουν ανταποκριθεί στα ανοσοκατασταλτικά. 

Στις περιπτώσεις που η φαρμακευτική αγωγή αποτυγχάνει να οδηγήσει τη νόσο σε ύφεση ή παρουσιάζονται επιπλοκές, απαιτείται κολεκτομή (χειρουργική αφαίρεση του παχέος εντέρου).

Ο ρόλος της διατροφής 

Η μόνη διαιτητική πρακτική που πρέπει να ακολουθείται από τους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα είναι η υιοθέτηση μιας καλά ισορροπημένης διατροφής, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν τροφές που να ενοχοποιούνται για την πρόκληση της νόσου ή κάποιες που να βοηθούν στη διατήρηση της ύφεσης. Παρά ταύτα, μερικοί ασθενείς υποστηρίζουν ότι κάποιες τροφές (αλκοόλ, καφές, τσάι, φρούτα και χυμοί φρούτων, ανθρακούχα, τηγανιτά και λιπαρά) επιδεινώνουν τα συμπτώματά τους και επομένως είναι λογικό να αποφεύγουν αυτές τις τροφές. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς με κοιλιακό άλγος και διάρροια, ίσως ανακουφιστούν από την αποφυγή φρέσκων φρούτων και λαχανικών, καφεΐνης, αναψυκτικών και προϊόντων που περιέχουν σορβιτόλη (τεχνητή ζάχαρη η οποία συνήθως χρησιμοποιείται στα γλυκά χωρίς ζάχαρη).

Επιπλοκές

Η ελκώδης κολίτιδα μπορεί να σχετίζεται με σοβαρές και μερικές φορές απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές: στένωση του ορθού, αιμορραγία, τοξικό μεγάκολο.

Στένωση: Ένα μικρό ποσοστό ασθενών με ελκώδη κολίτιδα παρουσιάζει στένωση του ορθού, λόγω επαναλαμβανόμενων επεισοδίων έξαρσης της νόσου, η οποία μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα απόφραξης του παχέος εντέρου.
Αιμορραγία: Οι περισσότεροι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα παρουσιάζουν κάποιου βαθμού αιμορραγία από το ορθό. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, η η νόσος μπορεί να επιπλακεί με μαζική αιμορραγία. Η αντιμετώπιση είναι αρχικά συντηρητική με μεταγγίσεις αίματος ενώ αν δεν ελεγχθεί η αιμορραγία ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο για επείγουσα κολεκτομή.
Τοξικό μεγάκολο: Το τοξικό μεγάκολο είναι μία από τις σοβαρότερες επιπλοκές των ασθενών με σοβαρή ελκώδη κολίτιδα. Χαρακτηρίζεται από διάταση του παχέος εντέρου με λέπτυνση και ευθρυπτότητα των τοιχωμάτων του. Συχνά, σε ποσοστό έως και 35%, μπορεί να επιπλακεί με ρήξη (διάτρηση). Στις περιπτώσεις που  η διάταση του εντέρου δεν υποχωρήσει με φαρμακευτική αγωγή εντός 72 ωρών προτείνεται χειρουργική αντιμετώπιση.

Καρκίνος παχέος εντέρου και ελκώδης κολίτιδα

Οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου. Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου σχετίζεται τόσο με τη διάρκεια όσο και με την έκταση της νόσου.

Στους ασθενείς με νόσο που εκτείνεται κεντρικότερα της σπληνικής καμπής, η επίπτωση του καρκίνου του παχέος εντέρου αρχίζει να αυξάνεται, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, 7-8 χρόνια μετά την έναρξη της νόσου. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου είναι 0,5% για κάθε έτος μετά από τα 7-8 χρόνια νόσου. Σε ασθενείς με αριστερή κολίτιδα ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου αρχίζει να αυξάνει περίπου 15-20 χρόνια μετά την έναρξη της νόσου.
Αντίθετα, οι ασθενείς με ορθίτιδα ή ορθοσιγμοειδίτιδα παρουσιάζουν πολύ μικρή αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου ανεξάρτητα από τη διάρκεια της νόσου.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου συνήθως αναπτύσσεται από προκαρκινωματώδεις αλλαγές (δυσπλασία)  του βλεννογόνου του παχέος εντέρου  οι οποίες μπορούν να ανιχνευτούν με κολονοσκόπηση. Όσον αφορά το πρόγραμμα παρακολούθησης με κολονοσκόπηση για πρόληψη της ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου, υπάρχουν αρκετές κατευθυντήριες οδηγίες. Σε γενικές γραμμές, προτείνεται κολονοσκόπηση 8-10 χρόνια μετά την έναρξη των συμπτωμάτων σε ασθενείς με πανκολίτιδα και μετά από 12 χρόνια σε ασθενείς με αριστερή κολίτιδα. Στη συνέχεια, η κολονοσκόπηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε έτος. Στην περίπτωση ανεύρεσης προχωρημένης προκαρκινωματώδους αλλαγής ή καρκίνου προτείνεται η χειρουργική αφαίρεση του παχέος εντέρου.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & Διατροφή, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ/ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2009, Τεύχος 40. Σελ. 14-17

  • Παναγιώτα Βασιανοπούλου Ειδικευόμενη Γαστρεντερολόγος
×

×