Επιστημονικά Νέα

Global Burden of Disease Study 2017: Ποια η επίπτωση μιας «χαμηλής ποιότητας» διατροφής στην υγεία παγκοσμίως;

10 Ιουνίου 2019
1191 Προβολές
2 λεπτά να διαβαστεί
global-burden-of-disease-study-2017

Η συσχέτιση της διατροφής με την υγεία και την εμφάνιση ασθενειών είναι γνωστή εδώ και χρόνια, ενώ νέες μελέτες με καλύτερο σχεδιασμό το επιβεβαιώνουν διαρκώς. Οι περισσότερες εξ αυτών επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, συνήθως μία χώρα ή τμήμα αυτής, και τα αποτελέσματα χρησιμοποιούνται για την δημιουργία κατευθυντήριων οδηγιών για τη χώρα αυτή. Ωστόσο, λόγω των διαφορετικών διατροφικών συνηθειών ανά χώρα, δεν έχει καταστεί εφικτή η αξιολόγηση και «ποσοτικοποίηση» της επίπτωσης μιας διατροφής «χαμηλής ποιότητας» στην εμφάνιση ασθενειών σε παγκόσμιο επίπεδο. Προκειμένου να βρουν απαντήσεις στην επίπτωση της διατροφής στην εμφάνιση ασθενειών παγκοσμίως, οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα – διατροφικά και μη – από 195 χώρες.

Πώς σχεδιάστηκε η μελέτη;

Οι ερευνητές ανασκόπησαν τη βιβλιογραφία και πληθώρα άλλων πηγών για αντιπροσωπευτικές διατροφικές μελέτες χωρών που παρείχαν δεδομένα για 15 διατροφικούς παράγοντες που σχετίζονται με ασθένειες. Οι παράγοντες αυτοί είναι:

  • Δίαιτα χαμηλή σε φρούτα (<250 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε λαχανικά (<360 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε όσπρια (<60 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε προϊόντα ολικής άλεσης (<125 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε ξηρούς καρπούς (<21 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε γάλα (<435 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα υψηλή σε κόκκινο κρέας (>23 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα υψηλή σε επεξεργασμένο κρέας (>2 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα υψηλή σε ροφήματα με ζάχαρη (>3 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε φυτικές ίνες (<24 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε ασβέστιο (<1.25 γραμμάρια/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα (<250 mg/ημέρα)
  • Δίαιτα χαμηλή σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (<11% της συνολικής καθημερινής ενεργειακής πρόσληψης)
  • Δίαιτα υψηλή σε υδρογονωμένα λιπαρά οξέα (>0.5% της συνολικής καθημερινής ενεργειακής πρόσληψης)
  • Δίαιτα υψηλή σε νάτριο (>3 γραμμάρια/ημέρα)

Το όριο που ετέθη για κάθε διατροφικό παράγοντα αποτελεί τον «ιδανικό στόχο», δηλαδή την ποσότητα που σχετίζεται με το μικρότερο κίνδυνο θνησιμότητας.

Παρότι τα δεδομένα προέρχονταν για κάθε χώρα από διαφορετικές πηγές και ο κίνδυνος μεροληψίας ήταν υψηλός, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν συγκεκριμένες μεθόδους ανάλυσης σε κάθε σετ δεδομένων και «διόρθωσαν» για παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, η χώρα και το έτος συλλογής δεδομένων. Οι ερευνητές συσχέτισαν τα δεδομένα αυτά με τη θνησιμότητα και τα προσαρμοσμένα στην ανικανότητα ή αναπηρία έτη ζωής (DALYs).

Τι έδειξαν τα αποτελέσματα;

Παγκοσμίως, η κατανάλωση των λεγόμενων «καλών» τροφών ήταν χαμηλή

Η μέση κατανάλωση καρπών ήταν μόλις στο 12% της ιδανικής πρόσληψης (μέση κατανάλωση 3 γραμμάρια/ημέρα), του γάλακτος στο 16% (μέση κατανάλωση 71 γραμμάρια/ημέρα) και των προϊόντων ολικής άλεσης στο 23% (μέση κατανάλωση 29 γραμμάρια/ημέρα). Αντιθέτως, η κατανάλωση ζαχαρούχων ροφημάτων ήταν 25 φορές μεγαλύτερη από την ιδανική (μέση κατανάλωση 49 γραμμάρια/ημέρα) και η κατανάλωση επεξεργασμένου κρέατος σχεδόν διπλάσια (μέση κατανάλωση 4 γραμμάρια/ημέρα). Η χαμηλή κατανάλωση όλων των «καλών» τροφών και η υψηλή κατανάλωση των «λιγότερο καλών» τροφών ήταν εμφανής σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές του κόσμου με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Το 2017 το 22% των θανάτων και το 15% των DALYs σχετίζονταν με τη διατροφή. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα ήταν στην κορυφή της λίστας των ασθενειών, με 10 εκατομμύρια θανάτους, ενώ ακολούθησαν ο καρκίνος (913.000 θάνατοι) και ο διαβήτης (339.000 θάνατοι). Η περιοχή με τα υψηλότερα ποσοστά θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα ήταν η κεντρική Ασία, ενώ για καρκίνο η Ανατολική Ασία και για διαβήτη η Αυστραλία.

Συνδυάζοντας τα δεδομένα για διατροφικούς παράγοντες και θανάτους από νοσήματα, προκύπτουν τα εξής:

  • Η υψηλή κατανάλωση νατρίου σχετίζεται με σχεδόν 3 εκατομμύρια θανάτους
  • Η χαμηλή κατανάλωση προϊόντων ολικής άλεσης σχετίζεται με σχεδόν 3 εκατομμύρια θανάτους
  • Η χαμηλή κατανάλωση φρούτων σχετίζεται με σχεδόν 2 εκατομμύρια θανάτους
  • Η υψηλή κατανάλωση υδρογονωμένων λιπαρών, επεξεργασμένου και κόκκινου κρέατος αλλά και η κατανάλωση ζαχαρούχων ροφημάτων έχουν πολύ μικρότερη επίδραση από τα παραπάνω!

Διαφορές, τέλος, με βάση το οικονομικό επίπεδο κάθε χώρας προέκυψαν στην επίπτωση θανάτου από κάποιο νόσημα. Οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες είχαν υψηλότερα ποσοστά θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη ενώ οι ανεπτυγμένες υψηλότερα ποσοστά θανάτων από καρκίνο. Οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες είχαν υψηλότερα ποσοστά θανάτων από νοσήματα που σχετίζονται με χαμηλή κατανάλωση προϊόντων ολικής άλεσης ενώ οι ανεπτυγμένες υψηλότερα ποσοστά θανάτων από νοσήματα που σχετίζονται με την υψηλή κατανάλωση νατρίου.

Τι να κρατήσουμε από αυτή τη μελέτη;

Η μη ιδανική πρόσληψη τριών διατροφικών παραγόντων – και ίσως όχι αυτοί που κάποιος θα φανταζόταν – σχετίστηκαν με πάνω από το 50% όλων των θανάτων που σχετίζονται με διατροφή. Αν και η μείωση του αλατιού, της ζάχαρης και των λιπαρών είναι οι κύροι στόχοι διατροφικής πολιτικής για την υγεία του πληθυσμού, η μελέτη αυτή έδειξε ότι υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά της διατροφής που προκαλούν ασθένεια (όπως η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και προϊόντων ολικής άλεσης).

Μήπως ήρθε η ώρα να εστιάσουμε και στα τρόφιμα που πρέπει να τρώμε περισσότερο και όχι μόνο σε αυτά που πρέπει να αποφεύγουμε;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

GBD 2017 Diet Collaborators. Health effects of dietary risks in 195 countries, 1990–2017: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2017. Lancet 2019; 393: 1958–7. doi:10.1016/S0140-6736(19)30041-8

  • Γεώργιος Σαλταούρας
    Γεώργιος Σαλταούρας Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, PhD-c, ANutr

    Ο Γιώργος Σαλταούρας είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Oxford Brookes στον τομέα της Διατροφής και Αγωγής Υγείας και μέλος του Βρετανικού Συλλόγου Διατροφολόγων. Διδάσκει στο ίδιο Πανεπιστήμιο ενώ παράλληλα αρθρογραφεί για το medNutrition από το 2013.α