Εισαγωγή
Η οστεοπόρωση και η οστεοπενία προκαλούν σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Εκτιμάται ότι μία στις τρεις γυναίκες και ένας στους πέντε άνδρες άνω των 50 ετών θα υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα. Καθώς οι φυτικές δίαιτες (plant-based diets - PBD) υιοθετούνται όλο και περισσότερο παγκοσμίως –με περίπου 12% του πληθυσμού της Αυστραλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου να ακολουθεί χορτοφαγική ή ημισαρκοφάγο διατροφή– εγείρονται ερωτήματα για την επάρκειά τους σε βασικά θρεπτικά συστατικά όπως η πρωτεΐνη και το ασβέστιο, τα οποία είναι κρίσιμα για τη μυϊκή μάζα και την υγεία των οστών.
H διατήρηση επαρκούς οστικής πυκνότητας (BMD) μειώνει τον κίνδυνο καταγμάτων, τα οποία αποτελούν σημαντική αιτία αναπηρίας και θνησιμότητας. Επομένως, οι διατροφικές παρεμβάσεις πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στην απώλεια βάρους, αλλά και στη διατήρηση της μυϊκής μάζας και της οστικής πυκνότητας για βέλτιστη μεταβολική υγεία και λειτουργικότητα.
Η ποιότητα της πρωτεΐνης, η βιοδιαθεσιμότητα του ασβεστίου και η συνολική απορρόφηση θρεπτικών συστατικών είναι κρίσιμοι παράγοντες. Οι φυτικές πρωτεΐνες, αν και επαρκείς σε ποσότητα για να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες, είναι λιγότερο εύπεπτες και περιέχουν λιγότερα απαραίτητα αμινοξέα συγκριτικά με τις ζωικές. Η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης και ασβεστίου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης και σαρκοπενίας.
Σκοπός
Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών φυτικής διατροφής και της σύνθεσης σώματος, του βάρους και της οστικής πυκνότητας. Παρέχει νέα πληθυσμιακά δεδομένα από ένα στοχευμένο δείγμα ατόμων που ήδη ακολουθούν PBD, φωτίζοντας τόσο τους πιθανούς κινδύνους όσο και τα οφέλη για την υγεία των οστών και της σωματικής διάπλασης.
Μέθοδοι
Σχεδιασμός μελέτης και συμμετέχοντες
Η μελέτη ήταν εγκάρσια και διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο του Newcastle (Αυστραλία) μεταξύ Νοεμβρίου 2021 και Μαρτίου 2023. Συμμετείχαν ενήλικες 30–75 ετών που ακολουθούσαν ένα διατροφικό πρότυπο για τουλάχιστον 6 μήνες. Αποκλείστηκαν άτομα με πρόσφατη ΚΑΔ (Καρδιαγγειακό Ανεπιθύμητο Δυσμενές συμβάν) , εγκυμοσύνη/θηλασμό, ή σημαντικές αλλαγές στη διατροφή ή άσκηση.
Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν σε πέντε διατροφικές ομάδες:
-
Vegan (καμία ζωική τροφή),
-
Lacto-ovo vegetarian (LOV) - Καταναλώνουν γαλακτοκομικά (lacto) και αυγά (ovo) ,
-
Pesco-vegetarian (PV) - Καταναλώνουν ψάρια και θαλασσινά καθώς Γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά. ,
-
Semi-vegetarian (SV) - Kαταναλώνουν σπάνια κόκκινο κρέας ,
-
Regular meat eaters (RME) (≤7 φορές/εβδομάδα).
Δημογραφικά, ιατρικά και κοινωνικά δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω αυτοαναφερόμενων ερωτηματολογίων. Η σωματική δραστηριότητα μετρήθηκε με τη μακρά έκδοση του IPAQ. Αξιολογήθηκαν νοσήματα και φάρμακα που επηρεάζουν την οστική πυκνότητα. Συλλέχθηκαν επίσης δείγματα αίματος για την αξιολόγηση της βιταμίνης D.
Ανάλυση πρόσληψης Θρεπτικών Συστατικών
Χρησιμοποιήθηκαν:
-
FFQ της AES® για ποιοτική πρόσληψη τροφίμων (τελευταίοι 3–6 μήνες),
-
Ιστορικά διατροφής 2 ημερών από διαιτολόγο για ποσοτική εκτίμηση μακρο- και μικροθρεπτικών συστατικών. Ανάλυση μέσω του λογισμικού FoodWorks v10.
Μετρήσεις Σωματικής Σύνθεσης και BMD
Οι συμμετέχοντες νηστεύαν (>10 ώρες). Μετρήθηκαν:
-
Σωματικό βάρος, ΔΜΣ, λιπώδης και άλιπη μάζα,
-
Ποσοστά λίπους, δείκτες λιπώδους και άλιπης μάζας, RSMI, περιφέρεια μέσης,
-
Οστική πυκνότητα (BMD) και T-scores μέσω DXA (GE Lunar Prodigy).
Τα T-scores αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τα κριτήρια του ΠΟΥ για οστεοπενία και οστεοπόρωση.
Στατιστικές αναλύσεις
-
Οι συγκρίσεις μεταξύ ομάδων έγιναν με ANOVA, Kruskal-Wallis και δοκιμές Fisher.
-
Πραγματοποιήθηκε παλινδρόμηση με διόρθωση για συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, δραστηριότητα, ύψος, βιταμίνη D, κ.λπ.) και μεσολάβηση μέσω ΔΜΣ.
-
Έγινε Bonferroni διόρθωση (p < 0,0008) για την αποφυγή σφαλμάτων τύπου Ι.
Αποτελέσματα
Χαρακτηριστικά συμμετεχόντων
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 240 άτομα (n=48 ανά διατροφική ομάδα). Η πλειοψηφία ήταν γυναίκες (~68%), με μέση ηλικία 54 ± 10 έτη και υψηλό μορφωτικό επίπεδο (88% ανώτερης εκπαίδευσης). Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων διατροφικών προτύπων ως προς τον ΔΜΣ ή το ποσοστό σωματικού λίπους.
Οι vegan συμμετέχοντες ήταν στατιστικά σημαντικά νεότεροι, με μικρότερη αναλογία συνταξιούχων και μικρότερη διάρκεια τήρησης του διατροφικού προτύπου. Το 7% του συνολικού δείγματος λάμβανε ιατρική αγωγή για οστεοπόρωση ή οστεοπενία, με τα ποσοστά να μην διαφέρουν μεταξύ των ομάδων. Η συνολική επικράτηση οστεοπενίας και οστεοπόρωσης, βάσει T-score, ανήλθε στο 16%, με τους pesco-vegetarian (PV) να παρουσιάζουν το υψηλότερο ποσοστό (25%) και τους vegan το χαμηλότερο (6%).
Πρόσληψη Θρεπτικών Συστατικών και Επίπεδα Βιταμίνης D
Η συνολική διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένων των εμπλουτισμένων εναλλακτικών φυτικής προέλευσης, ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων και πληρούσε τις συνιστώμενες ημερήσιες προσλήψεις (≥1000 mg/ημέρα). Τα επίπεδα 25(OH)D στον ορό δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Ποσοστό ≤10% εμφάνιζε ήπια ανεπάρκεια βιταμίνης D (≤50 nmol/L), ενώ το ≥50% διέθετε βέλτιστα ή πλεονεκτικά επίπεδα (≥75 nmol/L).
Η χρήση συμπληρωμάτων βιταμίνης D ήταν συγκρίσιμη μεταξύ των ομάδων, με τάση υψηλότερης χρήσης στις φυτοφαγικές ομάδες (25–40%) σε σύγκριση με τους RMEs (19%). Οι συμμετέχοντες που ακολουθούσαν διατροφή RME κατανάλωναν κατά μέσο όρο 17–25 g/ημέρα περισσότερη πρωτεΐνη και 3–5 EN% υψηλότερο ποσοστό πρωτεΐνης στη συνολική ενεργειακή πρόσληψη. Παρόλα αυτά, όλες οι ομάδες πληρούσαν τις συστάσεις για πρωτεΐνη, τόσο ως ποσοστό ενέργειας όσο και σε g/kg σωματικού βάρους.
Οστική Πυκνότητα
Μετά από προσαρμογές για συγχυτικούς παράγοντες, η ολική οστική πυκνότητα (BMD) και η περιεκτικότητα σε οστικά μέταλλα (BMC) δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ εκείνων που ακολουθούσαν φυτικά διατροφικά πρότυπα (PBDs) και εκείνων που κατανάλωναν τακτικά κρέας (RMEs). Ωστόσο, οι lacto-ovo vegetarian (LOV) εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερο T-score σε σύγκριση με τους RMEs.
Σωματική Σύσταση
Οι περισσότερες μετρήσεις σωματικής σύστασης δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των PBDs και των RMEs. Η εξαίρεση ήταν η άλιπη μάζα, με τους LOV να εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερη τιμή κατά -1,46 kg σε σύγκριση με τους RMEs. Επιπλέον, η περιφέρεια μέσης (WC) ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε όλες τις φυτοφαγικές ομάδες, με διαφορές από −3,2 έως −5,2 cm. Αν και οι ομάδες PBD τείνουν να έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος και ΔΜΣ, οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.
Αναλύσεις Υποομάδων
Σε αναλύσεις ανά φύλο, ηλικία και διάρκεια διατροφικού προτύπου, οι γυναίκες και τα άτομα >50 ετών σε PBD εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερη άλιπη μάζα. Οι vegan με διάρκεια διατροφικού προτύπου ≤10 έτη είχαν σημαντικά υψηλότερη άλιπη μάζα και χαμηλότερη λιπώδη μάζα και WC συγκριτικά με τους RMEs. Ομοίως, οι LOV και οι SV με διάρκεια >10 έτη (και SV ≤10 έτη) είχαν σημαντικά μικρότερη περιφέρεια μέσης από τους RMEs.
Συμπεράσματα
Αυτή η εγκάρσια μελέτη διαπίστωσε ότι η προσκόλληση σε μια δίαιτα PBD που χαρακτηρίζεται από ποικίλους βαθμούς περιορισμού γαλακτοκομικών προϊόντων και κρέατος δεν σχετίζεται με σημαντικές αλλαγές στην οστική πυκνότητα (BMD) ή στη σύνθεση του σώματος, υπό την προϋπόθεση ότι τα διατροφικά πρότυπα σχεδιάζονται κατάλληλα με επαρκή επίπεδα ασβεστίου και πρωτεΐνης.