Επιστημονικά Νέα

Μετάβαση σε μία χορτοφαγική διατροφή: Τι διαταραχές μπορεί να προκύψουν;

08 Ιουλίου 2019
921 Προβολές
1 λεπτό να διαβαστεί
metavasi-se-mia-xortofagiki-diatrofi-ti-diataraxes-borei-na-prokypsoun

Photo source: www.bigstockphoto.com

Η κατανάλωση κρέατος είναι πολύ διαδεδομένη στον Δυτικό κόσμο και από τα μέσα του 20ου αιώνα έχει αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό. Συνδέεται με τον πλούτο και με μια διατροφή πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, η οποία θεωρείται ο καλύτερος τρόπος για την κάλυψη των ανθρώπινων διατροφικών αναγκών, ενώ για ορισμένους αποτελεί και μια εδραιωμένη συνήθεια που είναι δύσκολο να αλλάξει. Στον αντίποδα βέβαια, η αυξημένη κατανάλωση κρέατος, έχει ενοχοποιηθεί για αρνητικές συνέπειες στην υγεία, αλλά και στο περιβάλλον (π.χ. θεωρείται συνυπεύθυνη για κλιματικές αλλαγές). Πιο συγκεκριμένα οι αυξημένες ανάγκες για παραγωγή κρέατος απαιτούν μεγάλα ποσά νερού, ηλεκτρισμού, καυσίμων κτλ, (περιβαλλοντική επιβάρυνση), και ταυτόχρονα ενισχύουν το κομμάτι της γενετικής τροποποίησης και της χρήσης αντιβιοτικών και ορμονών, τα οποία δρουν επιβαρυντικά στην ανθρώπινη υγεία.

H μετάβαση σε μία πιο χορτοφαγική διατροφή

Ο περιορισμός της κατανάλωσης κρέατος και η μετάβαση σε μια πιο χορτοφαγική διατροφή, εμφανίζει δυσκολίες στην εφαρμογή του για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι και οι πιθανές επακόλουθες αλλαγές στο ορμονικό και νευρικό σύστημα, με επιδράσεις στη διάθεση και τη συμπεριφορά.

Το κρέας είναι από τις καλύτερες πηγές απαραίτητων αμινοξέων τα οποία είναι πρόδρομες ουσίες νευροδιαβιβαστών, που επηρεάζουν την εγκεφαλική λειτουργία και την διάθεση

Για παράδειγμα, η χορήγηση της τρυπτοφάνης μπορεί να τροποποιήσει τον ύπνο και τη διάθεση, μέσω ενεργοποίησης της παραγωγής σερετονίνης και της απελευθέρωσής της. Επιπλέον, η κατανάλωση κρέατος συντελεί σε καλύτερη γνωσιακή, συμπεριφορική και οργανική λειτουργία.

Διαταραχές που έχουν παρουσιαστεί σε έρευνες συμπεριλαμβάνουν:

  1. Μελέτες σε ζώα αναδεικνύουν ότι η έλλειψη πρωτεΐνης κατά την εμβρυϊκή ηλικία σχετίζεται με ψυχολογικές διαταραχές και με δυσκολία ελέγχου του κορεσμού, διαταραγμένη αίσθηση της νοστιμιάς και προτίμηση σε λιπαρές γεύσεις στη μετέπειτα ζωή.
  2. Υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι μια μη ισορροπημένη διατροφή μπορεί να συντελεί στον προγραμματισμό της όρεξης κ στην πιθανότητα παχυσαρκίας, μέσω επαναπροσδιορισμού των δομών του υποθαλάμου που ελέγχουν την πρόσληψη τροφής και μέσω ελέγχου της έκφρασης γονιδίων που ρυθμίζουν τις ορεξιογόνες ορμόνες.
  3. Επιπρόσθετα, η μετάβαση σε μια χορτοφαγική διατροφή ενδέχεται να αυξήσει την κατανάλωση φυτοοιστρογόνων, με ακόλουθες και πάλι συνέπειες στη συμπεριφορά, και στο νευρικό σύστημα.
  4. Μια ακόμη δυσκολία προς την αλλαγή, αποτελεί και η τροφική νεοφοβία, καθώς η μείωση στην κατανάλωση κρέατος συνεπάγεται και εισαγωγή νέων τροφίμων. Η τροφική νεοφοβία ενδέχεται να αφορά ακόμα και την νέα τεχνολογία για την «παραγωγή» των τροφίμων αυτών.
  5. Τέλος, η ψυχολογία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην αλλαγή, καθώς για πολλούς η κατανάλωση κρέατος θεωρείται φυσικό και απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωσή και έτσι υπάρχει μια άρνηση για τη μετάβαση σε μια πιο χορτοφαγική διατροφή.

Συμπερασματικά

Σε κάθε περίπτωση η μείωση της κατανάλωση κρέατος, είναι σημαντική για την υγεία, καθώς έχει ενοχοποιηθεί ανάμεσα σε άλλα και για καρκινογόνο δράση αλλά και για πρόκληση δυσμενών επιγενετικών αλλαγών. Η κατανάλωση του κόκκινου κρέατος με μέτρο (λιγότερο από 2 φορές την εβδομάδα) αποτελεί άλλωστε και μέρος της ανανεωμένης πυραμίδας διατροφής. Για όσα άτομα σας επισκέπτονται θέλοντας να υιοθετήσουν μία χορτοφαγική διατροφή, έχετε κατά νου τις παραπάνω πιθανές επιπτώσεις ώστε να τους προτείνετε μία ομαλή μετάβαση αλλά και μία πλήρη στην πορεία εξατομικευμένη διατροφή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

“Selected Psychological Aspects of Meat Consumption-A Short Review”, Modlinska K1, Pisula W2.

  • Ζωή Κονιδάρη
    Ζωή Κονιδάρη Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, M.Sc.

    Η Ζωή Κονιδάρη είναι Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, με μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Κλινική Διαιτολογία και Διατροφή. Διατηρεί διαιτολογικό γραφείο στον Βύρωνα.