Συστάσεις Διατροφής

Βιταμίνη Ε

22 Ιουλίου 2006
5 λεπτά να διαβαστεί
vitamini e

Photo source: www.bigstockphoto.com

Η βιταμίνη Ε είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη. Βιταμίνη Ε είναι ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλες τις ενώσεις που προέρχονται από τοκοφερόλες και τοκοτριενόλες και έχουν τη βιολογική δράση της α-τοκοφερόλης.

Μονάδες

Οι διαιτητικές τιμές αναφοράς του Ηνωμένου Βασιλείου εκφράζουν τις ανάγκες για βιταμίνη Ε σε milligrams (mg). Το σύστημα των International Units αν και διακόπηκε το 1956 συνεχίζει να χρησιμοποιείται, ειδικά σε συμπληρώματα διατροφής (KIYOSE et al, 1997).
1 Unit = 1 mg μιας τυπικής συνθετικής οξικής α-τοκοφερόλης.
Η δραστικότητα της βιταμίνης Ε μπορεί να εκφραστεί και ως δραστικότητα α-τοκοφερόλης:
1 ισοδύναμο α-τοκοφερόλης = 1mg φυσικής d-α-τοκοφερόλης = 0.67 Units

Διαιτητικές Πηγές

Ποσότητα τροφής Βιταμίνη Ε (mg)
Δημητριακά  
1 φλιτζάνι Αll-Bran 1.0
1 φλιτζάνι Muesli (95gr) 3.0
Προϊόντα δημητριακών  
Μαύρο ρύζι, βρασμένο (160gr) 0.5
Μαύρα μακαρόνια 0
2 κουτ. γλυκού σπόροι σιταριού 3.6
Γάλα & γαλακτοκομικά προϊόντα  
Ένα ποτήρι γάλα (280ml) πλήρες 0.08
Ένα ποτήρι γάλα (280ml) σόγιας 1.7
Σκληρό τυρί (50 gr) 0.25
1 αυγό (60 gr) 0.6
Λίπη & έλαια  
Βούτυρο (10 gr) 0.2
Μαργαρίνη (10 gr) 0.8
1 κουτ. γλυκού ηλιέλαιο 10
1 κουτ. γλυκού σιτέλαιο 27
Κρέας & ψάρι  
Συκώτι αρνιού μαγειρεμένο (90g) 0.3
Συκώτι μοσχαριού μαγειρεμένο (90g) 0.4
Συκώτι βοδιού μαγειρεμένο (90g) 0.3
Νεφρά (75gr) 0.3
Σαρδέλες (70 gr) 0.3
Σολομός, σε κονσέρβα (100g) 1.5
Σαρδέλες Pilchards, σε κονσέρβα (100g) 0.7
Τόνος σε κονσέρβα (100g) 0.5
2 φιλέτα ρέγγας, μαγειρεμένα (110g) 0.3
2 φιλέτα παστής ρέγγας μαγειρεμένα (130g) 0.4
Λαχανικά  
Μπρόκολο, βρασμένο (100gr) 1.3
Λαχανάκια Βρυξελλών (100gr) 0.9
Γλυκοπατάτες, βρασμένες (150gr) 6.5
2 τομάτες 1.8
Φρούτα  
1 μήλο 0.4
½ αβοκάντο 3.0
1 μπανάνα 0.3
1 πορτοκάλι 0.3
Καρποί  
20 αμύγδαλα 4.8
30 φουντούκια 6.2
30 αράπικα φιστίκια 3.3

 

Δοσολογία

Η βιταμίνη Ε είναι διαθέσιμη σε ταμπλέτες και κάψουλες και είναι συστατικό πολυβιταμινούχων παρασκευασμάτων. Τα διαιτητικά συμπληρώματα παρέχουν μεταξύ 10 και 1000mg ως ημερήσια δόση (Burton et al, 1998).

Δράση

Η βιταμίνη Ε είναι αντιοξειδωτικό που προστατεύει τις μεμβράνες και άλλες σημαντικές κυτταρικές δομές των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων από τις ελεύθερες ρίζες και τα προϊόντα της οξείδωσης. Δρα σε συνεργασία με το διαιτητικό σελήνιο (ένας συμπαράγοντας της γλουταθειόνης-υπεροξειδάσης) και μαζί με τη βιταμίνη C και άλλα ένζυμα όπως την υπεροξειδική δισμουτάση και την καταλάση.

Μεταβολισμός

Απορρόφηση

Η απορρόφηση της βιταμίνης Ε είναι σχετικά περιορισμένη. Η αποτελεσματικότητα της απορρόφησης μειώνεται με την αύξηση των δόσεων (Ο βαθμός αύξησης της απορρόφησης είναι μικρότερος από τον βαθμό αύξησης των δόσεων). Η φυσιολογική έκκριση χολής και παγκρεατικών υγρών είναι απαραίτητη για τη μέγιστη απορρόφησή της. Η μέγιστη απορρόφηση συμβαίνει στο μεσαίο μέρος του λεπτού εντέρου, ενώ στο παχύ έντερο, η βιταμίνη Ε δεν απορροφάται σε σημαντικό βαθμό (Eichholzer et al, 1999).

Κατανομή

Η βιταμίνη Ε προσλαμβάνεται αρχικά μέσω του λεμφικού συστήματος και μεταφέρεται στο αίμα συνδεδεμένη με λιποπρωτεïνες. Περισσότερο από το 90% μεταφέρεται με τις λιποπρωτεϊνες χαμηλής πυκνότητας (LDL). Υπάρχουν στοιχεία ότι μεγαλύτερη ποσότητα της βιταμίνης μεταφέρεται με τις υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνες (HDL) στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Η βιταμίνη Ε αποθηκεύεται σε όλους τους λιπαρούς ιστούς και ειδικά στο λιπώδη ιστό, το ήπαρ και τους μύες (Miwa et al, 1996).

Απομάκρυνση

Η βασική πορεία απομάκρυνσης της βιταμίνης Ε είναι τα κόπρανα. Συνήθως, λιγότερο από 1% της βιταμίνης Ε που παρέχεται από το στόμα απομακρύνεται με τα ούρα. Η βιταμίνη Ε εμφανίζεται και στο μητρικό γάλα (Heinonen et al, 1998).

Βιοδιαθεσιμότητα

Η απορρόφηση διευκολύνεται από το διαιτητικό λίπος. Τα τριγλυκερίδια μέσης αλύσου ευνοούν την απορρόφηση, ενώ τα πολυακόρεστα λίπη την εμποδίζουν.

Η βιταμίνη Ε δεν είναι πολύ σταθερή. Σημαντικές απώλειες από τα τρόφιμα συμβαίνουν κατά την αποθήκευση και το μαγείρεμα. Απώλειες, επίσης συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας των τροφίμων, ειδικά εάν υπάρχει σημαντική έκθεση σε υψηλή θερμοκρασία και οξυγόνο. Επιπλέον, υπάρχουν σημαντικές απώλειες βιταμίνης Ε από τα φυτικά έλαια κατά το μαγείρεμα.

Τα υδατοδιαλυτά παρασκευάσματα είναι ανώτερα από τα λιποδιαλυτά σε θεραπεία από το στόμα συνδρόμων δυσαπορρόφησης του λίπους.

Η βιοδιαθεσιμότητα της φυσικής βιταμίνης Ε είναι μεγαλύτερη αυτής της συνθετικής. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι αυτές οι διαφορές ίσως είναι μεγαλύτερες από ότι αρχικά πιστευόταν (Miwa et al, 1996).

Έλλειψη

Η έλλειψη της βιταμίνης Ε γενικά δεν αναγνωρίζεται καθαρά ως σύνδρομο ανεπάρκειας. Στα παιδιά, η έλλειψη μπορεί να προκαλέσει αιμολυτική αναιμία, θρομβοκυττάρωση, αυξημένη συγκέντρωση αιμοπεταλίων, ενδοκοιλιακή αιμορραγία και αυξημένο κίνδυνο αμφιβληστροειδοπάθειας. Οι μόνοι (παιδιά και ενήλικες) που παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα έλλειψης βιταμίνης Ε είναι όσοι πάσχουν από σοβαρή δυσαπορρόφηση (πχ. σε αβηταλιποπρωτεϊναιμία, χρόνια χολόσταση, ατρησία χοληφόρου πόρου και κυστική ίνωση) ή εκείνοι με συγγενή ανεπάρκεια βιταμίνης Ε (σπάνιο γενετικό σφάλμα του μεταβολισμού της βιταμίνης Ε). Τα κλινικά σημεία της ανεπάρκειας περιλαμβάνουν αξονική δυστροφία, μειωμένο χρόνο ημιζωής ερυθροκυττάρων και νευρομυικές διαταραχές (Mitchinson et al, 1999).

Χρήσεις

Πολλά έχουν λεχθεί για τη βιταμίνη Ε, όμως γενικά είναι δύσκολο να εκτιμηθούν αφού συχνά προέρχονται από ελλιπώς σχεδιασμένες έρευνες.

Πολλές επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει συσχέτιση μεταξύ χαμηλής πρόσληψης βιταμίνης Ε και στεφανιαίας νόσου, και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η λήψη συμπληρωμάτων της βιταμίνης (>100 μονάδες) μειώνει τον ανωτέρω κίνδυνο. Μέχρι στιγμής οι έρευνες δεν έχουν δείξει ολοκληρωμένα αποτελέσματα.

Λίγα στοιχεία είναι διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την προστατευτική δράση της βιταμίνης Ε ενάντια στον καρκίνο.

Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η βιταμίνη Ε βελτιώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού και του αναπνευστικού συστήματος, ενώ ελαττώνει την οξειδωτική φθορά που προκαλείται κατά τη γυμναστική.

Επίσης, μπορεί να βελτιώσει τη χρησιμοποίηση της γλυκόζης στον σακχαρώδη διαβήτη, να ελαττώσει τον κίνδυνο εμφάνισης καταρράκτη, να επιβραδύνει την πορεία της νόσου Alzheimer και να βελτιώσει την συμπτωματολογία της βραδείας δυσκινησίας.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί η ευεργετική δράση της βιταμίνης Ε.

Προφυλάξεις

Τα συμπληρώματα βιταμίνης Ε πρέπει να αποφεύγονται από ασθενείς που παίρνουν από το στόμα αντιπηκτικά (αυξημένη τάση αιμορραγίας), σε σιδηροπενική αναιμία (η βιταμίνη Ε μπορεί να παρεμποδίσει την αιματολογική σύνδεση με τον σίδηρο) και στον υπερθυρεοειδισμό (Marchioli et al, 1999).

Εγκυμοσύνη και θηλασμός

Δεν αναφέρονται προβλήματα σε φυσιολογικές προσλήψεις.

Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Η βιταμίνη Ε είναι σχετικά μη τοξική (η απορρόφηση μειώνεται γρήγορα με αυξανόμενη πρόσληψη, και αποφεύγεται έτσι η συγκέντρωση τοξικών συγκεντρώσεων στους ιστούς). Οι περισσότεροι ενήλικες μπορούν να ανεχθούν 100-800mg ημερησίως. Δόσεις μέχρι και 3200mg δεν φαίνεται να έχουν επίμονες αρνητικές συνέπειες. Μεγάλες δόσεις (>1000mg ημερησίως για μεγάλες χρονικές περιόδους) έχουν περιστασιακά συσχετισθεί με τις ακόλουθες παρενέργειες: Αυξημένη τάση για αιμορραγία σε ασθενείς με έλλειψη βιταμίνης Κ, μεταβολή στην ενδοκρινική δράση (θυρεοειδική, επινεφριδιακή και υποφυσιακή) και σπάνια θολή όραση, διάρροια, ζαλάδα, κούραση και αδυναμία, γυναικομαστία, πονοκέφαλο και ναυτία (Virtamo et al, 1998).

Αλληλεπιδράσεις

Φάρμακα

  • Αντιπηκτικά: Μεγάλες δόσεις βιταμίνης Ε μπορεί να αυξήσουν την αντιπηκτική δράση.
  • Αντισπασμωδικά: Η φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη και καρβαμαζεπίνη μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της βιταμίνης Ε του πλάσματος.
  • Χολεστυραμίνη ή χολεστιπόλη: Μπορεί να μειώσουν την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης Ε.
  • Διγοξίνη: Οι απατήσεις σε διγοξίνη μπορεί να μειωθούν λόγω της βιταμίνης Ε (προτείνεται παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου).
  • Ινσουλίνη: Οι απατήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να μειωθούν λόγω της βιταμίνης Ε (προτείνεται παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου).
  • Υγρή παραφίνη: Μπορεί να μειώσει την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης Ε (πρέπει να αποφεύγεται μακροχρόνια χρήση υγρής παραφίνης).
  • Αντισυλληπτικά από το στόμα: Μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα της βιταμίνης Ε στο πλάσμα.
  • Σουκραλφάτη: Μπορεί να μειώσει την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης Ε.

Στοιχεία

  • Χαλκός: Υψηλές δόσεις χαλκού μπορεί να αυξήσουν τις απαιτήσεις σε βιταμίνη Ε.
  • Σίδηρος: Υψηλές δόσεις σιδήρου μπορεί να αυξήσουν τις απαιτήσεις σε βιταμίνη Ε. Η βιταμίνη Ε μπορεί να εμποδίσει την αιματολογική σύνδεση του Fe στη σιδηροπενική αναιμία.
  • Πολυακόρεστα λιπαρά οξέα: Η διαιτητική ανάγκη για βιταμίνη Ε αυξάνει όταν αυξάνουν τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα της δίαιτας.
  • Βιταμίνη Α: Η βιταμίνη Ε ελαττώνει την κατανάλωση βιταμίνης Α και προστατεύει εναντίον κάποιων συμπτωμάτων τοξικότητας της βιταμίνης Α. Πολύ υψηλά επίπεδα βιταμίνης Α μπορεί να αυξήσουν τις απαιτήσεις σε βιταμίνη Ε. Υπερβολικές δόσεις βιταμίνης Ε μπορεί να μειώσουν τη βιταμίνη Α.
  • Βιταμίνη C: Η βιταμίνη C μπορεί να ελαττώσει την κατανάλωση της βιταμίνης Ε. Η βιταμίνη Ε μπορεί αντίστοιχα να ελαττώσει την κατανάλωση της βιταμίνης C.
  • Βιταμίνη Κ: Υψηλές δόσεις βιταμίνης Ε (1200mg ημερησίως) αυξάνουν την απαίτηση για βιταμίνη Κ σε ασθενείς που παίρνουν αντιπηκτικά.
  • Ψευδάργυρος: Η έλλειψη ψευδαργύρου μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλά επίπεδα πλάσματος βιταμίνης Ε στο πλάσμα.

Ημερήσιες Ανάγκες

Σε δίαιτες υψηλές σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (PUFA) υπάρχει αυξημένη απαίτηση για βιταμίνη Ε, αλλά πολλά τρόφιμα πλούσια σε πολυακόρεστα (πχ. σπορέλαια, ιχθυέλαια) είναι πλούσια και σε βιταμίνη Ε. Γενικά, οι απαιτήσεις σε βιταμίνη Ε είναι 0.4 mg/g λινολεϊκού οξέος, ή 3-4 mg/g εικοσαπεντανοϊκού και 22εξανοϊκού οξέος συνδυαστικά.

 

Ηλικία UK

ασφαλής πρόσληψη

USA

RDA

EU PRI
0-6 μηνών 0.4 mg/g PUFA - 0.4 mg/g PUFA
7-12 μηνών 0.4 mg/g PUFA - 0.4 mg/g PUFA
1-3 ετών 0.4 mg/g PUFA 6 0.4 mg/g PUFA
4-8 ετών - 7 -
9-13 ετών - 11 -
14-70+ ετών - 15
Άνδρες      
11-50 ετών >4 - >4
Γυναίκες      
11-50 ετών >3 - >3
Εγκυμοσύνη - 19 -
Θηλασμός - 19 -

 

1 Ηλικία 14-18 ετών, 800mg

2 Ηλικία έως 18 ετών

3 Ηλικία 19-50 ετών

PUFA= πολυακόρεστα λιπαρά οξέα

UL= Ανώτερα ανεκτά επίπεδα διαιτητικών συμπληρωμάτων

  • Χριστίνα Φοντόρ
    Χριστίνα Φοντόρ Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

    H Χριστίνα Φοντόρ πτυχιούχος της Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών, με επιπλέον σπουδές στην Ψυχοσωματική θεραπεία. Διατηρεί Διαιτολογικό Γραφείο στην Αργυρούπολη όπου, καθημερινά, έρχεται σε επαφή με ανθρώπους παρέχοντας τους εξατομικευμένες διατολογικές υπηρεσίες.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.