743
Συστάσεις Διατροφής

Τι πρέπει να γνωρίζετε για την βιταμίνη D;

22 Οκτωβρίου 2005
της Χριστίνας Φοντόρ & της Μαρίας Σκουρολιάκου
andras kai gynaika pou kanoun hliotherapeia

Photo source: www.bigstockphoto.com

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη και σπουδαιότητά της οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή ρυθμίζει το μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου.

Η βιταμίνη D είναι μοναδική ανάμεσα στις βιταμίνες διότι:

  1. υπάρχει σε φυσική μορφή μόνο σε μερικές κοινές τροφές και
  2. μπορεί να σχηματιστεί στο σώμα από την έκθεση του δέρματος στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλιακού φωτός.

Ονοματολογία

Βιταμίνη D είναι ο γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλες τις στερόλες που παρουσιάζουν τη βιολογική δραστηριότητα της χοληκαλσιφερόλης.
Η βιταμίνη D2 ( εργοκαλσιφερόλη ) είναι ο τύπος που προστίθεται συχνότερα σε τρόφιμα και διαιτητικά συμπληρώματα.

Διαιτητικές πηγές

 

Ποσότητα τροφής Βιταμίνη D (μg)
Δημητριακά 
1 φλιτζάνι Αll-Bran 0,8
1 φλιτζάνι Bran-Flakes 1
1 φλιτζάνι Corn-Flakes  0,5
Ψωμί 0
Γάλα & γαλακτοκομικά προϊόντα 
Ένα ποτήρι γάλα (280ml) πλήρες 0,1
Ένα ποτήρι γάλα (280ml) ημίπαχο 0,03
Ένα ποτήρι γάλα (280ml) άπαχο 0
Σκληρό τυρί (50 gr) 0,1
Τυρί φέτα (50 gr) 0,25
Γιαούρτι πλήρες (150gr) 0,06
Γιαούρτι με χαμηλά λιπαρά (150gr) 0
1 αυγό (60 gr) 1.0
Λίπη & έλαια 
Βούτυρο (10 gr) 0,25
Μαργαρίνη (10 gr) 2,5
2 κουτ. γλυκού μουρουνέλαιο 21
Κρέας & ψάρι 
Συκώτι αρνιού μαγειρεμένο (90g) 0,5
Συκώτι μοσχαριού μαγειρεμένο (90g) 0,3
Συκώτι βοδιού μαγειρεμένο (90g) 1
Συκώτι χοίρου μαγειρεμένο (90g) 1
Άσπρο ψάρι Ίχνη
Σαρδέλες (70 gr) 5,6
Σολομός, σε κονσέρβα (100g) 12,5
Σαρδέλες, σε κονσέρβα (100g) 8
Τόνος σε κονσέρβα (100g) 5
2 φιλέτα ρέγκας, μαγειρεμένα (110g) 20
2 φιλέτα παστής ρέγκας (130g) 20
2 φιλέτα σκουμπρί, μαγειρεμένα (110g) 21

 

Δοσολογία

Η βιταμίνη D είναι διαθέσιμη σε δισκία και σε κάψουλες, και επίσης βρίσκεται σε πολλά πολυβιταμινούχα συμπληρώματα και ιχθυέλαια.
Η κατάλληλη δόση βιταμίνης D στις περισσότερες περιπτώσεις είναι 10μg/ημέρα.

 

Συνιστώμενες ημερήσιες προσλήψεις για τη βιταμίνη D (μg/ ημέρα)

EU RDA=5μg

Ηλικία

Άνδρες και γυναίκες

UK μg/ημέρα USA μg/ημέρα WHO Ασφαλής Πρόσληψη
0-6 μηνών 8,5 5 10
7μηνών-3ετών 7 5 10
4-6 ετών 0 * 5 10
7-10 ετών 0 * 5 2,5
11-24 ετών 0 * 5 2,5
25-50+ ετών 0 * - 2,5
65+ ετών 10 - 2,5
51-70+ ετών - 10 -
> 70 ετών - 15 -
Εγκυμοσύνη και θηλασμός 10 5 10

*Aν το δέμα εκτίθεται σε επαρκές ηλιακό φως

 

Δερματική σύνθεση

H έκθεση του δέρματος στις υπεριώδεις ακτίνες έχει ως αποτέλεσμα τη σύνθεση της χοληκαλσιφερόλης (βιταμίνη D3). Αυτή είναι και η κύρια πηγή της βιταμίνης D. Το ποσό της χοληκαλσιφερόλης που δημιουργείται εξαρτάται από:

  1. το χρόνο της έκθεσης,
  2. την περιοχή του εκτιθέμενου δέρματος,
  3. το μήκος κύματος της ακτινοβολίας,
  4. τον βαθμό μόλυνσης της ατμόσφαιρας,
  5. το χρώμα του δέρματος (υψηλή συγκέντρωση μελανίνης απαιτεί μεγαλύτερη έκθεση, ώστε να επιτευχθεί ο ίδιος βαθμός σύνθεσης) και
  6. την ηλικία του ατόμου (οι ηλικιωμένοι έχουν τη μισή ικανότητα σύνθεσης από τους νέους).

Δράση

Η βιταμίνη D είναι απαραίτητο συστατικό για την προαγωγή της απορρόφησης και της χρησιμοποίησης του ασβεστίου και του φωσφόρου από το ερειστικό σύστημα. Σε συνεργασία με παραθυρεοειδικές ορμόνες και την καλσιτονίνη, ρυθμίζει τη συγκέντρωση του ασβεστίου στο αίμα ανάλογα με τις ανάγκες, καθώς και την εναπόθεση ή απομάκρυνση του ασβεστίου στα οστά. Συμμετέχει στην νευρομυϊκή λειτουργία και σε πλήθος άλλων κυτταρικών λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

Πώς μεταβιλίζεται;

Η βιταμίνη D απορροφάται με τη βοήθεια των χολικών αλάτων από το λεπτό έντερο μέσω του λεμφικού συστήματος. Η απορρόφηση της εκτιμάται γύρω στο 50%.

Η χοληκαλτσιφερόλη (βιταμίνη D3), προσλαμβανόμενη είτε από τη δίαιτα είτε από την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας πάνω στο δέρμα, μεταφέρεται με μια ειδική σφαιρίνη, στο αίμα, καταλήγει στο ήπαρ και μετά μεταφέρεται στους νεφρούς. Οι κυριότερες αποθήκες της βιταμίνης D είναι ο λιπώδης ιστός και οι σκελετικοί μύες. Μερικές ποσότητές της βρίσκονται στο ήπαρ, στον εγκέφαλο, στους πνεύμονες, στον σπλήνα, στα οστά και στο δέρμα.

Η κύρια οδός απέκκρισης της βιταμίνης D είναι εκείνη της χολής, μέσω της οποίας αποβάλλεται με τα κόπρανα. Ποσοστό μικρότερο του 4% της ολικής αποβολής της ανευρίσκεται στα ούρα (LE BOFF et al, 1999).

Έλλειψη

Ανεπάρκεια της βιταμίνης D έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη εντερική απορρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου. Επίσης, υποκαλιαιμία, υποφωσφαταιμία, αύξηση δραστικότητας της αλκαλικής φωσφατάσης στο πλάσμα και υπερπαραθυρεοειδισμό. Η απομετάλλωση* των οστών οδηγεί σε ραχίτιδα στα παιδιά και σε οστεομαλακία στους ενήλικες. Τα παιδιά επίσης μπορεί να εμφανίσουν σπασμούς και τετανία.

Υπάρχουν επίσης αποδείξεις από έρευνες ότι χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο πλάσμα του αίματος σχετίζονται με την εμφάνιση οστεοαρθρίτιδας και ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καθώς και με τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη. Είναι ακόμη άγνωστο αν τα διαιτητικά συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν να παρεμποδίσουν την εμφάνιση των παραπάνω ασθενειών (Graafamans et al, 1997).

Χρήση

Οι απαιτήσεις σε βιταμίνη D μπορεί να αυξηθούν, καθώς και η χορήγηση συμπληρωμάτων να καταστεί αναγκαία σε:

  • Βρέφη που θηλάζουν, χωρίς συμπληρωματική βιταμίνη D, ή που έχουν περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία.
  • Εγκυμοσύνη.
  • Θηλασμό (ιδιαίτερα με βρέφη που έχουν γεννηθεί το φθινόπωρο).
  • Ηλικιωμένους, που έχουν περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (πιθανόν λόγω μειωμένης κινητικότητας.
  • Άτομα με σκούρο δέρμα.
  • Αυστηρά χορτοφάγους.
  • Σε άτομα που δεν εκτίθενται αρκετά στην ηλιακή ακτινοβολία.

Η βιταμίνη D έχει ερευνηθεί για τον πιθανό της ρόλο στην οστεοπόρωση, τον καρκίνο και την υπέρταση (Dawson-Hughens et al, 1991), ήτοι:

Οστεοπόρωση

Η βιταμίνη D (ανεξάρτητα από το ασβέστιο) μπορεί να καταστεί χρήσιμη στην πρόληψη της οστεοπόρωσης. Μερικές έρευνες έχουν δείξει ότι γυναίκες που είχαν υποστεί κατάγματα στο ισχίο παρουσίαζαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο πλάσμα.

Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D βοηθούν στη μείωση της απώλειας οστικής μάζας και του κινδύνου καταγμάτων, και σε συνδυασμό με το ασβέστιο, μπορεί να ενισχύσουν το αποτέλεσμα της ορμονικής θεραπείας. Ωστόσο, άλλες έρευνες δεν έδειξαν κάποια μείωση στην συχνότητα των καταγμάτων έπειτα από χρήση συμπληρωμάτων. Οι διαφορές στα αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται στους διαφορετικούς τύπους της βιταμίνης D που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των συμπληρωμάτων. Όσον αφορά στην μετεμμηνοπαυσική οστεοπόρωση, υπάρχουν αποδείξεις ότι τα ανάλογα της βιταμίνης D -περισσότερο απ’ ότι η βιταμίνη D- παρουσιάζουν προστατευτική δράση στα οστά.

Καρκίνος

Υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις ότι χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με ορισμένα είδη καρκίνου όπως στο κόλον, στον προστάτη και στο στήθος.

Υπέρταση

Η βιταμίνη D, ενδεχομένως μέσω ενός μηχανισμού που επηρεάζει τον μεταβολισμό του ασβεστίου, φαίνεται να παίζει κάποιον ρόλο στην ρύθμιση της πίεσης του αίματος. Τα ανάλογα της βιταμίνης D έχει βρεθεί μετά από έρευνες ότι μειώνουν τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης. Απομένει να αποδειχθεί εάν τα ευεγερτικά αποτελέσματα στη πίεση του αίματος μπορούν να προέλθουν από την αυξημένη διαιτητική πρόσληψη σε βιταμίνη D, ή στη λήψη συμπληρωμάτων αυτής.

Προφυλάξεις

Η βιταμίνη D πρέπει να αποφεύγεται σε: Υπερκαλιαιμία, νεφρική οστεοδυστροφία με υπερφωσφαταιμία (Reckel et al, 1999).

Φυτοφάγοι

Τα διαιτητικά συμπληρώματα που περιέχουν βιταμίνη D3 (χοληκαλτσιφερόλη) προέρχονται από ζωικές πηγές και επομένως δεν θεωρούνται κατάλληλα για τους αυστηρώς φυτοφάγους, ενώ, η βιταμίνη D2 (εργοκαλτσιφερόλη) προέρχεται από φυτικές πηγές (LIPS et al,1996).

Εγκυμοσύνη και θηλασμός

Δεν έχουν παρατηρηθεί προβλήματα σε φυσιολογική πρόσληψη. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμικής τετανίας σε βρέφη τα οποία θηλάζουν, όταν οι μητέρες δεν προσλαμβάνουν αρκετές ποσότητες βιταμίνης D (Oelzer et al, 1998).

Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Η βιταμίνη D είναι από τις πλέον τοξικές. Υπάρχει ευρύ φάσμα ανεκτικότητας της βιταμίνης D αλλά, δόσεις 250μg (50000 μονάδες) ημερησίως για έξι μήνες μπορεί να προκαλέσουν τοξικότητα. Τα βρέφη και τα παιδιά είναι περισσότερο ευάλωτα σε σχέση με τους ενήλικες.

Η πρόσληψη μεγάλων δόσεων οδηγεί σε υπερκαλιαιμία με τα συνωδά της συμπτώματα (Απάθεια, ανορεξία, διάρροια, ξηρότητα στόματος, κούραση, πονοκέφαλο, ναυτία και έμετο, δίψα και αδυναμία.)

Επόμενα συμπτώματα συνδέονται με την αποτιτάνωση μαλακών ιστών και περιλαμβάνουν: Πόνο στα οστά, καρδιακή αρρυθμία, υπέρταση, νεφρική βλάβη, ψύχωση (σπάνια) και απώλεια βάρους (Baynes et al ,1997).

Αλληλεπιδράσεις

Φάρμακα

  • Αντιεπιληπτικά: Μπορεί να μειώσουν την επίδραση της βιταμίνης D επιταχύνοντας τον μεταβολισμό της.
  • Καλτσιτονίνη: Μπορεί να δρα ανταγωνιστικά με τη βιταμίνη D.
  • Χολεστυραμίνη, Χολεστιπόλη: Μπορεί να μειώσουν την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης D.
  • Διγοξίνη: Εξαιτίας της υπερασβισταιμία, της οφειλόμενης σε βιταμίνη D μπορεί να ενισχυθούν τα αποτελέσματα της διγοξίνης, οδηγώντας σε καρδιακή αρρυθμία.
  • Υγρή παραφίνη: Μπορεί να μειώσει την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης D (πρέπει να αποφεύγεται η μακρόχρονη χορήγηση της υγρής παραφίνης).
  • Σουκραλφάτη: Μπορεί να μειώσει την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης D.
  • Θειαζινικά διουρητικά: Μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας.
  • Παράγωγα της βιταμίνης D: Αυξάνουν τον κίνδυνο τοξικότητας με συμπληρώματα βιταμίνης D.

Θρεπτικά συστατικά

  • Ασβέστιο: Μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας.
  • Χριστίνα Φοντόρ Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

    H Χριστίνα Φοντόρ πτυχιούχος της Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών, με επιπλέον σπουδές στην Ψυχοσωματική θεραπεία. Διατηρεί Διαιτολογικό Γραφείο στην Αργυρούπολη όπου, καθημερινά, έρχεται σε επαφή με ανθρώπους παρέχοντας τους εξατομικευμένες διατολογικές υπηρεσίες.

  • Μαρία Σκουρολιάκου Λέκτορας Εντερικής και Παρεντερικής Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο,Κλινική Φαρμακοποιός, Επιστημονική Σύμβουλος Κέντρου Διατροφικής Υποστήριξης και Διαιτολογίας, μαιευτήριο ΙΑΣΩ
×
×