Διατροφή

Τσάι: Νέα ερευνητικά δεδομένα για το ρόλο του στην πρόληψη ασθενειών

18 Ιανουαρίου 2015
1635 Προβολές
3 λεπτά να διαβαστεί
tsai

Το τσάι αποτελεί ένα ρόφημα προερχόμενο από τα φύλλα του φυτού Camellia Sinensis, το οποίο ανήκει στην οικογένεια Theacheae (θεϊδες). Πρόκειται για το δεύτερο σε κατανάλωση ρόφημα παγκοσμίως μετά το νερό και η μελέτη του παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον, δεδομένης της κατανάλωσής του από πληθώρα ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Η κατανάλωση του τσαγιού αποτελεί τμήμα της καθημερινής ζωής στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ ανέκαθεν εμφάνιζε κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις, λόγω της σύνδεσης της με πολλές καθημερινές κοινωνικές εκδηλώσεις των ανθρώπων. Σύμφωνα με έναν αρχαίο κινέζικο θρύλο, το τσάι φαίνεται ότι ανακαλύφθηκε τυχαία το 2737 π.Χ. από τον κινέζο αυτοκράτορα Σεν Νουνγκ. Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του, ο άνεμος παρέσυρε λίγα φύλλα τσαγιού εντός ενός δοχείου με βραστό νερό, με αποτέλεσμα να προκύψει ένα αρωματικό, αναζωογονητικό ρόφημα, που ενθουσίασε την κινέζικη φρουρά. Από τότε, το τσάι χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως φαρμακευτικό βότανο και σταδιακά διαδόθηκε ως ρόφημα, ιδίως μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ., οπότε άρχισε να καλλιεργείται. Στην Ευρώπη, το τσάι έφτασε το 1610 από τους Πορτογάλους. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα το τσάι που καταναλώνονταν στη δύση προέρχονταν από την Κίνα. Στα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε η βιομηχανία παραγωγής τσαγιού και η εμφάνιση διαφόρων ειδών τσαγιού σε συνδυασμό με την βελτίωση της συσκευασίας (tea bags) έδωσαν ώθηση στην παγκόσμια κατανάλωση του προϊόντος αυτού.

Ανάλογα με την υφιστάμενη βιομηχανική επεξεργασία του, το τσάι κατηγοριοποιείται σε τρεις βασικούς τύπους:

  1. Μη ζυμούμενο πράσινο τσάι, το οποίο παράγεται με ξήρανσης και κατεργασίας με ατμό των φρέσκων φύλλων του φυτού. Με αυτόν τον τρόπο απενεργοποιούνται τα ένζυμα φαινολοξειδάσες, με συνέπεια να μην οξειδώνονται οι πολυφαινόλες.
  2. Ημιζυμούμενο (Oolong tea), το οποίο παράγεται καθώς τα φύλλα του φυτού υφίστανται μία μέτρια ζύμωση πριν την αποξήρανση.
  3. Ζυμούμενο μαύρο τσάι, το οποίο υφίσταται εκτεταμένη ζύμωση πριν την ξήρανση και την άτμιση. Έτσι, επιτρέπεται η δράση των φαινολοξειδασών, οι οποίες οξειδώνουν τις πολυφαινόλες προς διάφορα οξειδωμένα παράγωγα.

Τα τελευταία χρόνια, πολλές κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες έχουν συσχετίσει την κατανάλωση του τσαγιού με σημαντικό βιολογικό ρόλο. Πολλά ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν πιθανή θετική δράση του τσαγιού σε διάφορους τομείς της υγείας μας, όπως η πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων, του καρκίνου, των νευρολογικών παθήσεων και των πεπτικών διαταραχών. Επιπλέον, το τσάι εμφανίζεται να υπεισέρχεται σε συγκεκριμένα μεταβολικά μονοπάτια, ρυθμίζοντας τις φάσεις του μεταβολισμού και επηρεάζοντας τη ρύθμιση του σωματικού βάρους. Το βασικό ερώτημα που τίθεται κατά την προσπάθεια ερευνητικής προσέγγισης των πιθανών ευεργετικών ιδιοτήτων του τσαγιού αφορά στο είδος των συστατικών του τσαγιού που μπορεί να παρέχουν οφέλη στην υγεία.

Τα κύρια συστατικά του τσαγιού, στα οποία φαίνεται να οφείλεται η βιολογική του δράση είναι οι πολυφαινόλες. Πρόκειται για μια πολύπλοκη ομάδα φυτοχημικών ουσιών που αποτελείται από πληθώρα υποομάδων. Τα φλαβονοειδή είναι η κυριότερη υποομάδα, μια κατηγορία της οποίας είναι οι κατεχίνες. Το πράσινο τσάι περιέχει περίπου κατά 30% κατεχίνες, από τις οποίες οι σημαντικότερες είναι η επικατεχίνη, η επιγαλοκατεχίνη, η γαλλική επικατεχίνη και η γαλλική επιγαλοκατεχίνη, με την τελευταία να αποτελεί το 60% του συνόλου. Το μαύρο τσάι περιέχει 3-10% κατεχίνες, ενώ 2-6% και 10-20% είναι θειαφλαβίνες και θειαρουμπιγνίνες, αντίστοιχα.

 Η χημική δομή των φλαβονοειδών, σημαντικότερων συστατικών του τσαγιού

Η περισσότερο μελετημένη επίδραση του τσαγιού στην υγεία είναι η αντιοξειδωτική του δραστικότητα. Η οξειδωτική διαδικασία σχετίζεται με την καταστροφή των κυτταρικών οργανιδίων και την προώθηση των εκφυλιστικών ασθενειών. Οι πολυφαινόλες του τσαγιού δύναται να αποτρέψουν οξειδώσεις που οδηγούν στην εμφάνιση ασθενειών, όπως ο καρκίνος και οι καρδιαγγειακές παθήσεις. Η αποτροπή της οξείδωσης της LDL από τις κατεχίνες θεωρείται βασικός μηχανισμός εξασθένισης της αθηροσκληρυντικής διαδικασίας, δεδομένης της σημασίας της οξειδωμένης LDL στην ενεργοποίηση παθοφυσιολογικών μηχανισμών της νόσου.

Η δέσμευση των ελευθέρων ριζών που δύναται να προκαλέσουν οξείδωση και καταστροφή του DNA έχει δειχθεί ότι πιθανότατα συνεισφέρει στην πρόληψη των διαδικασιών καρκινογένεσης σε πολλούς ιστούς, όπως το παχύ έντερο, οι πνεύμονες κ.ά. Η συμπλοκοποίηση του σιδήρου στα νευρικά κύτταρα, τα προστατεύει από πιθανό εκφυλισμό, μια διεργασία που σχετίζεται με την πρόληψη νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως είναι οι νόσοι Alzheimer και Parkinson. Η αντιοξειδωτική δράση των πολυφαινολών σε πληθώρα ιστών του οργανισμού φαίνεται ότι συντελεί στην εύρυθμη λειτουργία των ιστών και μειώνει την πιθανότητα του εκφυλισμού τους από τη δράση ελευθέρων ριζών ή άλλων εξωγενών και ενδογενών παραγόντων.

Νέα ερευνητικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι ο βιολογικός ρόλος των συστατικών του τσαγιού δεν οφείλεται μόνο στην αντιοξειδωτική τους δράση, αλλά εμπλέκει πολύπλοκες διαδικασίες επίδρασης σε πληθώρα μεταβολικών και σηματοδοτικών μονοπατιών, σε κυτταρικό επίπεδο. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι πολυφαινόλες δύναται να επηρεάσουν την έκφραση γονιδίων που κωδικοποιούν την υπερπαραγωγή ή την υποπαραγωγή ουσιών που σχετίζονται με την παθοφυσιολογία του καρκίνου και των καρδιαγγειακών παθήσεων. Οι κατεχίνες του τσαγιού υπεισέρχονται στη ρύθμιση μεταγραφικών παραγόντων που καθορίζουν τη μορφή της πρωτεινοσύνθεσης στα κύτταρα διαφόρων ιστών. Αναφορικά με την αθηροσκλήρυνση, οι κατεχίνες του τσαγιού έχει δειχθεί ότι τροποποιούν μεταβολικά μονοπάτια που σχετίζονται με την ενδοθηλιακή λειτουργία, τη φλεγμονώδη διαδικασία, τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων και την αιμόσταση.

Αναφορικά με τον καρκίνο, πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι οι πολυφαινόλες πιθανότατα επιδρούν σε γονίδια που σχετίζονται με την καρκινογένεση, επηρεάζοντας αφενός μεν τον κυτταρικό κύκλο, αφετέρου δε τη διαδικασία της απόπτωσης. Παρόλο που για τις καρδιαγγειακές παθήσεις υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα που δείχνουν άμεση επίδραση των πολυφαινολών στην παθοφυσιολογία της νόσου, για τον καρκίνο τα δεδομένα είναι ελλιπή και τα αποτελέσματα ασαφή.

Η ερευνητική δραστηριότητα των τελευταίων χρόνων έχει δείξει ότι το τσάι αποτελεί ένα ρόφημα με πληθώρα βιοδραστικών συστατικών, όπως οι κατεχίνες, που μπορούν να αυξήσουν την αντιοξειδωτική ικανότητα, δρώντας σε πολλαπλά συστήματα του οργανισμού. Η σημασία της αντιοξειδωτικής ικανότητας των φαινολικών συστατικών για την υγεία σήμερα διερευνάται με τα νέα εργαλεία της έρευνας στοχεύοντας στην κατανόηση της επίδρασης των φαινολικών συστατικών στην έκφραση γονιδίων και σε πλήθος δεικτών του μεταβολισμού. Αυτό θα αναδείξει τη σύνδεση της αντιοξειδωτικής ικανότητας με μακροχρόνιες θετικές επιδράσεις στην υγεία και θα επιτρέψει την πλήρη εκτίμηση της διατροφικής αξίας αυτού του ροφήματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Cabrera, A., Artacho, R. & Gimenez., R. (2006). Beneficial Effects of Green Tea-A review. Journal of the American College of Nutrition, 25(2), 79–99.

Ho, C-T., Lin, J-K. & Shahidi, F. (2009). Tea and tea products. Chemistry and health-promoting properties. CRC press, U.S.A. p. 1-20, 111-167.

Hodgson, J., Burke, V. & Puddey, I. (2005). Acute effects of tea on fasting and postprandial vascular function and blood pressure in humans. Journal of Hypertension, 23, 47-54.Hollman, P. C. & Katan, M.B. (1999). Absorption, metabolism and health effects of dietary flavonoids in man. Biomedecine & Pharmacotherapy, 51, 305-310.

Jochman, N., Bauman, G. & Stangl, V. (2008). Green tea and cardiovascular disease: from molecular targets towards human health. Current Opinion in Clinical Nutrition & Metabolic Care, 11, 758-765.

Koo, M. W. L., & Cho, C. H. (2004). Pharmological effects of green tea on the gastrointestinal system. European Journal of Pharmacology, 500, 177-185.

Koutelidakis, A. E., Argyri, K., Serafini, M., Proestos, C., Komaitis, M., Pecorari, M., & Kapsokefalou, M. (2009). Green tea, white tea and Pelargonium purpureum increase the antioxidant capacity of plasma and some organs of mice. Basic Nutritional Investigation, 25, 453-458.

Koutelidakis, A. & Kapsokefalou, M. 2012. Holistic approaches of tea bioactivity: interactions of tea and meal components studied in vitro and in vivo. In Tea in health and disease prevention. ed. Preedy V. Elsevier.

Koutelidakis, A. E., Rallidis, L., Koniari, K., Panagiotakos, D., Komaitis, M., Zampelas, A., Anastasiou-Nana, M. & Kapsokefalou M. 2013. Effect of green tea on postprandial antioxidant capacity, serum lipids, C Reactive Protein and glucose levels in patients with coronary artery disease. European Journal of Nutrition 53(2):479-86.

Luczaj, W. & Skrzydlewska, E. (2005). Antioxidative properties of tea. Preventive Medecine, 40, 910-918.

  • Αντώνιος Κουτελιδάκης
    Αντώνιος Κουτελιδάκης Καθηγητής Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής, MSc, PhD

    O Αντώνης Κουτελιδάκης είναι Καθηγητής Επιστήμων Τροφίμων και Διατροφής, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης (M.Sc.) και διδακτορικού τίτλου (PhD) με κατεύθυνση τη Διατροφή του Ανθρώπου. Διδάσκει ως Λέκτορας βάσει ΠΔ 407/80 στο Τμήμα Επιστήμης Τροφίμων και Διατροφής του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ενώ είναι Επιστημονικός Συνεργάτης της Μονάδας Διατροφής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.