640
Δίαιτα

Λειτουργικά τρόφιμα στον έλεγχο του βάρους

της Αναστασίας Μαρκάκη
21 Μαρτίου 2010
1 λεπτό να διαβαστεί
leitourgika trofima kai elegxos varous

Photo source: www.bigstockphoto.com

Τα λειτουργικά τρόφιμα είναι παρόμοια με τα συμβατικά τρόφιμα στην εμφάνιση, με τη διαφορά ότι παρέχουν οφέλη στην υγεία επιπλέον της βασικής τους διατροφικής αξίας, λόγω ορισμένων φυσιολογικά ενεργών συστατικών, τα οποία μπορούν να τροποποιηθούν ή να παραμείνουν ίδια ώστε να ενισχύσουν τη βιοδραστικότητα τους. Για παράδειγμα, λειτουργικά τρόφιμα έχουν μελετηθεί για την πρόληψη της οστεοπόρωσης, του καρκίνου και των καρδιαγγειακών ασθενειών (St-Onge, 2005).

Η αναζήτηση τροφίμων τα οποία μπορούν να δράσουν ως λειτουργικά στην πρόληψη και στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας, παρουσιάζει αυξημένο ενδιαφέρον σήμερα, που η παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα υγείας του ανεπτυγμένου κόσμου.

Γιατί αυξάνεται το βάρος μας;

Η διατήρηση σταθερού σωματικού βάρους απαιτεί ισορροπία μεταξύ της ενεργειακής πρόσληψης (ΕΠ) και της ενεργειακής κατανάλωσης (ΕΚ). Ακόμα και μικρή ανισορροπία σ’ αυτό το ενεργειακό ισοζύγιο μπορεί να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές του σωματικού βάρους στο πέρασμα του χρόνου και τελικά να οδηγήσει σε παχυσαρκία. Η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για πολλές χρόνιες παθήσεις, οπότε η ύπαρξη λειτουργικών τροφίμων τα οποία πιθανόν να αυξάνουν την ΕΚ, τη θερμογένεση ή το αίσθημα κορεσμού θα αποτελούσε έναν εύκολο και πρακτικό τρόπο στη διατήρηση σταθερού σωματικού βάρους ή ακόμα και στην ενίσχυση της απώλειας βάρους (St-Onge, 2005).

Είναι γνωστό ότι ο περιορισμός της ΕΠ και η αυξημένη φυσική δραστηριότητα μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια βάρους, όμως τέτοιες αλλαγές στον τρόπο ζωής φαίνεται να είναι δύσκολο να εφαρμοστούν και πολύ περισσότερο να διατηρηθούν, με αποτέλεσμα να υπάρχει υψηλό ποσοστό ατόμων με επαναπρόσληψη βάρους (St-Onge, 2005). Μερικά τρόφιμα τα οποία έχουν ταξινομηθεί ως λειτουργικά τρόφιμα στον έλεγχο του βάρους, λόγω της επίδρασης τους στην ΕΚ και στην όρεξη είναι τα τριγλυκερίδια και διγλυκερίδια  μέσης αλύσου, το τσάι, το γάλα, οι ξηροί καρποί, ο καφές, το συζευγμένο λινολεϊκό οξύ και η πρωτεΐνη της σόγιας (St-Onge, 2005; Greenberg et al, 2006; Velasquez and Bhathena, 2007; IFICF, 2007; Coates and Howe, 2007). Αν αυτά τα τρόφιμα ή τα συστατικά τροφίμων αποδειχτούν οριστικά, έπειτα από εκτεταμένες ανθρώπινες μελέτες, ότι επιδρούν στο μεταβολισμό της ενέργειας και του λίπους, θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα χρήσιμο συμπλήρωμα στη διαιτητική προσέγγιση της απώλειας βάρους.

Η συγκεκριμένη ανασκόπηση δε θα ασχοληθεί με διαιτητικά σχήματα (π.χ. φυτοφαγικές δίαιτες) ούτε με συγκεκριμένα συστατικά τροφίμων (π.χ. συζευγμένο λινολεϊκό οξύ), τα οποία έχει δειχθεί να έχουν λειτουργική δράση στον έλεγχο του βάρους, αλλά μόνο με τρόφιμα λειτουργικής δράσης και συγκεκριμένα αυτά που απαντώνται στη Μεσογειακή Διατροφή, όπως το γάλα και οι ξηροί καρποί. Επίσης, θα γίνει μια σύντομη αναφορά στη δράση του πράσινου τσαγιού και του καφέ, τα οποία δεν είναι χαρακτηριστικά της Μεσογειακής Διατροφής, αλλά καταναλώνονται καθημερινά ή εβδομαδιαία από μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.

Γάλα, γαλακτοκομικά προϊόντα και διαιτητικό ασβέστιο

Παρόλο που μετα-ανάλυση για την κατανάλωση ασβεστίου και την απώλεια βάρους δεν έδειξε η κατανάλωση ασβεστίου να σχετίζεται με αυξημένη απώλεια βάρους, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι δίαιτες πλούσιες σε γαλακτοκομικά προϊόντα παίζουν ρόλο στη ρύθμιση του βάρους και στη μειωμένη αποθήκευση λίπους σε ενήλικες και σε παιδιά (Pfeuffer & Schrezenmeir, 2006; Barba & Russo, 2006 St-Onge, 2005; Schrager, 2005; Heany et al, 2002; Zemel, 2002). 

Σε πρόσφατη έρευνα για την επίδραση της κατανάλωσης ασβεστίου στο σωματικό βάρος και στο ρυθμό αλλαγής του σωματικού βάρους γυναικών βρέθηκε ότι ο προβλεπόμενος Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) μειωνόταν όσο αυξανόταν η αναλογία ασβεστίου (Ca) προς πρωτεΐνη. Έτσι λόγος Ca : πρωτεΐνη=10 προέβλεπε ΔΜΣ=22,5, ενώ λόγος Ca : πρωτεΐνη=20 προέβλεπε ΔΜΣ=19,3. Ο τελευταίος λόγος ουσιαστικά αναλογεί στις πρόσφατες ημερήσιες συστάσεις για το Ca και την πρωτεΐνη που είναι κατά μέσο όρο για υγιείς ενήλικες και των δύο φύλων 1000mg και 50g αντίστοιχα (St-Onge, 2005). Άλλη έρευνα έδειξε ότι ο κίνδυνος παχυσαρκίας ήταν 85% μικρότερος στα άτομα που είχαν τις υψηλότερες προσλήψεις σε Ca, μετά την προσαρμογή που έγινε για την ηλικία, το φύλο, τη φυλή και την ενεργειακή πρόσληψη (Barba & Russo, 2006; St-Onge, 2005; Heany et al, 2002; Zemel, 2002).  Επίσης, έχει βρεθεί ότι η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων σχετίζεται αρνητικά με την εμφάνιση ενός ή περισσοτέρων παραγόντων του μεταβολικού συνδρόμου, όπως κοιλιακή παχυσαρκία, συνολική λιπώδη μάζα, αρτηριακή πίεση, δυσλιπιδαιμία και αντίσταση στην ινσουλίνη (Pfeuffer & Schrezenmeir, 2006; St-Onge, 2005;  Heany et al, 2002).

Συμπληρώματα ασβεστίου

Εφόσον η αύξηση  της πρόσληψης διαιτητικού ασβεστίου μέσω της αυξημένης πρόσληψης γαλακτοκομικών προϊόντων επηρεάζει το σωματικό βάρος, είναι εύκολο να γίνει η υπόθεση ότι η λήψη ασβεστίου μέσω διατροφικών συμπληρωμάτων θα βοηθήσει επίσης στην απώλεια βάρους. Η ανάλυση όμως τριών ερευνών για την επίδραση των συμπληρωμάτων ασβεστίου στη λιπογένεση έδειξε ότι σ’ αυτή τη μορφή το ασβέστιο δε βοήθησε στη μείωση του σωματικού βάρους ή του σωματικού λίπους (Barba & Russo, 2006; Schrager, 2005).

Πιθανοί μηχανισμοί

«Η Υπόθεση του Ασβεστίου» Διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι το ενδοκυττάριο ασβέστιο μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό των λιποκυττάρων. Υψηλή πρόσληψη διαιτητικού ασβεστίου σχετίζεται με μείωση των επιπέδων της 1,25-βιαταμίνης D, η οποία οδηγεί σε μειωμένη είσοδο ασβεστίου στα λιποκύτταρα και στα παγκρεατικά κύτταρα. Η δράση του ενδοκυττάριου ασβεστίου στο λιποκύτταρο έγκειται στην αύξηση της σύνθεσης των λιπαρών οξέων και στην αναστολή της λιπόλυσης, ενώ στο πάγκρεας βοηθάει στη διέγερση έκκρισης της ινσουλίνης, η οποία περαιτέρω αναστέλλει τη λιπόλυση και διεγείρει τη σύνθεση λιπαρών οξέων. Ως εκ τούτου, μείωση του ενδοκυττάριου ασβεστίου πιθανόν μειώνει τη λιπογένεση και αυξάνει τη λιπόλυση (Barba & Russo, 2006; St-Onge, 2005; Schrager, 2005; Heany et al, 2002; Zemel, 2002).

Άλλοι πιθανοί μηχανισμοί

  1. Έρευνες με δίαιτες ψηλές σε ασβέστιο έχουν υποστηρίξει ότι το διαιτητικό ασβέστιο επηρεάζει το μεταβολισμό του λίπος, όχι μόνο σε επίπεδο λιποκυττάρων, αλλά και λόγω αυξημένης αποβολής λίπους μέσω των κοπράνων και πιθανόν λόγω αυξημένης θερμογένεσης (Barba & Russo, 2006; Schrager, 2005; Zemel, 2002).
  2. Επίσης έχει προταθεί ότι το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα επηρεάζουν το μεταβολισμό του λίπους μέσω της δράσης τους στην ινσουλίνη: το μαγνήσιο, η λακτόζη ή καζεΐνη του γάλακτος, τα μέσης αλύσου λιπαρά οξέα, το συζευγμένο λινελαϊκό οξύ κλπ πιθανόν συμβάλλουν στη βελτίωση της ινσουλινοευαισθησίας (Barba & Russo, 2006; Pfeuffer & Schrezenmeir, 2006; St-Onge, 2005).
  3. Πρόσφατα έχει υποστηριχθεί ότι η ύπαρξη βιοενεργών ενώσεων στο γάλα, οι οποίες βρίσκονται σε μικρή ή καθόλου ποσότητα σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, πιθανόν δρουν ανεξάρτητα  από το ασβέστιο στη ρύθμιση της συσσώρευσης του σωματικού λίπους. Περισσότερη προσοχή έχει δοθεί στα βιοενεργά πεπτίδια του γάλακτος, τα οποία φαίνεται να μειώνουν την αρτηριακή πίεση (Barba & Russo, 2006; Pfeuffer & Schrezenmeir, 2006).
  4. Τέλος, άλλη μια πιθανή δράση των γαλακτοκομικών προϊόντων στη ρύθμιση του βάρους μοιάζει να είναι ο τρόπος ζωής των ατόμων που τα καταναλώνουν, δηλ. ίσως γενικότερα οι καλύτερες επιλογές τροφής και η αυξημένη φυσική δραστηριότητα. Αυτό έχει δειχθεί και στα παιδιά τα οποία καταναλώνουν περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα, ταυτόχρονα να καταναλώνουν περισσότερα γεύματα μέσα στην ημέρα. Το τελευταίο έχει αποδειχθεί ότι έχει αρνητική συσχέτιση με τη συνολική εναπόθεση λίπους (Barba & Russo, 2006; Pfeuffer & Schrezenmeir, 2006).

Συμπεράσματα

  • Όλες οι έρευνες δεν έχουν δείξει τα ίδια αποτελέσματα. Κάποιες έρευνες με αυξημένο διαιτητικό ασβέστιο σε υποθερμιδικές ή ισοθερμιδικές δίαιτες δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική επίδραση στη ρύθμιση του σωματικού λίπους ή στην απώλεια βάρους (Barr, 2007; Caan et al, 2007; Gunther et al, 2005)
  • Είναι δύσκολο να αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι ένα συγκεκριμένο τρόφιμο έχει συγκεκριμένες ιδιότητες
  • Η επίδραση ενός τροφίμου πιθανόν να είναι διαφορετική σε διαφορετικά άτομα
  • Περισσότερες έρευνες χρειάζονται για να επιβεβαιωθεί η επίδραση του γάλακτος στον έλεγχο και στην απώλεια βάρους (Barba & Russo, 2006; St-Onge, 2005; Schrager, 2005)

Ξηροί καρποί

Οι ξηροί καρποί, χαρακτηριστική τροφή της Μεσογειακής διατροφής, χαρακτηρίζονται από το υψηλό τους περιεχόμενο σε θερμίδες και σε λίπος και συχνά αποκλείονται από το ημερήσιο διαιτολόγιο. Εντούτοις, αρκετές έρευνες που εξέταζαν τη δράση των ξηρών καρπών στο λιπιδαιμικό προφίλ, δε βρήκαν κάποια αρνητική επίδραση στο σωματικό βάρος των εθελοντών. Αντίθετα, έδειξαν ότι τα αμύγδαλα, τα καρύδια, τα φυστίκια αιγίνης ή τα αράπικα φυστίκια βελτιώνουν το προφίλ των λιπιδίων στο πλάσμα, με μείωση της ολικής και της LDL-χοληστερόλης, έχοντας έτσι ευεργετική επίδραση στον καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά και συνολικά στη μείωση της εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου μέσω της ευνοϊκής επίδρασης στη σύσταση σώματος  (Coates and Howe, 2007; St-Onge, 2005). 

Βιοενεργά συστατικά των ξηρών καρπών

Οι ξηροί καρποί αποτελούνται κατά 50-75% από λίπος, αποδίδοντας κατά μέσο όρο 5-7kcal/g, απ’ το οποίο ελάχιστο είναι κορεσμένο, ενώ το περισσότερο είναι μονοακόρεστο και πολυακόρεστο, γεγονός που τους κατατάσσει στα τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας. Για παράδειγμα τα αράπικα φυστίκια είναι πλούσια σε μονοακόρεστο λίπος, με περισσότερο από 80% ολεϊκό οξύ, ενώ τα καρύδια χαρακτηρίζονται από την υψηλή τους περιεκτικότητα σε α-λινολενικό οξύ, το μικρής αλύσου ω-3 πολυακόρεστο οξύ. 
Οι ξηροί καρποί είναι επίσης πλούσια πηγή πρωτεϊνών (περίπου το 25% της ολικής τους ενέργειας), και στην περίπτωση του αράπικου φυστικιού, υπάρχει εξαιρετικά υψηλό περιεχόμενο σε L-αργινίνη. Μόνο το 15% της ολικής τους ενέργειας προέρχεται από  υδατάνθρακες, ενώ αποτελούν πλούσια πηγή και φυτικών ινών, με διακύμανση 4-11% του βάρους τους.
Οι ξηροί καρποί είναι επίσης πλούσια πηγή κι άλλων βιοενεργών συστατικών, όπως  φολικό οξύ, μαγνήσιο, κάλιο, χαλκό και φυτοστερόλες, όπως η στιγμαστερόλη, η καμπεστερόλη και η σιτοστερόλη. Η πλούσια περιεκτικότητα τους σε αντιοξειδωτικές βιταμίνες (π.χ. τοκοφερόλη) και φλαβονοειδή (π.χ. ρεσβερατρόλη στα φυστίκια) βοηθά στη μείωση του οξειδωτικού στρες.  Τα αμύγδαλα είναι ιδιαίτερα πλούσια σε τοκοφερόλες, συμπεριλαμβανομένης της α-τοκοφερόλης, της πιο ενεργής μορφής της βιταμίνης Ε, με ισχυρά αντιαθηρογενετικές επιδράσεις. Όλα αυτά τα στοιχεία έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου (CHD) (Coates and Howe, 2007; St-Onge, 2005). 

Σωματικό βάρος και παχυσαρκία

Το υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο των ξηρών καρπών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωσή τους προάγει την αύξηση του βάρους. Όμως, δεδομένα που συλλέχθησαν από 12.000 άτομα σε έρευνα που διεξήγαγε το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ έδειξε, ότι ο ΔΜΣ ήταν χαμηλότερος στα άτομα που κατανάλωναν ξηρούς καρπούς έναντι όσων δεν κατανάλωναν (23,8±0,1 kg/m2  έναντι 25,0±0,1 kg/m2 ) παρά την υψηλότερη ενεργειακή τους πρόσληψη (2191±20 kcal/day έναντι 1997±9 kcal/day). Επίσης, κλινικές έρευνες παρέμβασης δείχνουν, ότι η εισαγωγή ξηρών καρπών σε δίαιτες μειωμένων θερμίδων, ενισχύουν την απώλεια βάρους ή τουλάχιστον περιορίζουν την πρόσληψη βάρους (Coates and Howe, 2007; St-Onge, 2005).

Επιπλέον, σε έρευνα σύγκρισης διαιτών χαμηλών σε θερμίδες, όπου η μια ήταν πλούσια σε υδατάνθρακες και η άλλη ήταν πλούσια σε αμύγδαλα, μετρήθηκαν διάφοροι μεταβολικοί παράμετροι και δείκτες σύστασης σώματος. Έπειτα από 24 εβδομάδες, όλα τα άτομα έχασαν βάρος, όμως η ομάδα με τη δίαιτα πλούσια σε αμύγδαλα είχε 62% μεγαλύτερη απώλεια στο βάρος, 50% μεγαλύτερη μείωση στην περιφέρεια μέσης και 56% μεγαλύτερη απώλεια λίπους, ενώ έδειξε και μεγαλύτερη βελτίωση στην ομοιόσταση της γλυκόζης. Παρόμοια αποτελέσματα φάνηκαν και σε έρευνα όπου παρατηρήθηκε διπλάσια μείωση βάρους σε δίαιτα χαμηλής ενέργειας, μέτριου λίπους και υψηλής περιεκτικότητας σε ξηρούς καρπούς σε σύγκριση με δίαιτα χαμηλής ενέργειας, χαμηλού λίπους. Εντυπωσιακή ήταν η διαφορά στη μείωση της περιφέρειας μέσης, δηλ. στο σπλαχνικό λίπος (Coates and Howe, 2007; St-Onge, 2005).

Επίδραση στην όρεξη και στο ενεργειακό ισοζύγιο

Η καταστολή της όρεξης που παρατηρείται μετά την κατανάλωση των ξηρών καρπών πιθανόν να οφείλεται στο υψηλό τους περιεχόμενο σε ενέργεια, πρωτεΐνη και φυτικές ίνες. Για παράδειγμα έχει φανεί ότι το φυστικέλαιο προκαλεί μικρότερο κορεσμό από ότι ολόκληρα τα φυστίκια. Επίσης, το προφίλ των λιπαρών οξέων των ξηρών καρπών πιθανόν επηρεάζει τον κορεσμό, μέσω του διαφορετικού μήκους των αλύσεων και του επιπέδου κορεσμού τους λόγω του διαφορετικού ρυθμού οξείδωσής τους. Επιπλέον, αρκετές έρευνες ανέφεραν μικρότερη αύξηση του βάρους από την αναμενόμενη, μετά την αυξημένη κατανάλωση ξηρών καρπών. Αυτό, πιθανόν οφείλεται στην ατελή απορρόφηση της ενέργειάς τους, λόγω του υψηλού περιεχομένου τους σε φυτικές ίνες, ή εναλλακτικά, στην ενίσχυση του μεταβολισμού του λίπους, λόγω του υψηλού περιεχομένου τους σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (Coates and Howe, 2007; St-Onge, 2005).

Συμπεράσματα

  • Τα αποτελέσματα των ερευνών για την επίδραση των ξηρών καρπών στην απώλεια ή στη διατήρηση του βάρους είναι αμφιλεγόμενα
  • Πιθανοί λόγοι δράσης στον έλεγχο του βάρους είναι η αύξηση του κορεσμού, η αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης ηρεμίας ή η ενεργειακή δυσαπορρόφηση
  • Τα οφέλη των ξηρών καρπών αποδεδειγμένα σχετίζονται με την πρόληψη της δυσλιπιδαιμίας, της αντίστασης στην ινσουλίνη και της ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας (πρόληψη Μεταβολικού Συνδρόμου)
  • Ο οργανισμός τροφίμων και ποτών (FDA) των ΗΠΑ ήδη προτείνει κατανάλωση ξηρών καρπών 43γρ/ημέρα για τη μείωση του κινδύνου CHD
  • Περαιτέρω έρευνες για τη δράση των ξηρών καρπών στην απώλεια βάρους πρέπει να διεξαχθούν (Coates & Howe, 2007; St-Onge, 2005)

Πράσινο Τσάι

Το τσάι είναι το αφέψημα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση παγκοσμίως. Υπάρχουν 3 κατηγορίες τσαγιού – μαύρο, πράσινο κι ένα μίγμα μαύρου και πράσινου – με το μαύρο τσάι να αποτελεί το 80% της συνολικής κατανάλωσης. Το πράσινο τσάι είναι το πιο πλούσιο σε πολυφαινολικές ενώσεις, όπως επικατεχίνη, επικατεχίνη galate, επιγκαλοκατεχίνη και επιγκαλοκατεχίνη galate (EGCG). Οι πολυφαινόλες του τσαγιού έχουν βρεθεί να είναι ισχυρά αντιοξειδωτικά, που πιθανόν μειώνουν την οξείδωση της LDL και το σχηματισμό των οξειδωμένων μεταβολιτών του DNA (oxidized DNA metabolites), συμβάλλοντας έτσι στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και του καρκίνου (St-Onge, 2005).

Την τελευταία δεκαετία, έχει δοθεί ιδιαίτερη σημασία και στο ρόλο του πράσινου τσαγιού στη ρύθμιση του σωματικού βάρους, λόγω αυξημένης θερμογένεσης και κορεσμού. Οι επιδράσεις του στον έλεγχο του βάρους έχουν μελετηθεί εκτενώς σε κύτταρα, ζώα και ανθρώπους. Εργαστηριακά και ζωικά μοντέλα δείχνουν, ότι οι κατεχίνες του πράσινου τσαγιού και ιδιαίτερα η EGCG φαίνεται να βοηθούν στον έλεγχο του βάρους μέσω:

  1. μείωσης του πολλαπλασιασμού των λιποκυττάρων
  2. παρεμπόδισης της απορρόφησης του λίπους
  3. μείωσης των τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης, γλυκόζης και ινσουλίνης αίματος.

Επίσης, το πράσινο τσάι έχει βρεθεί ν’ αυξάνει την οξείδωση του λίπους, ενώ σε ανθρώπινες μελέτες έχει φανεί να μειώνει τη σωματική μάζα και το σωματικό λίπος (Wolfram et al, 2006)

Συμπεράσματα

Περισσότερη έρευνα απαιτείται για να επιβεβαιωθεί οριστικά αν το τσάι επιδρά στην καλύτερη διατήρηση του σωματικού βάρους ή στη μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε πρόγραμμα αδυνατίσματος και εάν αυτή η επίδραση είναι περισσότερη από αυτή που μπορεί ν΄ αποδοθεί στο περιεχόμενο του σε καφεΐνη και άρα στην επίδραση του στην ΕΚ (St-Onge, 2005).  
Αν και δεν έχει οριστεί η ημερήσια ποσότητα τσαγιού που θα επιδράσει θετικά στη ρύθμιση του βάρους, έχει οριστεί η ποσότητα που μπορεί να επιδράσει με γενικά οφέλη στην υγεία και η οποία κυμαίνεται στα 2-10 φλυτζάνια ημερησίως (FDA, 2006).

Καφές

Από τις λίγες έρευνες που έχουν γίνει σε ανθρώπους φαίνεται ότι η χρόνια κατανάλωση καφεΐνης (π.χ. τσαγιού) και καφέ μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του σωματικού βάρους και πιθανόν, ως αποτέλεσμα αυτού, και στη μείωση εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη. Δραστική ουσία είναι, πιθανόν, η καφεΐνη, η οποία φαίνεται να δρα σε μη παχύσαρκα άτομα, μέσω της αύξησης της θερμογένεσης, της λιπόλυσης, της οξείδωσης του λίπους και της έκκρισης ινσουλίνης (Greenberg et al, 2007).

Επίσης, ενώσεις στον καφέ, διαφορετικές της καφεΐνης, πιθανόν να βοηθούν στην απώλεια του βάρους, καθώς σε επιδημιολογική έρευνα  βρέθηκε παρόμοια δράση και σε ντεκαφεϊνέ καφέ, παρόλο που το αντίθετο έδειξε άλλη έρευνα σε ανθρώπους (Greenberg et al, 2007).
Άλλη υπόθεση για την καφεΐνη και πιθανόν και τις άλλες ενώσεις του καφέ είναι η αύξηση του κορεσμού, που οδηγεί τα άτομα σε απώλεια βάρους. Σε έρευνα, βρέθηκε αυξημένος κορεσμός και μειωμένη συγκέντρωση λεπτίνης, σε άτομα με συχνή κατανάλωση καφεϊνούχων ποτών. Εντούτοις, η επίδραση του καφέ στον κορεσμό δεν έχει επαρκώς διερευνηθεί στους ανθρώπους (Greenberg et al, 2007).

Συμπεράσματα

Παρόλο που η μακροχρόνια κατανάλωση καφέ και καφεΐνης φαίνεται να έχουν ασθενή επίδραση στην απώλεια βάρους των ατόμων, περαιτέρω έρευνα απαιτείται για τη διερεύνηση της επίδρασης αυτής.

Σύμφωνα πάντως με τις οδηγίες της Καναδέζικης κυβέρνησης για υγιεινή διατροφή, η προτεινόμενη ημερήσια κατανάλωση καφεΐνης περιορίζεται στα 400-450mg/ημέρα, το οποίο μεταφράζεται σε 2-3 φλυτζάνια καφέ ημερησίως, εξαιρουμένων των γυναικών σε κύηση και θηλασμό και των παιδιών  (Greenberg et al, 2007).

Επίλογος

Οι μέχρι στιγμής έρευνες δεν παρέχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία για τη δράση των προαναφερόμενων τροφίμων στην απώλεια του βάρους, η προσθήκη τους όμως σ’ ένα υγιεινό και ισορροπημένο διαιτολόγιο μπορεί να προσφέρει επιπλέον όφελος στη διαχείριση του βάρους.

Επίσης, ήπιος περιορισμός της ενεργειακής πρόσληψης, μέσω ενός ισορροπημένου διατροφικού μοντέλου, όπως η Μεσογειακή Διατροφή, και ταυτόχρονη αύξηση της φυσικής δραστηριότητας αποτελεί μέχρι στιγμής τη μοναδική μέθοδο για ασφαλή και μόνιμη απώλεια βάρους και επίτευξη επιθυμητής σύστασης σώματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Barba G and Russo P. Dairy foods, dietary calcium and obesity: A short review of the evidence. Nutr Metab Cardiovasc Dis 2006;16:445-51

Barr SI. Calcium and body fat in peripubertal girls: cross-sectional and longitudinal observations. Obesity 2007;15(5):1302-10

Caan B, Neuhouser M, Aragaki A et al. Calcium plus vitamin D supplementation and the risk of postmenopausal weight gain. Arch Intern Med 2007;167(9):893-902

Coates AM and Howe PRC. Edible nuts and metabolic health. Curr Opin Lipidol 2007;18:25-30

Greenberg JA, Boozer CN and Geliebter A. Coffee, diabetes, and weight control. Am J Clin Nutr 2006;84:682-93

Gunther CW, Legowski PA, Lyle RM et al. Dairy products do not lead to alterations in body weight or fat mass in young women in a 1-y intervention. Am J Clin Nutr 2005;81:751-6

Heaney RP, Davies KM and Barger-Lux MJ. Calcium and Weight: Clinical Studies. J Am Coll Nutr 2002;21(2):152S-155S

Pfeuffer M and Schrezenmeir J. Milk and the metabolic syndrome. Obesity Reviews 2006;8:109-118Schrager S. Dietary Calcium Intake and Obesity. J Am Board Fam Pract 2005;18:205-10

St-Onge MP. Dietary fats, dairy, and nuts: potential functional foods for weight control? Am J Clin Nutr 2005;81:7-15

Velasquez MT and Bhathena SJ. Role of Dietary Soy Protein in Obesity. Int J Med Sci 2007;4(2):72-82

Wolfram S, Wang Y, Thielecke F. Anti-obesity effects of green tea: from bedside to bench. Mol Nutr Food Res 2006;50(2):176-87

Zemel MB. Regulation of Adiposity and Obesity Risk By Dietary Calcium: Mechanisms and Implications. J Am Coll Nutr 2002;21(2):146S-151S

ific.org/nutrition/functional (International Food Information Council Foundation. Functional Foods. 2007)

http://www.fda.gov/cder/foi/label/2006/021902lbl.pdf

  • Αναστασία Μαρκάκη
    Αναστασία Μαρκάκη Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, MSc, Καθηγήτρια Εφαρμογών, ΑΤΕΙ Κρήτης, Παράρτημα Σητείας, Τμήμα Διατροφής & Διαιτολογίας
ΣΧΟΛΙΑ
Η medNutrition σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.