739
Δίαιτα

Παράγοντες που ρυθμίζουν το σωματικό βάρος

19 Απριλίου 2009
του Βασίλειου Παπαμίκου
isozugio

Photo source: www.bigstockphoto.com

Το φαινόμενο της εξάπλωσης της παχυσαρκίας δεν είναι καινούριο. Από τη στιγμή της εμφάνισής του η επιστημονική κοινότητα άρχισε να αναζητεί τους παράγοντες που παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους. Από το 1955 που ο Κένεντι διατύπωσε τη θεωρία της λιπόστασης έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια. Ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της κυκλοφορίας στο αίμα ενός χημικού παράγοντα ο οποίος ανάλογα με τη συγκέντρωσή του «ενημερώνει» τον εγκέφαλο για την κατάσταση των αποθεμάτων του λίπους που υπάρχουν στο σώμα. Με αυτόν τον τρόπο ο εγκέφαλος προσαρμόζει ανάλογα την όρεξη και την πρόσληψη ενέργειας μέσω της τροφής.

Πριν από δεκαετίες υπήρχε μόνο το μοντέλο με βάση το οποίο η ρύθμιση του σωματικού βάρους ήταν κεντρική και εκτελούνταν από 2 κέντρα (αυτό της πείνας και αυτό του κορεσμού) που βρίσκονται στην περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται υποθάλαμος. Η εξέλιξη της επιστημονικής δραστηριότητας άρχισε με την πάροδο των χρόνων να συμπληρώνει επιπρόσθετους παράγοντες στο σύνθετο πάζλ του ελέγχου του σωματικού βάρους. Έτσι, φαίνεται πως η ρύθμιση της πρόσληψης τροφής είναι το σύνθετο αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης χημικών και νευρικών σημάτων μεταξύ εγκέφαλου, πεπτικού συστήματος και λιπώδους ιστού. Οι περιφερικοί ιστοί (λιπώδης ιστός και πεπτικό σύστημα) του σώματος στέλνουν συνεχώς μηνύματα πίσω στον εγκέφαλο για να τον ενημερώσουν για την κατάσταση της τροφής που έχει εισέλθει και για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η πέψη. Τα σήματα αυτά δρουν ουσιαστικά ως ορμόνες, αφού η πληροφορία που μεταφέρουν επηρεάζει έμμεσα τη λειτουργία άλλων οργάνων.

Τα οχήματα αυτών των μηνυμάτων δεν είναι άλλα από τα διάφορα νευροπεπτίδια που απαντώνται στην κυκλοφορία του αίματος. Έτσι, ο λιπώδης ιστός χρησιμοποιεί νευροπεπτίδια όπως η λεπτίνη, και η ινσουλίνη ενώ ο γαστρεντερικός σωλήνας έχει ανάλογους «αγγελιοφόρους», όπως η χολεκυστοκινίνη, το πεπτίδιο YY και το πεπτίδιο GLP-1. Η ινσουλίνη και η λεπτίνη (που εκκρίνεται από τα κύτταρα του λίπους) για παράδειγμα, ενεργοποιούν τις βιοχημικές διαδικασίες του εγκεφάλου που οδηγούν το σώμα να χρησιμοποιήσει θρεπτικά συστατικά από τα ήδη αποθηκευμένα (καταβολικές διαδικασίες).Παράλληλα, αναστέλλουν τις διαδικασίες που έχουν αντίθετη δράση, εκείνες δηλαδή που οδηγούν τον οργανισμό στο να αποθηκεύσει θρεπτικά συστατικά στα αποθέματα του (αναβολικές διαδικασίες). 

Από τη στιγμή που τα βιοχημικά σήματα θα φθάσουν στον εγκέφαλο διαχέονται μεταξύ των διαφόρων κέντρων του υποθαλάμου, τα οποία βρίσκονται σε άρρηκτη συσχέτιση μεταξύ τους. Ένας επιπρόσθετος ρυθμιστικός παράγοντας σε αυτή την αέναη μεταφορά σημάτων είναι τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Σε όλη την έκταση του υποθάλαμου υπάρχουν νευρώνες που «καταγράφουν» τη συγκέντρωση της γλυκόζης. Ανάλογα με τα επίπεδά της επηρεάζεται η προαναφερθείσα «βιοχημική αλληλογραφία».

Ένα άλλο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι η σχέση μεταξύ μακροπρόθεσμης ρύθμισης του σωματικού βάρους και βραχυπρόθεσμου ελέγχου της έναρξης και του τερματισμού των γευμάτων. Κάθε σήμα που ελέγχει μακροπρόθεσμα το βάρος τελικά φαίνεται πως έχει επίδραση στο μέγεθος και τη συχνότητα των γευμάτων. Η λεπτίνη για παράδειγμα έχει φανεί πως μειώνει την πρόσληψη τροφής μέσα από τη μείωση του μεγέθους των γευμάτων. Ουσιαστικά ενεργοποιεί τους μηχανισμούς που τερματίζουν νωρίτερα το γεύμα.

Ανακεφαλαιώνοντας, η φύση δείχνει να προσπαθεί να βελτιστοποιήσει την ποσότητα του λίπους και κατ’ επέκταση του βάρους στο σώμα μας. Αυτό άλλωστε δείχνουν μελέτες στις οποίες ο χειρισμός του βάρους είχε ως αποτέλεσμα άμεση προσαρμογή της ενεργειακής πρόσληψης και κατανάλωσης του οργανισμού. Φυσικά η όρεξή μας ελέγχεται και από άλλους ενδογενείς παράγοντες όπως η έκφραση των γονιδίων αλλά και από εξωτερικούς παράγοντες όπως περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και συμπεριφοριστικοί. Η γνώση που έχει συγκεντρωθεί ως τώρα δε φαίνεται να επαρκεί ακόμη για να εμποδίσει του αυξητικούς ρυθμούς του φαινομένου της παχυσαρκίας. Γι’ αυτό ακριβώς κάθε έρευνα για φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τους ποικίλους περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ευρεία χρήση τροφίμων που εξαιτίας της ελκυστικής γεύσης και της μεγάλης ενεργειακής πυκνότητας τείνουν να παρακάμπτουν τους προαναφερόμενους ρυθμιστικούς μηχανισμούς.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ευεξία & Διατροφή. Τεύχος 36 ΜΑΡΤΙΟΣ/ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2009

  • Βασίλειος Παπαμίκος Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος.
×
×