771
Νέα - Ειδήσεις

Πως θα βελτιώσουμε την υγεία των οστών και την πρόσληψη ασβεστίου σε βρέφη, παιδιά και εφήβους;

18 Ιανουαρίου 2008
Πως θα βελτιώσουμε την υγεία των οστών και την πρόσληψη ασβεστίου σε βρέφη, παιδιά και εφήβους;

Photo source: www.bigstockphoto.com

Σύμφωνα με στοιχεία από μελέτες, σε εθνικό επίπεδο, στις ΗΠΑ, τα περισσότερα παιδιά ηλικίας άνω των 8 χρόνων δεν φθάνουν στη συνιστώμενη πρόσληψη ασβεστίου. Η διαχρονικά επαρκής πρόσληψη ασβεστίου κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας είναι αναγκαία για την επίτευξη της μέγιστης οστικής μάζας, γεγονός που μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στη μείωση του κινδύνου καταγμάτων και οστεοπόρωσης αργότερα.

Ο ρόλος του ασβεστίου και ο μεταβολισμός του

Περίπου 99% του συνολικού ασβεστίου του σώματος βρίσκεται στα οστά και μικρές, μόνον, ποσότητες στο πλάσμα και το εξωκυττάριο υγρό. Η πρωταρχική ανάγκη διαιτητικής πρόσληψης ασβεστίου είναι για να εναποτεθεί στα οστά. Η υπασβεστιαιμία και η ραχίτιδα από έλλειψη ασβεστίου είναι ασυνήθεις σε υγιή βρέφη, παιδιά και εφήβους. Η ομοιοστασία του ασβεστίου στον οργανισμό διατηρείται με τη δράση ορμονών, που ρυθμίζουν το ασβέστιο, κυρίως η παραθορμόνη και η καλσιτονίνη, και της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D. Το ασβέστιο απορροφάται στο έντερο με διαδικασία και παθητική και ενεργητική. Η ενεργητική διαδικασία είναι πιο σημαντική σε καταστάσεις στις οποίες υπολείπεται η διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου. Εντούτοις, η ικανότητα ανταπόκρισης σε χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου είναι περιορισμένη και η ενεργητική απορρόφηση δεν αντισταθμίζει την χαμηλή πρόσληψη. Για την ενεργητική διαδικασία απαιτείται βιταμίνη D. Έτσι, για την καλή υγεία των οστών απαιτείται ικανοποιητική πρόσληψη και ασβεστίου και βιταμίνης D. Σύμφωνα με τις τρέχουσες συστάσεις, για όλα τα βρέφη (περιλαμβανομένων και εκείνων που θηλάζουν), παιδιά και εφήβους η επαρκής ημερήσια πρόσληψη βιταμίνης D είναι 200 IU (5 μg).

Πρόσληψη ασβεστίου στην εφηβεία

Η ικανοποιητική πρόσληψης ασβεστίου είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τη εφηβεία. Ο μέγιστος ρυθμός εναπόθεσης ασβεστίου επιτυγχάνεται σε ηλικία περίπου 12.5 χρόνων στα κορίτσια και 14 χρόνων στα αγόρια. Κατά την διάρκεια των 3-4 χρόνων της αυξημένης σύνθεσης οστικής μάζας, που συμβαίνει κατά την εφηβεία, συντίθεται το 40% της δια βίου συνολικής οστικής μάζας. Σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση ελεγχόμενων μελετών, παρατηρήθηκε αύξηση της μετάλλωσης των οστών σε έφηβους μετά από συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου. Εντούτοις, άλλα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου για μικρό χρονικό διάστημα (π.χ. 1-2 χρόνια) μπορεί να μην έχει καμία απώτερη ωφέλεια στην επίτευξη και διατήρηση μέγιστης οστικής μάζας. Το εύρημα αυτό τονίζει τη σημασία της υιοθέτησης διαιτητικών συνηθειών στην παιδική ηλικία, οι οποίες προάγουν τη δια βίου επαρκή πρόσληψη ασβεστίου. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν μακρόχρονες μελέτες για να καταδειχθούν τα προσδοκώμενα ωφέλη από τη διατήρηση της συνιστώμενης πρόσληψης ασβεστίου από την παιδική και εφηβική ηλικία στην ενήλικο ζωή στη συνέχεια. Επιδημιολογικά, όμως, στοιχεία υποστηρίζουν την επικρατούσα άποψη ότι, με την υιοθέτηση ενός διαιτολογίου που εξασφαλίζει επαρκή πρόσληψη ασβεστίου, θα επιτευχθεί βέλτιστη οστική μάζα στην εφηβεία και θα μειωθεί ο βαθμός οστεοπόρωσης στη ενήλικη ζωή.

Έλλειψη ασβεστίου και κίνδυνος κατάγματος

Πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν ότι η χαμηλή οστική μάζα μπορεί να αποτελεί πρόσθετο παράγοντα κινδύνου για κατάγματα στα παιδιά. Έχει βρεθεί συσχέτιση μεταξύ της απότομης αύξησης κατά την εφηβεία (που αντιστοιχεί στο μέγιστο ρυθμό ανάπτυξης οστικής μάζας) και του κινδύνου κατάγματος. Ήδη, από το 1994, έχει αναφερθεί ότι η αυξημένη πρόσληψη ασβεστίου έχει προστατευτική δράση έναντι καταγμάτων σε εφήβους, αγόρια και κορίτσια. Σε μελέτη του 1998, διαπιστώθηκε χαμηλότερη οστική μάζα σε πολλαπλά σημεία του σκελετού σε ομάδα 100 κοριτσιών, ηλικίας 3-15 χρόνων, με κάταγμα στο άπω τμήμα του αντιβραχίου σε σύγκριση με ίδιας ηλικίας και φύλου μάρτυρες. Από τον πληθυσμό της μελέτης, τα κορίτσια ηλικίας 11-15 χρόνων με κάταγμα είχαν μικρότερη πρόσληψη ασβεστίου απ’ ότι οι αντίστοιχης ηλικίας μάρτυρες. Μετά από 4 χρόνια παρακολούθησης των κοριτσιών αυτών, συνέχιζαν να έχουν αυξημένη συχνότητα καταγμάτων εκείνα που είχαν χαμηλότερη πρόσληψη ασβεστίου. Χαμηλότερη οστικής μάζα σε πολλαπλά σημεία βρέθηκε, επίσης, σε αγόρια ηλικίας 3-19 χρόνων με κάταγμα στο άπω τμήμα του αντιβραχίου σε σύγκριση με ιδίας ηλικίας και φύλου μάρτυρες. Αυξημένη, επίσης, ήταν η συχνότητα καταγμάτων σε παιδιά, που δεν έπιναν γάλα. Χρειάζονται περισσότερες προοπτικές μελέτες για τη σχέση μεταξύ καταγμάτων και πρόσληψης ασβεστίου, για να εκτιμηθεί πλήρως το μέγεθος της αύξησης του κινδύνου κατάγματος σε σχέση με διαφορετικά επίπεδα πρόσληψης ασβεστίου. Εντούτοις, από διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι η χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου θα μπορούσε να αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για κάταγμα.

Διατροφικοί παράγοντες που επηρεάζουν την απορρόφηση του ασβεστίου

Εκτός από την περιεκτικότητα του διαιτολογίου σε ασβέστιο και βιταμίνη D, και άλλοι διαιτητικοί παράγοντες είναι σημαντικοί στη μεγιστοποίηση της κατακράτησης του διαιτητικώς προσλαμβανομένου ασβεστίου. Στις ουσίες που μπορεί να μειώσουν την κατακράτησή του περιλαμβάνονται το αλκοόλ, η καφεΐνη, τα οξαλικά, φυτικά συστατικά (π.χ. στη σόγια) και η πρωτεΐνη. Η επίδραση της διαιτητικώς προσλαμβανομένης πρωτεΐνης στην ισορροπία του ασβεστίου είναι σύνθετη. Αν και αυξάνει την αποβολή του ασβεστίου στα ούρα αυξάνοντας το συνολικό ποσόν του όξινου φορτίου (από τον μεταβολισμό της), στις συνιστώμενες ποσότητες διαιτητικής πρόσληψης ασβεστίου λαμβάνεται υπ΄ όψη η τυπική ποσότητα προσλαμβανόμενης πρωτεΐνης στον πληθυσμό. Γενικά, στα παιδιά και τους εφήβους, δεν συνιστάται η προσαρμογή της πρόσληψης ασβεστίου βάσει της πρόσληψης πρωτεΐνης. Το διαιτητικώς προσλαμβανόμενο νάτριο είναι, επίσης, σημαντικός παράγοντας στην απέκκριση του ασβεστίου από τον νεφρό, επειδή το νάτριο και το ασβέστιο μοιράζονται το ίδιο σύστημα μεταφοράς στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο. Αν και υπάρχουν κάποιοι προβληματισμοί για τις αρνητικές επιπτώσεις της αυξημένης πρόσληψης νατρίου (π.χ. από αλμυρά σνακς) στην αποβολή του ασβεστίου στα παιδιά, οι τρέχουσες συστάσεις για την πρόσληψη ασβεστίου δεν διαφοροποιούνται βάσει της πρόσληψης νατρίου. Υπάρχουν, επίσης, στοιχεία που δείχνουν ότι η διαιτητική πρόσληψη καλίου και διττανθρακικών, κυρίως από φρούτα και λαχανικά, μπορεί να μειώσει την αποβολή ασβεστίου στα ούρα, επειδή το κάλιο και τα διττανθρακικά μπορούν να υπερκεράσουν την υπερασβεστιουρική δράση του διαιτητικού φορτίου χλωριούχου νατρίου. Έτσι, δεδομένων των ποικίλων διαιτητικών παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία των οστών, έχει σημασία η υιοθέτηση σωστών διαιτητικών συνηθειών από την παιδική ηλικία και η δια βίου τήρησή τους.

Ασκήσεις με βάρη και οστική μάζα

Στην επίτευξη της μέγιστης οστικής μάζας παίζουν, επίσης, ρόλο ασκήσεις με βάρη, αλλά είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα στοιχεία, όσον αφορά στην ποσοτικοποίηση του αποτελέσματος αυτού. Υπάρχουν στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία, η παιδική και εφηβική ηλικία πιθανόν να αντιπροσωπεύει μια σημαντική περίοδο για την επίτευξη ευεργετικών αποτελεσμάτων, που διαρκούν επί μακρόν, στα οστά από την τακτική άσκηση. Σε σχετική μελέτη σε παιδιά, διαπιστώθηκε ότι η τακτική άσκηση με βάρη είχε μεγαλύτερη επίδραση στη μέγιστη οστική μάζα απ’ ότι το διαιτητικώς προσλαμβανόμενο ασβέστιο. Γενικά, ευρήματα μελετών υποστηρίζουν ότι η μέτρια άσκηση με βάρη, όπως τρέξιμο ή άλματα, έχει πιο θετικές επιπτώσεις στην οστική μάζα σε σύγκριση με ασκήσεις χωρίς βάρη, όπως η κολύμβηση, κατά τις οποίες η τάση που ασκείται στο οστό είναι ελάχιστη. Παραμένει, ακόμη, ασαφές, αν συγκεκριμένο επίπεδο πρόσληψης ασβεστίου επηρεάζει το μέγεθος της ωφέλειας της οστικής μάζας από τη σωματική άσκηση ή αν η άσκηση μόνη της, ανεξάρτητα από την πρόληψη ασβεστίου, βελτιώνει την οστική μάζα.

Το υπερβάλλον βάρος και η παχυσαρκία είναι παράγοντες, που έχουν σχετισθεί με αυξημένη οστική πυκνότητα, αλλά υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν αυξημένη επίπτωση καταγμάτων σε υπέρβαρα παιδιά. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί, εν μέρει, από πρόσφατες παρατηρήσεις σύμφωνα με τις οποίες, η διαχρονική πρόσληψη ασβεστίου σε παιδιά βρίσκεται σε αρνητική συσχέτιση με το ποσοστό λίπους στον οργανισμό και τον Δείκτη Μάζας Σώματος. Υπέρβαρα παιδιά έχουν, επίσης, χαμηλότερη οστική μάζα και οστική επιφάνεια σε σχέση με το σωματικό τους βάρος σε σύγκριση με παιδιά κανονικού σωματικού βάρους, γεγονός που προδιαθέτει τα υπέρβαρα παιδιά σε κατάγματα. Η άσκηση, εκτός από σημαντικός παράγοντας για τη βελτίωση της υγείας των οστών, είναι, επίσης, σημαντικός παράγοντας για την πρόληψη της παχυσαρκίας, αλλά, συχνά, τα υπέρβαρα παιδιά έχουν μειωμένη σωματική δραστηριότητα σε σύγκριση με μάρτυρες.

Συνιστώμενη πρόσληψη ασβεστίου ανάλογα με την ηλικία

Βρέφη

Η βέλτιστη πηγή ασβεστίου κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής είναι το μητρικό γάλα. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι, στο τελειόμηνο βρέφος που σιτίζεται αποκλειστικά με μητρικό θηλασμό τους πρώτους 6 μήνες της ζωής ή στο βρέφος που σιτίζεται με μικτή διατροφή (μητρικός θηλασμός και στερεές τροφές) το δεύτερο 6μηνο της ζωής, η υπέρβαση της προσλαμβανομένης ποσότητας ασβεστίου (210 mg και 270 mg/ημέρα, αντίστοιχα) έχει ευεργετικό αποτέλεσμα στην επίτευξη καλύτερης μετάλλωσης των οστών μακροπρόθεσμα. Διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η βιοδιαθεσιμότητα του ασβεστίου του μητρικού γάλακτος είναι μεγαλύτερη από εκείνη του κονιοποιημένου γάλακτος αγελάδας (58% και 38%, αντίστοιχα). Έτσι, η συγκέντρωση ασβεστίου στο κονιοποιημένο γάλα είναι αυξημένη σε σχέση με το μητρικό, για να εξασφαλίζεται, τουλάχιστον συγκρίσιμο, επίπεδο κατακράτησης του ασβεστίου. Σχετικά μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ασβεστίου έχουν ειδικά κονιοποιημένα γάλατα, όπως γάλατα σόγιας ή υδρολυμένης καζεΐνης, ώστε να αντισταθμίζεται η χαμηλότερη βιοδιαθεσιμότητά του. Δεν υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα, για να δικαιολογούν τη χρήση ακόμη πιο υψηλών συγκεντρώσεων ασβεστίου στα κονιοποιημένα γάλατα για τελειόμηνα βρέφη. Η χορήγηση πλήρους γάλακτος δεν συνιστάται σε ηλικίες κάτω των 12 μηνών, αν και, μετά τον 6ο μήνα, μπορεί να χορηγηθούν γιαούρτι και τυρί. Επί του παρόντος, η πρόσληψη ασβεστίου σε τελειόμηνα βρέφη, στις ΗΠΑ, φαίνεται ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, φθάνει σχεδόν στο 100% της συνιστώμενης, πράγμα που ισχύει μόνο γι’ αυτή την ηλικιακή ομάδα σε σύγκριση με άλλες.

Από την άλλη πλευρά, τα πρόωρα βρέφη έχουν πιο αυξημένες ανάγκες σε ασβέστιο απ’ ότι τα τελειόμηνα. Οι ανάγκες αυτές μπορούν να καλυφθούν με τη χορήγηση μητρικού γάλακτος ενισχυμένου με εμπορικά διαθέσιμα σκευάσματα ή με ειδικό γάλα για πρόωρα με αυξημένη περιεκτικότητα σε ασβέστιο και βιταμίνη D. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, το πρόωρο σε τεχνητή διατροφή μπορεί να συνεχίσει με ειδικό γάλα που έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ασβέστιο απ΄ ότι το κοινό κονιοποιημένο γάλα αγελάδας, το οποίο χορηγείται σε τελειόμηνα βρέφη.

Δεν είναι γνωστό ποια είναι η βέλτιστη περιεκτικότητα σε ασβέστιο που πρέπει να έχουν αυτά τα γάλατα, ούτε για πόσο διάστημα πρέπει να χορηγηθούν. Αν και μπορεί να καταδειχθεί αύξηση στη μετάλλωση των οστών βραχυπρόθεσμα, δεν έχουν αποδειχθεί μακροπρόθεσμα οφέλη.

Παιδιά 1-8 χρόνων

Λίγα είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για τις ανάγκες σε ασβέστιο από τη βρεφική ηλικία μέχρι την έναρξη της εφηβείας. Η συνολική κατακράτηση ασβεστίου είναι σχετικά πιο χαμηλή στα νήπια σε σύγκριση με όλες τις άλλες ηλικιακές ομάδες. Σε ηλικίες 1-3 χρόνων, συνιστάται η πρόσληψη 500 mg ασβεστίου την ημέρα. Καθώς το παιδί πλησιάζει στην εφηβεία, αυξάνονται οι ανάγκες του σε ασβέστιο. Τα περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόσληψη περίπου 800 mg την ημέρα σχετίζεται με επαρκή μετάλλωση των οστών σε ηλικίες 4-8 χρόνων. Δυνητικά πλεονεκτήματα από την πρόσληψη μεγαλύτερης ποσότητας ασβεστίου στην ομάδα αυτή δεν έχουν μελετηθεί πλήρως. Αυτό που έχει σημασία στις ηλικίες αυτές είναι να διαμορφωθούν διαιτητικές συνήθειες, που θα εξασφαλίσουν την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και αργότερα στη ζωή.

Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 9-18 χρόνων

Κατά την εφηβεία, η απορρόφηση του ασβεστίου είναι πιο πλήρης. Στην περίοδο αυτή συντελείται το μεγαλύτερο μέρος της μετάλλωσης των οστών. Δεδομένα από μελέτες σχετικά με το ισοζύγιο του ασβεστίου δείχνουν ότι, για τα περισσότερα υγιή παιδιά αυτής της ηλικίας, επιτυγχάνεται το μέγιστο καθαρό ισοζύγιο ασβεστίου με την πρόσληψη περίπου 1300 mg ασβεστίου την ημέρα. Αν η πρόσληψη ξεπερνά το επίπεδο αυτό, σχεδόν όλο το επί πλέον προσλαμβανόμενο ασβέστιο αποβάλλεται και δεν προσφέρει τίποτε. Αν η πρόσληψη υπολείπεται, ο σκελετός είναι πιθανό να πάρει λιγότερο ασβέστιο από αυτό που μπορεί να χρησιμοποιήσει και να μην επιτευχθεί η μέγιστη οστική μάζα.

Μέγιστες τιμές πρόσληψης ασβεστίου

Το ανώτερο αποδεκτό όριο, όσον αφορά στην πρόσληψη ασβεστίου στα βρέφη, δεν είναι γνωστό. Για ηλικίες 1-18 χρόνων, η Εθνική Ακαδημία Επιστημών συνιστά η ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου να μην υπερβαίνει τα 2500 mg. Αν και τα διαθέσιμα στοιχεία για τοξικότητα του ασβεστίου είναι περιορισμένα, η πρόσληψη μεγάλης ποσότητας ασβεστίου σε μικρές ηλικίες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπάρκειας σιδήρου και ψευδαργύρου, που οφείλεται στην αρνητική επίδραση του ασβεστίου στην απορρόφηση των στοιχείων αυτών.

  1. Οι συστάσεις βασίζονται σε στοιχεία για παιδιά σε αποκλειστικό μητρικό θηλασμό
  2. Οι συστάσεις βασίζονται στην υπόθεση ότι, στην ηλικία αυτή, η διατροφή του βρέφους συνίσταται σε μητρικό
    γάλα και στερεές τροφές, και είναι παρόμοια με εκείνη βρέφους που σιτίζεται με κονιοποιημένο γάλα
×

×